ΣΤΗΝ ΑΨΑ ΤΗΣ ΕΝΟΠΛΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, ένα γερμανικό τμήμα προερχόμενο από τη Λαμία συγκρούσθηκε με λίγους εφεδρικούς του ΕΛΑΣ κοντά στα Στενά των Θερμοπυλών.

 

Η Γερμανική Διοίκηση Λαμίας είναι αμείλικτη.


Αμέσως ετοιμάζεται να εκστρατεύσει στις Θερμοπύλες για να τιμωρήσει σκληρά τους αναιδείς ατάκτους.

 

Ο μόνιμος ίλαρχος Αλ. Μυλωνάς, διοικητής του 2/36 Τάγματος του ΕΛΑΣ της περιοχής, ήταν σίγουρος πως οι Γερμανοί δεν θα άφηναν το επεισόδιο να περάσει χωρίς ανταπόδοση.

 

Δεν εννοούσε όμως να εγκαταλείψει αμαχητί την ιστορική τοποθεσία.

 

Στα χωριά της Λαμίας, που βλέπουν προς τις Θερμοπύλες, όλη την προηγούμενη ημέρα είχαν σταματήσει κάθε δουλειά και παρακολουθούσαν με κρατημένη αναπνοή τη μάχη στην ιστορική τοποθεσία.

 

Έτσι, όταν τα χαράματα της επόμενης μέρας, 22 Σεπτεμβρίου 1943, βγήκε μια μηχανοκίνητη γερμανική φάλαγγα από τη Λαμία προς τις Θερμοπύλες, ο Έλληνας ίλαρχος είχε ήδη παρατάξει από τη νύχτα όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του.

 

Το κύριο μέτωπο στο ιστορικό στενό το έπιασε ο ατρόμητος Λοκρός (μόνιμος ανθυπολοχαγός Σωτ. Τσιτσιπής, ήρωας στο αλβανικό μέτωπο, με «Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων» και «Πολεμικό Σταυρό»).


Είναι επικεφαλής του λόχου Δρακοσπηλιάς, με ενίσχυση πολυβόλων και τριών όλμων υπό τους μόνιμους υπαξιωματικούς Βότση, Αλεξίου και Κουτσοδόντη.

 

Oι εφεδρικοί ελασίτες της περιοχής ανέλαβαν να αποκλείσουν το μονοπάτι του Εφιάλτη, για να μην επαναληφθεί η ιστορία.

 

Η σφοδρή και θανάσιμη σύγκρουση κράτησε ολόκληρη τη μέρα, ως αργά τη νύχτα.

 

Τα γερμανικά αυτοκίνητα πήγαν κι ήρθαν τέσσερις φορές στη Λαμία, μεταφέροντας όλο και νέες δυνάμεις, για να κάμψουν την απροσδόκητη αντίσταση των θρασύτατων παρτιζάνων.

 

Όμως οι αντάρτες δεν έκαναν βήμα πίσω.


Και όσο έβλεπαν τους Γερμανούς να κάμπτονται, τόσο ο ενθουσιασμός και οι πολεμόχαρες διαθέσεις φούντωναν.

 

«Λεωνίντα! Λεωνίντα!» φώναζε έμπλεος θαυμασμού, ο φιλομαθής Άγγλος αξιωματικός-σύνδεσμος Ντικ, που έβλεπε τη γερμανική πανωλεθρία και δεν μπορούσε να το πιστέψει.

 

Πάνω στο ιερό μένος του, ο γεμιστής του ενός από τους τρεις αντάρτικους όλμους, που λιάνιζαν έως εκείνη τη στιγμή τους κατακτητές, άρπαξε ένα βλήμα και το έριξε στον πυροσωλήνα ανάποδα.

 

Η έκρηξη ήταν τρομερή.


Ο όλμος κομματιάστηκε και οι τρεις χειριστές του σκοτώθηκαν.

 

Τελικά, οι Γερμανοί αποσύρθηκαν τα μεσάνυχτα στη Λαμία νικημένοι.

 

Το άλλο πρωί τα παρατηρητήρια των ανταρτών αναφέρουν ότι πλησιάζουν καραβάνια χωρικών φορτωμένων με τα υπάρχοντά τους.

 

Το πρώτο που σκέφτηκαν, ότι οι ταπεινωμένοι Γερμανοί διώχνουν τους κατοίκους των γύρω χωριών να τα κάψουν για αντίποινα.

 

Η αλήθεια είναι διαφορετική.

 

Στα χωριά της Λαμίας, που βλέπουν προς τις Θερμοπύλες, όλη την προηγούμενη ημέρα είχαν σταματήσει κάθε δουλειά και παρακολουθούσαν με κρατημένη αναπνοή τη μάχη στην ιστορική τοποθεσία.

 

Όταν αργά τα μεσάνυχτα είδαν τους Γερμανούς να φεύγουν κατισχυμένοι πίσω στη Λαμία και διαπίστωσαν πως ο ιερός τόπος έμεινε απαραβίαστος, ξενύχτησαν ρίχνοντας ψωμιά και πίτες στις γάστρες και ετοιμάζοντας διάφορα δώρα.

 

Αυτά τα δώρα έφερναν τώρα στους αντάρτες, που τους γέμισαν περηφάνια, σχηματίζοντας ολόκληρα καραβάνια.

 

«Oι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, ρίχτηκαν απάνω στους αντάρτες με απερίγραπτο ενθουσιασμό και συγκίνηση. [...] Τα δώρα ξεφορτώθηκαν και σωροί από την αδελφική προσφορά σχηματίσθηκαν στα πόδια των ανταρτών. Κότες, πίτες, κρασιά, φρούτα, κουλούρες ζεστές».

 

Oι γερμανικές απώλειες ήταν μεγάλες, ενώ οι αντάρτες είχαν μόνο εφτά νεκρούς και δεκαπέντε τραυματίες.

 

Όπως έγραψε ο ίλαρχος Μυλωνάς, οι άντρες του «άφησαν το αίμα τους αντί για στεφάνι στον τάφο του Λεωνίδα».