[Βασισμένο στην έρευνα της Jen Manion, καθηγήτριας Ιστορίας, συνεργαζόμενης με τον Amhert College]

 

MIA KΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΑΔΙΑ ΤΟΥ 1836, η αστυνομία εντόπισε τον Τζορτζ Γουίλσον μεθυσμένο σ' ένα σοκάκι κάπου στο East Side της Νέας Υόρκης. Ο αστυνομικός έσυρε τον Γουίλσον στο αστυνομικό τμήμα. Το όργανο της τάξεως θεώρησε πως επρόκειτο για κάποιον ξέμπαρκο ναύτη. Επίσης, είχε την υποψία ότι ο Γουίλσον μπορεί να μην ήταν και άντρας.


Βέβαια, ο τύπος που είχε μπροστά του ήταν παντρεμένος νόμιμα με μία γυναίκα για περίπου 15 χρόνια και εργαζόταν – φαινομενικά ως άντρας- για άλλα τόσα. Όμως, ο Γουίλσον ήταν κοπέλα. Στην αστυνομία είπε ότι συνήθιζε να ντύνεται με αντρικά ρούχα και να υποδύεται τον άντρα για να παραμένει ασφαλής στα ταξίδια, ενώ παράλληλα αναζητούσε –με την ίδια αντρική περιβολή- τον άντρα που την είχε εγκαταλείψει και τον ήθελε πίσω.

 

Εκείνη την εποχή η καλύτερη άμυνα ενός ομόφυλου ανθρώπου σε μία απολύτως εχθρική αστυνομική αρχή ήταν να τονιστεί το σκέλος της ετερόφυλης ερωτικής απογοήτευσης και να ελαχιστοποιηθεί η μη συμμόρφωση με τις επιταγές του βιολογικού φύλου...

 

Όμως, η σκληρή αλήθεια ήρθε στο φως, όταν η σύζυγος του Γουίλσον εισέβαλε στο αστυνομικό τμήμα για να πάρει τον άντρα της. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η Ελίζαμπεθ Γουίλσον αποκάλυψε ότι πριν από 15 χρόνια δεν απογοητεύθηκε καθόλου όταν έμαθε ότι ο άντρας ήταν τελικά γυναίκα και ότι ο γάμος τους ήταν απολύτως ευτυχισμένος.

 

Οι γυναίκες που ζούσαν ως άντρες και παντρεύονταν με γυναίκες δεν ήταν καινούρια υπόθεση στα χρονικά. Απλώς εκείνη την εποχή ήταν μία σοκαριστική υπόθεση.

 

Η ιστορία γρήγορα διαδόθηκε. Και οι δημοσιογράφοι των φυλλάδων της εποχής ήταν τόσο ενοχλητικοί και πείσμονες αναφορικά με τις σοκαριστικές λεπτομέρειες του αστυνομικού συμβάντος όσο και τα όργανα της τάξεως. Παρ' όλα αυτά ο Τζορτζ και η Ελισάβετ αφέθηκαν ελεύθεροι, χωρίς περαιτέρω κατηγορίες και διώξεις.

 

Οι γυναίκες που ζούσαν ως άντρες και παντρεύονταν με γυναίκες δεν ήταν καινούρια υπόθεση στα χρονικά. Απλώς εκείνη την εποχή ήταν μία σοκαριστική υπόθεση. Ήδη από το 1746, ο βρετανός θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Henry Fielding είχε καταπιαστεί στα έργα του με τέτοιες περιπτώσεις γυναικών.

 

Απλώς, δεν ήταν κάτι για το οποίο κάποιος εκείνη την εποχή θα μπορούσε να είναι περήφανος. Κανείς δεν θα τολμούσε να συστηθεί ως γυναίκα που αποφάσισε να ζήσει –και μάλιστα ευτυχισμένα- ως άντρας.


Ο όρος transgender, μακρινός και ιστορικά απολύτως άγνωστος εκείνη την εποχή, είναι επίτευγμα του 21ου αιώνα. Σε μια εποχή που οποιαδήποτε κατεύθυνση πέρα από το βιολογικό φύλο φάνταζε απολύτως ανάρμοστη, έως εξωφρενική, «οι άντρες σύζυγοι – κορίτσια» ήταν ένας πονοκέφαλος που συνήθως βασάνιζε κυρίως τους ανθρώπους της εργατικής τάξης.

 

ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1856, όταν η αριστοκρατικών καταβολών δεσποινίς Λιούις από τις Συρακούσες της Νέας Υόρκης ερωτεύεται τον Άλμπερτ Γκουέλφ, έναν γοητευτικό νεαρό που μόλις είχε αφιχθεί στην αμερικανική πολιτεία. Μετά από ένα σύντομο ειδύλλιο, παντρεύονται σε μια Επισκοπική εκκλησία τον ίδιο κιόλας χρόνο. Μόνο που ο πατέρας της νύφης σύντομα υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τον γαμπρό και καλεί την αστυνομία.

 

Αστυνόμος και πεθερός ανακρίνουν και εξετάζουν (!) μαζί τον Γκουέλφ -να κάτι που στην εποχή μας θα συνιστούσε άγρια παραβίαση και προσβολή της προσωπικότητας- με την υποψία ότι ήταν γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άντρα.

 

Ο Γκουέλφ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Ο δικαστής Ντέρνφορντ τον καταδικάζει σε φυλάκιση 90 ημερών με την κατηγορία της «αλητείας»..! Ιστορικά πρόκειται για μία εξόχως γενικόλογη κατηγορία της εποχής, η οποία συνήθως καταδίωκε νομικά τους ανθρώπους των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Με δυο λόγια, αν ήσουν φτωχός, άστεγος, επαίτης, πότης και για κάποιο αόριστο λόγο σε συνελάμβαναν σε δημόσιο χώρο, χωρίς να έχεις κάνει κάτι, με την κατηγορία της αλητείας βρισκόσουν σε κάποιο σωφρονιστικό κατάστημα για μερικούς μήνες και φυσικά με «λερωμένο» το ποινικό σου μητρώο.

 

Στην περίπτωση του Γκουέλφ υπήρξαν και κάποιες επί μέρους κατηγορίες για διατάραξη των ηθών, της τάξης και της κοινωνικής ηρεμίας.

 

Μία από τις εφημερίδες της εποχής και της συγκεκριμένης πολιτείας –η Syracuse Daily Standard- έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την υπόθεση και φρόντιζε να δημοσιεύει τακτικά ρεπορτάζ για τον άτυχο Γκουέλφ.

 

Απόσπασμα από άρθρο εφημερίδας για τον Άλμπερτ Γκουέλφ.
Απόσπασμα από άρθρο εφημερίδας για τον Άλμπερτ Γκουέλφ.


Κάλυψε μάλιστα και τη δίκη του και εκεί γράφτηκαν μερικά εξαιρετικά ενδιαφέροντα κεφάλαια στην παγκόσμια ιστορία της περηφάνιας και της γενναιότητας. Για παράδειγμα, όταν ο δικαστής ρώτησε ευθέως τον Γκουέλφ: «Είστε άντρας ή γυναίκα;», εκείνος όχι μόνο αρνήθηκε να απαντήσει, αλλά αντιγύρισε την ερώτηση στον δικαστή.

 

Όταν ο τελευταίος επέμεινε, ο «νεαρός» του απάντησε: «Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζετε ήδη. Οι αστυνομικοί της Πολιτείας σας έχουν ενημερώσει».

 

Ούτε ο Γκουέλφ ούτε ο δικηγόρος του προσπάθησαν να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν την κατάσταση. Αντιθέτως, ο δικηγόρος του υπογράμμισε ότι δεν υπήρχε κρατικός νόμος ή πολιτειακός νόμος που να απαγορεύει σε «ένα άτομο να ντύνεται με ρούχα του αντίθετου φύλου». Αυτό ήταν αλήθεια. Οπότε και ο Γκουέλφ αποφυλακίστηκε σύντομα.


Βέβαια, εκείνη την εποχή, για τυπικούς λόγους, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι υποτίθεται ότι όφειλαν μια εξήγηση ή έστω μία δικαιολογία για τους λόγους που επέμεναν να ντύνονται με ρούχα του αντίθετου φύλου. Γιατί ενώ κάποια ήταν γυναίκα να επιθυμούσε να ντύνεται και να συμπεριφέρεται ανδρικά;

 

Προς τιμήν του, ο Γκουέλφ αγνόησε τον δικαστή. Συνέχισε να φορά αντρικά ρούχα, να συμπεριφέρεται όπως οι άντρες και –κυρίως- επέστρεψε στη σύζυγό του.


Ο νόμος απαιτούσε εξηγήσεις και γι' αυτό τέτοιες περιπτώσεις κατηγορούμενων παρουσίαζαν στο δικαστήριο μία πειστική ιστορία που να διαβεβαιώνει τις αρχές ότι δεν αποτελούσαν απειλή για την κοινωνία και ότι ικέτευαν για τη συγχώρεση Θεού και Νόμων (και ανθρώπων...).

 

Κάπως έτσι κατάφερναν να αφεθούν ελεύθεροι, χωρίς περαιτέρω ποινές. Μάλιστα, όσοι είχαν υπηρετήσει στο μέτωπο και είχαν παράσημα ανδρείας ως στρατιώτες ήταν αυτοί που γίνονταν αυτομάτως πιο συμπαθείς, καθώς ο πατριωτισμός ήταν μία σπουδαία αιτία για να πειστεί κανείς να γίνει... άντρας.

 

Επίσης, οι άνθρωποι των χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων –ας το πούμε απλά: οι φτωχές γυναίκες που ντύνονταν αντρικά- επικαλούνταν τη φτώχεια τους ως άλλοθι. «Ντύνομαι και φέρομαι σαν άντρας για να βρίσκω πιο εύκολα δουλειά. Για να μην κινδυνεύω να με βιάσουν ή να με παρενοχλήσουν στον χώρο εργασίας μου ή όταν ταξιδεύω. Για να εξασφαλίζω τις ίδιες αμοιβές με τους άντρες συναδέλφους μου».

 

Όλες αυτές οι απολύτως πειστικές δικαιολογίες έκαναν τους δικαστές –και το ακροατήριο- πολύ συμπονετικούς. Όλα αυτά τα ψέματα εξασφάλιζαν τον οίκτο. «Ύπαγε και μην αμαρτήσεις ξανά και από εδώ και στο εξής κοίτα να ντύνεσαι και να φέρεσαι σαν γυναίκα», έλεγε ο δικαστής, ως άλλος Ιησούς, και το θέμα έληγε εκεί συνήθως.

 

Γενικά οι «άντρες του σπιτιού» που ήταν τελικά γυναίκες διέφεραν από τους άντρες που είχαν απαρνηθεί το φύλο τους, κυρίως γιατί διατηρούσαν μακροχρόνιες σχέσεις με γυναίκες. Συνήθως, ήταν παντρεμένες –ως άντρες- με τη βούλα του νόμου. Εκείνη την εποχή αυτό αποτελούσε μια τεράστια απειλή για την κοινωνία, δημιουργώντας δύο διαφορετικές ανησυχητικές προοπτικές: πρώτον, ότι οι γυναίκες μπορούσαν πλέον με τη βούλα Νόμου και Εκκλησίας να ακολουθούν τον ομοφυλοφιλικό τους προσανατολισμό και να συνάπτουν ομοφυλοφιλικές σχέσεις κάτω από τον μανδύα των ετεροφυλόφιλων γάμων.

 

Αυτό κι αν συνιστούσε παραβίαση τόσο των θρησκευτικών διατάξεων όσο και των αστικών νόμων «εναντίον της σοδομίας» (καημένε Όσκαρ Ουάιλντ...).

 

Δεύτερον, οι γυναίκες ήταν τώρα πια εκείνες που ευθέως αμφισβητούσαν το βιολογικό τους φύλο και δεν το αντιμετώπιζαν περιοριστικά σε ό,τι αφορούσε τη σύναψη σεξουαλικών σχέσεων με άλλες γυναίκες. Το αν είχαν ισχυρές κοινωνικές ταυτότητες δεν είχε καμία σημασία. Όλα τα παραπάνω δεν ήταν σε καμία περίπτωση ούτε ανεκτά ούτε ευπρόσδεκτα στο κοινωνικό πλέγμα εκείνης της εποχής.


Πίσω στην υπόθεση του Γκουέλφ, ο δικαστής ήταν που τον είχε συμβουλέψει –για το καλό του!- να αρχίσει να συμπεριφέρεται ως γυναίκα, τόσο σε ό,τι είχε να κάνει με τα ρούχα του, όσο και σε ό,τι αφορούσε τη συμπεριφορά του. Γιατί; «Για να κερδίσεις ξανά την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της κοινότητας, που τα έχασες εξαπατώντας μας»...

 

Προς τιμήν του, ο Γκουέλφ αγνόησε τον δικαστή. Συνέχισε να φορά αντρικά ρούχα, να συμπεριφέρεται όπως οι άντρες και –κυρίως- επέστρεψε στη σύζυγό του.


Στις αρχές και τα μέσα του 19ου αιώνα οι αμερικανικές νομικές αρχές γνώριζαν ότι το φύλο ήταν κάτι που μπορούσε εύκολα να αλλάξει, στα χαρτιά τουλάχιστον. Άλλωστε, ήταν κάτι που καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου: από το χτένισμα, τα ρούχα, τη σωματική διάπλαση, αλλά και από συγκεκριμένες συνήθειες.

 

Οι άνδρες και οι γυναίκες ήταν εύκολα διακριτοί από αυτά τα στοιχεία - γεγονός που καθιστούσε πολύ εύκολη την αλλαγή, εξωτερικά τουλάχιστον. Έτσι, το πιο πιθανό, όταν ο Νόμος ερχόταν αντιμέτωπος με μία τέτοια περίπτωση, ήταν η επιδερμική πίστη ότι αυτό –και πάλι- μπορεί να αλλάξει, να επανέλθει, να συνετιστεί. Σ' εκείνες τις εποχές, η ταυτότητα φύλου ήταν ό,τι έγραφε το χαρτί και σίγουρα όχι ό,τι επιθυμούσε η αρμονία σώματος, ψυχής και πνεύματος.


Όλο αυτό ήταν κάτι που ο Γουίλσον, ο Γκουέλφ και πολύς κόσμος ακόμη χρησιμοποιούσαν προς όφελός τους. Όταν τους διέταξαν να σταματήσουν να ζουν ως άνδρες και να παρουσιάζονται ως γυναίκες, δεν υποστήριξαν ότι δεν μπορούσαν να συμμορφωθούν. Ούτε εξήγησαν γιατί δεν θα το έκαναν. Δεν ισχυρίστηκαν ότι το φύλο τους ήταν μια μορφή έκφρασης του είναι τους, ότι επρόκειτο για κάτι βαθύτερο και έμφυτο.


Δεν είχαν ιδέα για την ταυτότητα φύλου -και επίσης δεν είχαν κανέναν λόγο να πιστεύουν ότι θα βοηθούσε ούτως ή άλλως στην υπόθεσή τους. Το φύλο ήταν κάτι που κατασκεύαζε κάποιος - δεν ήταν κάτι που είχε κάποιος. Το να μπορείς να περνάς με ευκολία από το ένα φύλο στο άλλο για να γλιτώνεις από τις περιπέτειες με τον νόμο ήταν κάτι ανακουφιστικό. Όχι, όμως και κάτι που δεν είχε βαθιές συνέπειες στις γυναίκες που είχαν επιλέξει να ζουν ως άντρες.


Για παράδειγμα, ο Γουίλσον υποχώρησε προσωρινά υπό την πίεση, λέγοντας ψέματα στην αστυνομία Ο Γκουέλφ, όμως, αψήφησε τις αρχές. Και οι δύο συνέχισαν τις ζωές που ζούσαν - ως άνδρες με τις συζύγους τους - αν και ίσως πιο προσεκτικοί σε ό,τι είχε να κάνει με τις κινήσεις τους.


Στις μέρες μας, μέρες πολιτικής ορθότητας (σκληρής, αλλά υπέροχα διορθωτικής σε κατάφωρες αδικίες του παρελθόντος) όλο αυτό, ακόμη και η χρήση της λέξης «παρενδυτισμός», μοιάζει κακοποιητικό. Σήμερα, η πλειονότητα εργάζεται σοβαρά προς την κατεύθυνση όπου κανείς δεν θα νιώθει μόνος, αναγκασμένος να κρυφτεί. Οι περισσότεροι αναζητούμε προσεκτικά τη σωστή λέξη, την ολόσωστη αντωνυμία, τον ακριβή όρο για να μη νιώθει κανείς εκτός κοινωνικού πλαισίου. Τότε, αυτό δεν ήταν επιλογή. Ήταν μονόδρομος.


Ή μήπως όχι; Ή μήπως κάποιοι ζώντας πεισματικά κόντρα στις συμβάσεις της εποχής τους άνοιξαν τον δρόμο;

 

Η Λούσι Αν Λόμπντελ (Τζόζεφ Λόμπντελ) με κοτσίδες και φτερά το 1853.
Η Λούσι Αν Λόμπντελ (Τζόζεφ Λόμπντελ) με κοτσίδες και φτερά το 1853.


Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΖΟΣΕΦ ΛΟΜΠΝΤΕΛ είναι χαρακτηριστική. Το 1854 ένας άντρας από το Γουέστερλο, λίγο έξω από το Όλμπανι, προσελκύει το ενδιαφέρον των εφημερίδων, καθώς δεν έχει κανένα πρόβλημα να κάνει με αξιοσημείωτη επιτυχία όλες τις αντρικές δουλειές –«είναι τόσο καλός στο σημάδι το πρωί, όσο ωραία κεντάει το βράδυ», γράφουν οι εφημερίδες, και το βράδυ να συμπεριφέρεται με χάρη, όπως η κάθε κυρία του σπιτιού.


Ο Τζόσεφ Λόμπντελ γεννήθηκε γυναίκα. Εφημερίδες όπως η New York Observer, η Newport Mercury (Rhode Island), η Washington Sentinel (DC) και η Vermont Watchman, αλλά και η State Journal του αφιερώνουν κατεβατά. Όμως, ζει ανοιχτά, δημόσια, ελεύθερα ως άντρας.


Το ταξίδι του Λόμπντελ στον κόσμο των φύλων αναγκάζει για πρώτη φορά τα ΜΜΕ να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «λεσβία», χωρίς τρόμο και σεμνοτυφία. Το θάρρος του να διεκδικεί δουλειές, υψηλούς μισθούς, ίση αντιμετώπιση δημιουργεί πίεση σε μια εποχή που ξεγυμνώνει τους Γκουέλφ και τους Γουίλσον του κόσμου μέσα στα τμήματα, ζητώντας τους τα ρέστα για την επιλογή τους.


Φυσικά και κυνηγήθηκε. Φυσικά και εγκατέλειπε τη μία πολιτεία μετά την άλλη, όταν η φήμη του επροηγείτο της αξίας του. Όταν γνώρισε τη Μαρία Λουίζ Περί το 1860, παντρεύτηκαν και έζησαν μαζί για περισσότερα από 20 χρόνια, με τη σχέση του να γίνεται τίτλος σε πανεθνικό δίκτυο.


Το 1871, οι New York Times ασχολούνται με την αρρενωπότητά αυτής της γυναίκας, αποδίδοντας την στις δυσκολίες της ζωής που επέλεξε και αναφέροντας σε σχετικό ρεπορτάζ ότι «η άγρια ζωή που έχει ζήσει και οι κακουχίες που έχει υποστεί, έχουν απομακρύνει κάθε θηλυκό χαρακτηριστικό από το πρόσωπό της». Ο Τύπος της εποχής, φευ, αντιλαμβάνεται το φύλο του Λόμπντελ ως κάτι που διαμορφώνεται από εξωτερικές δυνάμεις - κοινωνικές και οικονομικές.


Τι οδηγεί ένα άτομο σε αυτό το είδος ζωής, διερωτώνται τα Μέσα και συγγενείς και γείτονες δηλώνουν ότι η ζωή που επέλεξε είναι απόδειξη παραφροσύνης. Ένας γείτονας δηλώνει ότι πρόκειται για έναν τρελό που «ισχυρίζεται συχνά ότι είναι άντρας και έχει σύζυγο».

 

Ο Τζόζεφ Λόμπντελ.
Ο Τζόζεφ Λόμπντελ.


Η υπόθεση του Λόμπντελ θα πάρει διαστάσεις. Η οικογένειά του θα ζητήσει τον εγκλεισμό και την εξέτασή του από γιατρούς. Ο δρ. P.M Wise σε σχετική του μελέτη θα συμπεράνει ότι «η σεξουαλική της τάση ήταν διεστραμμένη. Επιστρέφοντας στον θάλαμο της, αγκάλιασε τη γυναίκα της με άσεμνο τρόπο».


Πλέον, κοινωνία, Νόμος, θρησκεία και Ιατρική αποφασίζουν τον εγκλεισμό του Λόμπντελ –ενός ανθρώπου που είχε αποφασίσει να ζει ως άντρας- σε ψυχιατρικό άσυλο το 1900. Εκεί, στο Μπίνγχαμπτον θα παραμείνει έως τον θάνατό του το 1912. Ο εγκλεισμός δεν ήταν αρκετός. Έπρεπε να ξεχάσει ότι έζησε πάνω από 25 χρόνια ως άντρας. Έπρεπε, με ιατρική εντολή, να μάθει να ζει ως γυναίκα.


Μετά από αυτό το «κυνήγι» μιας άλλης εποχής, αναρωτιέται κανείς: είναι τελικά ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου προϊόντα της ιστορίας και του πολιτισμού; Είναι το φύλο κάτι στατικό ή κάτι που επηρεάζεται από το βίωμα και την κοινωνική εμπειρία; Γεννιόμαστε μ' αυτό ή το κατασκευάζουμε, βάσει των έμφυτων επιθυμιών μας;


Η φιλοσοφία που θεωρείται πλέον ως η καλύτερη άμυνα ενάντια στις ομοφοβικές κραυγές φαίνεται ότι γεννήθηκε η ίδια από αναγκαστικές, βίαιες και απάνθρωπες εξετάσεις από γιατρούς, αστυνομικούς, δικαστές σε όσους τόλμησαν να ακολουθήσουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.


Σε εποχές απόλυτου σκότους και σύγχυσης αναφορικά με τη δυσφορία φύλου, αγωνίστηκαν για την επιλογή τους: χωρίς οργανωμένο κινήματα που να αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους και χωρίς ορατή κοινότητα που προσφέρει υποστήριξη, οι γυναίκες που αποφάσισαν να ζήσουν ως άντρες προκάλεσαν νόμους και κανόνες για να ζήσουν μαζί και να αγαπούν τις συντρόφους τους, χωρίς συγνώμες, χωρίς μεταμέλειες, ανυποχώρητα.


Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, ας πούμε ότι υπήρξαν η εμπροσθοφυλακή του σύγχρονου pride, γενναίοι, γενναίες για την ακρίβεια, σε μια ιστορική καμπή που δεν επέτρεπε ούτε στους άντρες φουστάνι ούτε στις γυναίκες παλικαρισμούς.


Με πληροφορίες από το aeon.co