Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

«Χαβάνα ου-να-νά»: Ένα διήγημα της Εύης Λαμπροπούλου για το LIFO.gr

Οι σεξουαλικές περιπέτειες ενός κοριτσιού της πόλης.
13.1.2018

Στην τζαμαρία κοντοστέκομαι για να τσεκάρω αν είναι μέσα κανένας καλός χορευτής. Χώνω τα οχτώ ευρώ μου στην είσοδο τελικά, ελπίζοντας ότι δεν θα ζήσω άλλη μια αχόρευτη βραδιά: οι μιλόνγκες είναι ρίσκο.


Αλλά έπεσα πάνω σε σόου. Ένας πλαταράς με σαγόνι, αυτό που λένε θεληματικό, ποδοβολάει στην τσακαρέρα έναν παραδοσιακό αντικριστό χορό της Αργεντινής: το πάτωμα πονάει κάτω απ' τα πόδια του. Είναι έξι στην πίστα, αλλά οι άλλοι εξαφανίζονται μπροστά του. Είναι ο αρχετυπικός λεβέντης, ο Λούκι Λουκ με το άλογο που παίρνει φόρα και πηδάει. Ψελλίζω ότι δεν έχω ξαναδεί τέτοια τσακαρέρα. Κάποιος του το σφυρίζει και τότε −μάγια− ο ψηλός διακτινίζεται μπροστά μου και μου συστήνεται. Ο μαέστρο Πάμπλο από την Αργεντινή δεν χάνει χρόνο, τείνει το χέρι του για να χορέψουμε τάνγκο.


Το πουκάμισό του αναδίδει μια καθαρή μυρωδιά, ξέρει να σιδερώνει, το στέρνο του είναι ευρύ, απλώνεις φύλλο επάνω. Είναι ψηλός, το κεφάλι μου τελειώνει ακριβώς στο σαγόνι του, κατά τον δεύτερο χορό αποθέτει ένα φιλί στο μέτωπό μου. Με φιλάει ξανά και ξανά στο μέτωπο, δεν ξέρω τι να τον κάνω τέτοιον αυτόματο πατερναλισμό, τέτοια τρυφερότητα. Την παίρνω κι αφήνομαι σ' αυτήν, νιώθω αγαπητή, προστατευμένη. Κλείνω τα μάτια για καιρό. Ένα ζεστό κύμα ενέργειας ρέει από το στήθος μου στο δικό του και τούμπαλιν, μας τυλίγει στη γλυκιά σούπα που στο τάνγκο ονομάζεται κονέξιον. Όταν το τραγούδι τελειώνει, περιμένουμε κολλημένοι κι αμίλητοι το επόμενο.

 

Χώνει ένα δάχτυλο στο στόμα μου και γέρνω το κεφάλι πίσω. Όταν ισιώνω το κεφάλι μου, το φιλάει πάλι. Πατερναλισμός και αλητεία.


Χορεύω καλά, αλλά ο Πάμπλο με αποθεώνει.


— Είσαι Φεράρι, λέει μετά τον δεύτερο χορό, και νιώθω γυαλιστερή κι αστραπιαία.


Μου πιάνει το χέρι, μου προτείνει το κάθισμα δίπλα του, με κοιτάζει παρατεταμένα, δακτυλογραφεί, ζητάει συγγνώμη επειδή έχει δουλειά: κανονίζει σόου στο Πλόβντιβ, θα χορέψει με μια Τουρκάλα. Αφήνει το χέρι μου μόνο για να σηκώσει το κρασί του. Ακούγεται το «Percal» που καίει καρδιές: η πίστα συνωστίζεται.


Είναι φανταστικά σήμερα. Κανονικά μισώ τις Τρίτες, λέει.

 

— Γιατί;

 

— Ταλαιπωρία. Κάθε Τρίτη τραβιέμαι μέχρι ένα πανεπιστήμιο μακριά από την Κόρδοβα, τέσσερις ώρες να πας και τέσσερις να γυρίσεις με το λεωφορείο. Διδάσκω.

 

Μαντόνα μία! Όχι μόνο κορμί δηλαδή. Όχι μόνο σαγόνι.

 

— Τι μάθημα;

 

— Ξέρεις τον Ρολάν Μπαρτ; λέει και θέλω να τον φιλήσω.

 

Τρίβω τη γλώσσα μου πάνω στον άλλον: σάμπως να είχα λέξεις στη θέση των δαχτύλων, απαγγέλλω και με αρπάζει και με σηκώνει ψηλά.


Θα σε τυλίξω μέσα στις λέξεις μου, απαντάει.


Πνίγω μέσα μου το αναδυόμενο κλισέ, ότι είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον κ.λπ., αλλά αυτό επιμένει.


Διστάζω να ρωτήσω την ηλικία του. Μου τη λέει αυτός, τριάντα ένα. Είμαι πέντε χρόνια μεγαλύτερη. Είναι ο πιο μικρός επισκέπτης καθηγητής που γνωρίζω. Μα, πότε ξεκίνησε τις επισκέψεις;


Όταν παίζει το «Poema», με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί στην πίστα μετά από ένα μικρό ερωτηματικό σήκωμα του φρυδιού του. Αν και το ξέρει ότι θέλω∙ να χορεύω μαζί του για ένα εξάμηνο.


— Είσαι Φεράρι, λέει ξανά.


Δηλαδή: όλοι σε θέλουν, λίγοι μπορούν να σε οδηγήσουν. Είμαι Φεράρι. Όλες οι άλλες εδώ μέσα είναι Φίατ Πούντο. Και μερικές Λαμποργκίνι.


Τον πλησιάζει μια κουκλάρα, αλλά την εκτρέπει αχόρευτη προς το πλήθος των ανώνυμων καβαλιέρων. Όλο το βράδυ χορεύει μόνο με μένα, πράγμα που εδώ μέσα ισοδυναμεί με αρραβώνα.


Φεύγουμε χέρι χέρι, μας βλέπουν όλοι, έξω με αρπάζει και μου σκάει φιλί, το στόμα του μυρίζει κρασί και χορό, κολλάω πάνω στο στήθος του όπως πριν, τον θέλω, έχει ταχυπαλμία, παρ' ότι μοιάζει εξασκημένος, λογικός, έτσι γίνεσαι καθηγητής έξω από την Κόρδοβα − τέσσερις ώρες να πας, τέσσερις να 'ρθεις.


Μέσα στο αμάξι μού βάζει τα χέρια στα μάγουλά μου σαν να είμαι, ας πούμε, πολύτιμη και φιλιόμαστε για κάνα μήνα.


— Αχ! Ώστε έτσι είναι οι Ελληνίδες; Είσαι η πρώτη μου.


Χώνει ένα δάχτυλο στο στόμα μου και γέρνω το κεφάλι πίσω. Όταν ισιώνω το κεφάλι μου, το φιλάει πάλι. Πατερναλισμός και αλητεία.
Το βράδυ κοιμάμαι με ένα τεράστιο χαμόγελο στη μούρη, όπως αυτό που έχεις όταν νομίζεις ότι γνώρισες τον έρωτα της ζωής σου.


***

Την Τετάρτη είμαστε πάλι σε χορό. Τον πλησιάζει μια πεταχτή, με μαλλί Λούλου ή εξαρχειακό, όπως το πάρεις τώρα που οι φράντζες καταργήθηκαν: ακριβώς σαν το δικό μου, μόνο που εγώ φοράω ρούχα. Αυτή φοράει ένα πάνω μαγιό και μακριά φούστα με σκίσιμο μέχρι το βρακί της. Κολλάει επάνω του φανατικά, έχουν χημεία, μανία και αποστρέφω το βλέμμα. Τον γνωρίζω μόνο μια μέρα, αλλά ζηλεύω ήδη. Ξανακοιτάζω. Τινάζει τα πόδια της ψηλά. Ισορροπεί το σκίσιμο χωρίς να δείχνει βρακί, είναι μάγισσα: κάθε χιλιοστό της φούστας παραμένει στη θέση του. Τέτοιο ταλέντο. Τον πιάνω όμως να κοιτιέται στον καθρέφτη καθώς χορεύουνε, πράγμα που, όπως είναι γνωστό, καταστρέφει το κονέξιον.


Δεν είναι Φεράρι, παρηγοριέμαι, δεν της κρατάει το χέρι μεταξύ των χορών. Επιστρέφει στον πάγκο του όπου τον περιμένω δίχως την παραμικρή διάθεση να απιστήσω, δηλαδή να χορέψω με άλλον. Μου φέρνει κρασί. Χορεύει μαζί μου ξανά και ξανά. Νιώθω σαν να παίζω σε ταινία της Ντίσνεϊ. Είμαι η Ιουλιέτα, η Ιζόλδη, η Σταχτο-fuckin-πούτα.


Πριν χωριστούμε, φιλιόμαστε για κάνα τριήμερο. Βάζει πάλι το δάχτυλο στο στόμα μου. Το βράδυ στο κρεβάτι μου σκέφτομαι τα χέρια του.


***


Το πρωί με βρίσκει στο φέισμπουκ. Μου γράφει: «Είσαι κόλαση. Πώς θα μπορούσα να σου αντισταθώ;». Το προφίλ του είναι ένδοξο: να τος εδώ με παιδάκια από την Ινδία, εκεί σηκώνει ένα τραπέζι ψηλά με το ένα χέρι, εδώ με τους εκφυλισμένους Μαορί. Πότε πρόλαβε τόσες χώρες; Ο Λούκι Λουκ κυκλοφορεί με ΚΤΕΛ, αλλά το άλογό του τον περιμένει απ' έξω.


Την υπόλοιπη μέρα ξεχνάω να φάω. Τη νύχτα βουτάω στην μπανιέρα μέχρι το σαγόνι και τον σκέφτομαι κι άλλο.


***


Την Κυριακή είμαστε σε καφενέ στα Εξάρχεια, στην αναρχο-άρτιστ περιοχή που ήθελε τόσο να δει. Εγώ ήθελα να δω αν γουσταριζόμαστε χωρίς τον χορό, αυτή την πηχτή κόλλα. Μερικούς ανθρώπους δεν τους βλέπεις καν εκτός μιλόνγκας, στον δρόμο τους προσπερνάς, χάνουν κάθε γοητεία χωρίς τα πίβοτ τους, τον εντυπωσιακό διαχωρισμό τους∙ αρέσουν μόνο όταν γλιστρούν με μεγάλα βήματα στη μουσική, πάνω σε εξιταρισμένα μετατάρσια.


Παραγγέλνουμε μπίρες.


— Θα κάψουν αμάξια σήμερα; λέει.

 

— Αν είσαι τυχερός.


— Δεν μπορούμε να κάψουμε κανένα εμείς; Να βάλουμε ένα μπουρλοτάκι; Είμαι τουρίστας γαμώτο, θέλω να το ζήσω, λέει, και μου φαίνεται χαριτωμένος και φαγώσιμος και εκτός πίστας.


— Είσαι τρελός, λέω με ανακούφιση και φιλιόμαστε πάνω από τις μπίρες.


— Τρελός για σένα. Σε σκέφτομαι συνέχεια, λέει με διεσταλμένες κόρες.


Και μας φαντάζομαι ως ζευγάρι μαέστρος: μισό χρόνο στην Αργεντινή, μισό στην Ελλάδα, να μιλάμε ισπανικά, οι πίστες να ριγούν όταν τσουλάμε πάνω τους στα σόου. Άννα&Πάμπλο @Μπούνταπεστ, @Σμύρνη, @Λέσβος − θα ξεκινούσαμε από μικρά φεστιβάλ. Η μήπως Αννίτα&Πάμπλο; Τα παιδιά μας θα είχαν το σαγόνι του.


Κοιτιόμαστε δίχως τέλος. Προσέχω ότι και το ανφάς του είναι καλό. Στον χορό έβλεπα το προφίλ του.


— Εσύ εσύ εσύ, λέει.


— Εσύ.


— Θέλω να σε φάω. Γιατί αντιστέκεσαι; Το σώμα σου με θέλει, λέει στα ισπανικά και τι να απαντήσω;

 

***

Βρίσκομαι χαράματα σ' ένα airbnb στο Κολωνάκι που μοιράζεται με άλλους δύο.

 

Φιλιόμαστε για κάνα λεπτό.


Ο πάγκος της τουαλέτας είναι πνιγμένος στα καλλυντικά της χορεύτριας, μπαίνω στον πειρασμό να δοκιμάσω αρώματα και κραγιόν άλλου ημισφαιρίου, αλλά περιορίζομαι να πλυθώ στη μπανιέρα με σαμπουάν, χωρίς να ξεπλυθώ διότι φοβάμαι μη σκάσουν ξαφνικά οι συγκάτοικοι. Αν κάποιος αποφάσιζε να με γλείψει, θα άκουγε το σαμπουάν.


Το αποφασίζει, και αποδίδω την έλλειψη ενθουσιασμού στη χημική γεύση. Αυτή η γενιά έχει υπόψη ότι η κλειτορίδα είναι σημαντική – πού βρίσκεται όμως;


Το κινητό του παίζει το «Χαβάνα ου-να-νά» στο ριπίτ. Μ' αυτό το κομμάτι μπορείς να φιληθείς, να μαγειρέψεις, να πιστέψεις ότι είσαι ερωτευμένος.


Βγάζει ένα κουτί προφυλακτικά από τη βαλίτσα − έχουν μείνει δύο. Πλησιάζει το πουλί του στο στόμα μου, γλείφω, πιάνω και τα ρέστα, παίζουμε όλοι τους ρόλους μας. Μπαίνει φορτσάτος, κομπρεσερικός, ο κορμός του είναι μακριά από το σώμα μου, με έχει ξαπλώσει στο κρεβάτι, ο ίδιος γονατίζει στο πάτωμα, αγγίζονται μόνο τα όργανά μας∙ τα άνω τσάκρα μας, που στον χορό ήταν κολλημένα, είναι μακριά, σπρώχνει αγρίως ελπίζοντας να μην προσέξω τη μισή του στύση.

 

Βγάζει ένα κουτί προφυλακτικά από τη βαλίτσα − έχουν μείνει δύο. Πλησιάζει το πουλί του στο στόμα μου, γλείφω, πιάνω και τα ρέστα, παίζουμε όλοι τους ρόλους μας. Μπαίνει φορτσάτος, κομπρεσερικός, ο κορμός του είναι μακριά από το σώμα μου, με έχει ξαπλώσει στο κρεβάτι, ο ίδιος γονατίζει στο πάτωμα, αγγίζονται μόνο τα όργανά μας∙ τα άνω τσάκρα μας, που στον χορό ήταν κολλημένα, είναι μακριά, σπρώχνει αγρίως ελπίζοντας να μην προσέξω τη μισή του στύση.


Το στενό κρεβάτι σπάει από κάτω μας με ένα κρατς. Αρπάζει το στρώμα και το πετάει στο πάτωμα (σαν αφράτη φέτα τοστ), πετάει κι εμένα επάνω (το τυρί), και συνεχίζει. Χύνει αμέσως.


— Εσύ φταις, όλα αυτά τα μακριά φιλιά, λέει πάνω στα συντρίμμια του κρεβατιού.


Πούν' τα; Το κονέξιον πέθανε. Ήταν το πιο ψυχρό και σύντομο σεξ − η πρώτη φορά είναι πάντα παράξενη όμως.


Ανοίγει τα παντζούρια, ψάχνει τα προφυλακτικά.


— Μην ανησυχείς, έχω κι άλλο κουτί, λέει, και τον φαντάζομαι να το λέει αυτό σε διάφορες πόλεις.


Τον φαντάζομαι στο Βερολίνο, στο Λονδίνο, στο Σικάγο, να λέει «είσαι Φεράρι», να βγάζει προφυλακτικά από τη βαλίτσα, να λέει «έχω κι άλλα», να βάζει το «Χαβάνα ου-να-νά» στο κινητό, να χύνει γρήγορα γρήγορα, να λέει «μην ανησυχείς», να δυναμώνει το «Χαβάνα ου-να-νά», να ανοίγει τα παντζούρια.


— Θέλεις μασάζ; λέει υπακούοντας σε κάποιο υπερατλαντικό σαβουάρ σεξ ή επειδή αντιλαμβάνεται την αμηχανία μου.


Θέλω. Μου τρίβει γρήγορα και δυνατά αυχένα, μέση και πόδια, είναι η καλύτερη κρεβατική στιγμή, αλλά κρατάει λίγο.


Ξεκινάμε πάλι. Αυτήν τη φορά θα συγκεντρωθώ, θα γουστάρω. Με το φωτάκι αναμμένο και τα παντζούρια ανοιχτά, διακρίνω απέναντι τον ογκώδη γείτονα που μας παίρνει μάτι. Του ζητάω να τα κλείσει, αλλά δεν το κάνει. Ξενερώνω. Σφυροκοπάει τη μήτρα μου μετρονομικά, στον ρυθμό, ρομποτικά συντονισμένος, πατάει σε κάθε νότα του «Χαβάνα ου-να-νά», κλείνω τα μάτια, σκέφτομαι το χέρι του, μπας και συντονιστώ με αυτόν το δονητή ύψους ένα ογδόντα πέντε.


Παίρνει μια περίεργη στάση από πάνω μου, στραβολαιμιάζει, γέρνει το κεφάλι του στ' αριστερά και στο πλάι, τι συμβαίνει; Προτείνω ν' αλλάξουμε στάση. Πλέον κοιτάζει ίσια προς την μπαλκονόπορτα: για να δει, όπως έκανε στον χορό, αν τον κοιτάζουν. Στρέφεται προς τους θεατές σαν ηλιοτρόπιο στον ήλιο. Οι κοιλιακοί του γυαλίζουν στο φως του λαμπατέρ, στο πλάνο του γείτονα διαπρέπει. Αυτό του λείπει, ένα λάιβ δίπλα στις φωτογραφίες από την Ινδία. «Ο Πάμπλο Τόρες αναμεταδίδει ζωντανά». Είναι πάλι σαν ταινία: όχι του Ντίσνεϊ αυτήν τη φορά. Ακούμε μόνο το «Χαβάνα», όχι τις ανάσες, όχι τον χτύπο της καρδιάς του άλλου, ο Πάμπλο δεν έχει χτύπο − δεν έχει καρδιά;


— Πονάω, είναι μεγάλο, λέω, αν και βασικά έχω ψυχρανθεί.


— Σσσ, λέει επειδή του χαλάω τη φαντασίωση.


Ρολάν Μπαρτ, αποκωδικοποίησέ μας.


Στην τριακοστή επανάληψη του τραγουδιού οι συλλαβές χορεύουν. Ακούω πια κάτι σαν «είσαι χαϊβάνα βρε χαϊβάνα μάνα-να». Βλέπω τον Λούκι Λουκ στην πεδιάδα, στο άλογο, να απομακρύνεται με ένα πούρο Χαβάνας στο στόμα.


Αυτήν τη φορά είναι σκληρός και διαρκεί, αλλά ελπίζω να τελειώσει. Όταν το κάνει, τον αγκαλιάζω αντανακλαστικά κι αποκοιμιέται αμέσως. Όταν ανοίγω το φως το δωμάτιο είναι ανάστα, ένα σανίδι έχει μπει μέσα στο σουτιέν, κάτω από μια στοίβα καλτσομπλούζες. Θα φύγω, δεν διαφωνεί, έρχεται μέχρι την είσοδο, φιλιόμαστε για ένα δευτερόλεπτο.

 

Προσπερνάω ανοιχτά τζάμια, ογκώδεις γείτονες που με είδαν γυμνή, κάποιο παντζούρι που κλείνει, μπαίνω στο γκρίζο χάραμα, στο γκρίζο αμάξι μου, όλα γκρι. Τα πλάνα των τελευταίων ημερών παραήταν φωτογενή. Πάω από της Χρύσας που μένει εκεί κοντά, την ξυπνάω.


— Γούσταρες ένα εικόνισμα, λέει. Του είχες ανάψει και κεράκια.


Της διηγούμαι τα φιλιά στο κεφάλι.


— Αυτό το μέτωπο το χιλιοφιλημένο, λέει και σκάει στα γέλια.


Της τον δείχνω στο φέισμπουκ, το δυνατό του σαγόνι.


— Αυτό εδώ είναι προγναθισμός, υπολειπόμενο χαρακτηριστικό από την πρωτόγονη εποχή, δεν βλέπεται ο τύπος. Κοίτα, οι Αργεντίνοι είναι στη στιγμή, μαγεύονται, πηδάν και τέλος. Είναι φιλοσοφία ζωής μισής Ηπείρου αυτό, λέει.


«Είμαστε όλοι Αργεντίνοι»: το φαντάζομαι ψεκασμένο σε τοίχο του κέντρου.


***

Στο μεταξύ, φτάνει ένα μήνυμα από Κόρντοβα, από μια όμορφη άγνωστη χορεύτρια: «Είμαι μαζί του, είναι δικός μου. Σε παρακαλώ, να σε πάρω τηλέφωνο;».


Ήξερα για ποιον μιλούσε, πώς αγωνιούσε. Της το είπαν όσοι μας έβλεπαν∙ της το είπε το Ίντερνετ∙ το ήξερε πριν συμβεί, αλλά δεν ήθελε να το ξέρει.


Απάντησα, «Μην ανησυχείς». Πρόσθεσα, «Καλά που το είπες».


Δεν έπιασε τον υπαινιγμό: μου έστειλε ένα χαμογελάκι. Ερωτευμένος είναι αυτός που περιμένει, λέει ο Μπαρτ.


Στην Αθήνα ήταν πέντε το πρωί. Στην Αργεντινή είχαν μαύρα μεσάνυχτα.


***


Την άλλη μέρα τον πέτυχα τυχαία σε μια μιλόνγκα. Ήταν ύποπτα λαμπερός, τον χαιρέτησα κι έβαλα τα παπούτσια μου. Δεν ήρθε να με χορέψει.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ