Στεκόμουν δίπλα σε ένα απ’ τα ξεψυχισμένα πεύκα που περιβάλλουν το νοσοκομείο περιμένοντας το ιατρικό πόρισμα. Τα μάτια μου έκλειναν από την κούραση και η διάθεσή μου ήταν χάλια. Ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας της ηλικιωμένης μάνας μου, που βρισκόταν τώρα στο δωμάτιο διπλωμένη στα δύο απ’ τους πόνους, έγινε η αιτία για την εφιαλτική βραδιά που περάσαμε. Και τότε, εκεί, στη μέση του τίποτα, δίπλα στο πάρκινγκ, αντίκρυ από το νοσοκομειακό κυλικείο, αποκομμένος από τις επιταγές της ζωής, αντιμέτωπος με μια επιθετική στρατιά συναισθημάτων που έκαναν τα γόνατά μου αδύναμα, ένιωσα για λίγο καλός. Εννοώ, πραγματικά καλός. Μια αγάπη μεγάλη έριξε τη σκιά της πάνω στην καρδιά μου για όλα όσα βρίσκονταν τριγύρω μου. Για ένα βρομόσκυλο γεμάτο τσίμπλες και τσιμπούρια, για τους δύο άντρες από την επαρχία που έτρωγαν συσκευασμένα σε πλαστικό σάντουιτς σε ένα από τα μεταλλικά τραπεζάκια της καντίνας, για την καθαρίστρια με τα πλατινένια μαλλιά και τα προσθετικά νύχια, για τον γκρινιάρη ταξιτζή που μουρμούριζε επειδή κάποιος πελάτης χτύπησε δυνατά την πόρτα, για τις νοσοκόμες με τα ανατομικά τσόκαρα που μασούσαν τσίκλα. Μια ορδή από μυρμήγκια ανέβαινε τον κορμό του δέντρου. Προχωρούσαν νευρικά, ντοπαρισμένα, ανεξέλεγκτα το ένα πίσω απ’ το άλλο, δίχως κανένα να δείχνει κουρασμένο, έτοιμο να καταρρεύσει, άρρωστο. Κανένα τους δεν μπήκε ποτέ σε κλινική, δεν του φόρεσαν στον καρπό εκείνη την πλαστική πεταλούδα που είχαν φορέσει στη μάνα μου, που στις απολήξεις της συνδεόταν με ορούς και σωληνάκια. Γιατί τα μυρμήγκια ποτέ δεν παθαίνουν εγκεφαλικό, λευχαιμία ή καρδιακή προσβολή, όπως οι καινούργιες φιλενάδες της μάνας μου στα διπλανά κρεβάτια, με στόματα δίχως μασέλες-ορθάνοιχτα, με τα γκρίζα μαλλιά τους ανάκατα, με δέρμα κίτρινο και θολά μάτια, με χέρια ζαρωμένα, δίχως καδένες, ρολόγια και δαχτυλίδια, δίχως γαλλικό μανικιούρ, χρωματιστά μανό, με παλάμες ξερές, γεμάτες στίγματα και με τις γραμμές της μοίρας λες χαραγμένες από μαχαίρια. Γυναίκες με σύνταξη του ΙΚΑ, με ένσημα από δημόσιες υπηρεσίες και εργοστάσια, με ζωές μονότονες, δίχως διακοπές σε εξωτικά θέρετρα, με παιδιά, γαμπρούς νύφες και εγγόνια που δεν έχουν καιρό να έρθουν να τις δουν γιατί έχουν αγγλικά και φροντιστήρια. Γυναίκες μόνες, με άντρες που έφυγαν από χρόνια, με τις μορφές των γονιών τους σχεδόν ξεχασμένες, με μια νεότητα που πίσω της δεν άφησε τίποτα. Είναι η τρίτη ηλικία. Τέταρτη δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει πρώτη ή δεύτερη, πια. 

 

Το κυλικείο είχε αδειάσει. Μερικά περιστέρια ανεβοκατέβαζαν τα ράμφη τους πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα ψίχουλα των δύο αντρών από την επαρχία, οι οποίοι αφού κάπνισαν ένα τσιγάρο απομακρύνθηκαν. Είχε πέσει λίγη ψύχρα* ανατρίχιασα. Κατευθύνθηκα προς τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου. Πήρα το ασανσέρ και ανέβηκα στο δωμάτιο της μάνας μου. Κοιμόταν. Οι πόνοι, αφού την εξάντλησαν, την πέταξαν σε έναν ύπνο δίχως όνειρα. Κάθισα δίπλα της αθόρυβα, όπως καθόταν κι εκείνη πλάι μου όταν ήμουν μωρό και αρρώσταινα. «Τώρα είσαι εσύ το μωρό», σκέφτηκα, και ευχαρίστως θα της έλεγα τώρα εγώ παραμύθια. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια της, που ήταν σβησμένα από την αρρώστια και την ταλαιπωρία. «Έφαγες τίποτα;» με ρώτησε ξεψυχισμένα. «Να τρως, έχεις τόσα τρεχάματα... Φύγε, φύγε τώρα. Άντε να ξεκουραστείς, μην ανησυχείς για μένα...».

 

―Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Έχω Μόνο Εσένα" - εκδόσεις Μελάνι. Αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.