Η σύγχρονη λατρεία για τα

 

Ερείπια

 

 

 "Τα ερείπια είναι ένα σύγχρονο μοτίβο. Αν ποτέ αυτό που η εποχή μας πάρει μαζί της σαν σχέση με την ιστορία επιτρέψει ένα είδος Zeitgeist, τα ερείπια θα είναι μία από τις εικόνες της. Για την ακρίβεια, η κατεστραμμένη, η εγκαταλελειμμένη πόλη. Από το τουριστικό αντικείμενο στα videogames, από τον  κινηματογράφο της μετα-Αποκάλυψης στα διάφορα φωτογραφικά έργα, η ρημαγμένη πόλη μαγνητίζει τις εικόνες μας, σαν μία σάρκα".

Diane Scott

 

 

 

Φωτ. Σπύρος Στάβερης
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 


Diane Scott: "Τα ερείπια έχουν ιδεολογικό ρόλο: να αποδιώχνουν ένα παρελθόν, μια κοινωνική πραγματικότητα".

 

Συνέντευξη της Diane Scott στην Paloma Soria Brown

Libération, 31.07.2019

 

 *


Οι εικόνες του καμμένου σκελετού της Νοτρ Νταμ που μας μαγνητίζουν αποκαλύπτουν την "επιθυμία μας για το ερείπιο". Η δοκιμιογράφος Diane Scott υπογραμμίζει μια αυξανόμενη αποσύνδεση ανάμεσα στα ερείπια και την ιστορία. Όπως το μαρτυρούν οι καλογυαλισμένες, εστετίστικες εκείνες φωτογραφίες του Ντιτρόιτ, της ερειπωμένης αυτής πόλης, απ' όπου οι κάτοικοι έχουν σκόπιμα αφαιρεθεί.

 

Μετά τη συλλογική έκσταση που προκάλεσαν οι φωτογραφίες που τίμησαν την υπέροχη Παναγία των Παρισίων,τόσο ψηλή, τόσο παρθένα κάτω από τις φλόγες τον Απρίλιο, ακολούθησε το Μάιο το ρίγος του γλυμμένου ανθρακίτη που πλημμύρισε τα πλάνα του Chernobyl (HBO, 2019), της επιτυχημένης σειράς που διηγείται την πυρηνική καταστροφή που συνέβη στην Ουκρανία το 1986. Μπροστά στις εικόνες ερειπίων που κατακλύζουν τη σύγχρονη κουλτούρα εδώ και είκοσι χρόνια, παθαίνουμε κάτι σαν ίλιγγο, παρατηρεί η Diane Scott, κριτικός θεάτρου και συγγραφέας του δοκιμίου Ερείπια. Εφεύρεση ενός κριτικού αντικειμένου (εκδ. Amsterdam, Μάιος). Αυτές οι εικόνες μας προκαλούν μια παράξενη γοητεία, σχεδόν λιμπιντική, ενώ θα έπρεπε συχνά, αν όχι να μας παγώνουν το αίμα, τουλάχιστον να μας παρακινούν σε έναν αναστοχασμό της ιστορία μας.

 

Η Diane Scott, η οποία είναι και αρχισυντάκτης του περιοδικού Revue incise του Théâtre de Gennevilliers, ξεκίνησε από μια παράξενη ερώτηση: "Τι σημαίνει αυτή η επιθυμία για τα ερείπια;" Η κληρονόμος της Σχολής της Φρανκφούρτης και του αμερικανού κριτικού Fredric Jameson πηγαίνει πέρα από την κυριολεκτική ερμηνεία της λέξης "ερείπιο" που δεν χαρακτηρίζει πλέον μόνο το κατεστραμμένο κτίριο, αλλά και το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο που μετατράπηκε σε ναό της ηλεκτρονικής μουσικής, την εργατική συνοικία που αντικαταστάθηκε από ένα ψευτο-vintage εναλλακτικό κουλτουριάρικο χώρο ή και το κινηματογραφικό έπος που επαναλαμβάνεται σχεδόν στο άπειρο. Η σημερινή διάδοση του μοτίβου του ερειπίου αποκαλύπτει την έλευση ενός νέου σταδίου της κουλτούρας, το οποίο η Diane Scott χαρακτηρίζει ως "κορεσμένο", όπου η μεγάλη πληθώρα πολιτιστικών παραγωγών εμποδίζει κάθε αποστασιοποίηση και θολώνει την έννοια των έργων.

 

*

 
Τι σας φέρνουν στο νου τα ερείπια της Παναγίας των Παρισίων μετά την πυρκαγιά του Απριλίου;

 

Για να σας απαντήσω, πρέπει πρώτα να διαχωρίσουμε δύο επίπεδα ανάγνωσης: τα ερείπια και οι αναπαραστάσεις των ερειπίων. Από τη μία πλευρά, έχουμε την πυρκαγιά της Παναγίας των Παρισίων και, από την άλλη, τις εικόνες με τις φλόγες, καθώς και τα ερείπια του καθεδρικού ναού. Για μένα, αυτή η πυρκαγιά εκφράζει την ύπαρξη ενός ορισμένου λόγου σύμφωνα με τον οποίο θα δώσουμε ή όχι σε ένα κτίριο τον χαρακτηρισμό του ερειπίου. Ορισμένα σχολεία στην Seine-Saint-Denis, εκεί όπου κάποιο τμήμα της πολιτικής τάξης μιλάει για "χαμένα εδάφη της Δημοκρατίας", είναι υποβαθμισμένα κτίρια που βρίσκονται, στην πραγματικότητα, σε περιοχές που εγκαταλείφθηκαν από το κράτος. Μπορούμε να δούμε και σ' αυτά ερείπια, αλλά δεν το κάνουμε. Γιατί; Επειδή υπάρχει ένα ορισμένο standing του ερειπίου. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο ανάλυσης.

 
Τι γίνεται με το δεύτερο επίπεδο, με τις εικόνες της κατεστραμμένης Παναγίας των Παρισίων;

 

Προκύπτει εδώ ένα déjà-vu. Η φλεγόμενη Νοτρ Νταμ είναι μια χιλιοστή εικόνα του τέλους του κόσμου. Έχει ήδη καεί εκατό φορές στις ταινίες καταστροφής και στον  κινηματογράφο της μετα-Αποκάλυψης των τελευταίων δεκαετιών, κι αν δεν είναι αυτή, είναι οι αδελφές της. Οι ταινίες Αρμαγεδών (1998) και Η Ημέρα της Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή (2016) αναπαριστούν έναν διαλυμένο Πύργο του Άιφελ, οι ταινίες με ζόμπι δείχνουν όλες άδεια, κατεστραμμένα κέντρα πόλεων... Στην πραγματικότητα, από την εμφάνιση στη δεκαετία του '90 μιας έλξης για τα σύγχρονα ερείπια, δεν έχουμε πάψει να γοητευόμαστε απ' αυτά. 'Εχουν γίνει αντικείμενο συλλογικής λατρείας. Το αποδεικνύει και το έργο των εξερευνητών των πόλεων, το πάθος μας για τα βιομηχανικά έπιπλα και η επιτυχία της νέας σειράς Chernobyl στο κανάλι HBO (2019), που εξιστορεί την πυρηνική αυτή καταστροφή. Υπάρχει επίσης το ιαπωνικό νησί φάντασμα Hashima, γνωστό από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εκεί κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο εμφανίζεται σε ένα από τα τελευταία James Bond, στο Skyfall, ή και το φωτογραφικό βιβλίο The Ruins of Detroit των Yves Marchand και Romain Meffre (Steidl, 2010). Τα ερείπια είναι παντού και αγγίζουν τους πάντες. Υπερβαίνουν τις τάξεις.

 

 

Φωτ. Σπύρος Στάβερης
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 


Ποιο είναι το νόημα αυτής της υπερπληθώρας πολιτιστικών προϊόντων αφιερωμένων στην αποσύνθεση;

 

Επιβεβαιώνει τη διάγνωση του μεταμοντερνισμού, όπως την συνέλαβε ο Fredric Jameson, η δεσπόζουσα αυτή φιγούρα της κριτικής θεωρίας και του μαρξισμού. Στη δεκαετία του '90, κάνει την εξής διαπίστωση: ο πολιτισμός είναι αυτό που καταναλώνουμε. Και ο πολιτιστικός καπιταλισμός έχει φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο διαστολής ώστε όλα να του ανήκουν. Δεν υπάρχει πλέον περιθώριο. Έγραψα αυτό το βιβλίο για να προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση: "Πού βρισκόμαστε σήμερα σε σχέση με τα συμπεράσματα του Jameson;" Και αυτή η σκέψη με οδήγησε στο να αναπτύξω τη θεωρία ότι δεν ισχύει μόνο ότι ο πολιτισμός είναι ένα όλον, όπως πίστευε, αλλά ότι έχει γίνει και το ίδιο το αντικείμενό του. Ονομάζω το φαινόμενο αυτό "κορεσμένη κουλτούρα". Αν η Νοτρ Νταν ως ερειπωμένο μνημείο διαφέρει από τις παραστάσεις της ερειπωμένης Νοτρ Νταμ, τα δύο αυτά όχι μόνο συνυπάρχουν, γίνονται και αδιάσπαστα. Αυτή η υπερτροφία του πολιτισμού για την οποία μιλούσε ο Jameson προκάλεσε μια μορφή αυτοφαγίας. Ή πάλι, για να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του Ντιτρόιτ, δεν κοιτάμε την ίδια την πόλη, την αντιλαμβανόμαστε όπως την σκηνοθετεί ο κινηματογράφος ή η φωτογραφία. Ωστόσο, στο βιβλίο The Ruins of Detroit, οι τόποι παρουσιάζονται εσκεμμένα χωρίς τον πληθυσμό τους, γεγονός που επιτρέπει την αισθητικοποίησή τους. Είναι η προϋπόθεση για υπερ-φωτογενή, υπερ-λαμπερά, πολύ γλυμμένα, πολύ ωραία ερείπια που καταναλώνουμε συλλογικά και που ανταποκρίνονται στην ιδέα μας για την ομορφιά.

 

Τι κρύβει η αισθητική αυτή των τεχνητών ερειπίων;

 
Το ψεύτικο αυτό αισθητικό κενό αποκρύπτει μία κοινωνική πραγματικότητα. Στο Ντιτρόιτ, έχουμε την εγκατάλειψη του κράτους, τη δυστυχία, τη βία, τις φυλετικές ταραχές της δεκαετίας του '60. Με λίγα λόγια, τα ερείπια κρύβουν την παραγκούπολη. Σήμερα, στο κέντρο της αμερικανικής πόλης, η παιδική θνησιμότητα είναι στο ίδιο επίπεδο με εκείνη της Σρι Λάνκα. Όμως αυτό, φυσικά, δεν φαίνεται πουθενά στις φωτογραφίες των Yves Marchand και Romain Meffre, καθώς στο βιβλίο τους οι κάτοικοι απουσιάζουν από την πόλη τους. Έτσι, τα ερείπια, ως "fake" αντικείμενο, έχουν μία κύρια ιδεολογική λειτουργία: να αποδιώχνουν ένα παρελθόν που δημιούργησε μια κοινωνική πραγματικότητα για την οποία νίπτουμε τα χείρας μας. Μία ανάλογη λογική συναντάται και στο vintage που αρέσει τόσο στους hipsters. Το μικρό εργαστήριο στο κέντρο της πόλης που μετατράπηκε με fake τρόπο σε ένα vintage καφέ έρχεται να διεγείρει μια διφορούμενη νοσταλγία, η οποία δεν εκφράζει τόσο το όραμα της εργατικής αλληλεγγύης όσο την επιθυμία για την εξαφάνισή της.

 

 

Το "Κοινό Σπίτι" με το "Συνεταιριστικό καφενείο", στο 49, rue de Bretagne (Paris 3e), τόπος συνάντησης συνδικαλιστών, αναρχικών και σοσιαλιστών στις αρχές του 20ου αι.
Το "Κοινό Σπίτι" με το "Συνεταιριστικό καφενείο", στο 49, rue de Bretagne (Paris 3e), τόπος συνάντησης συνδικαλιστών, αναρχικών και σοσιαλιστών στις αρχές του 20ου αι.

 


Οι εικόνες των ερειπίων είχαν πάντα μέσα στα χρόνια την ίδια έννοια;

 

Τα ερείπια έχουν αλλάξει αρκετές φορές σημασία και δεν έχουν πάντα συσχετιστεί με την ιστορία, επειδή η ίδια η ιστορία δεν ήταν πάντα όπως τη θεωρούμε σήμερα. Τα αρχαία ερείπια, τα οποία η Αναγέννηση, κι έπειτα ο 18ος αιώνας κατέδειξαν, παραπέμπουν σε ένα ιδανικό παρελθόν, σύμβολο πολιτικής και καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης. Γίνονται ένα αισθητικό μοτίβο το οποίο, διαμέσου των αιώνων, εξαλείφει τον Μεσαίωνα. Η κατηγορία αυτή των ερειπίων είναι ευγενής: παλάτια, πολυτελείς τάφοι, δημόσια μνημεία, μας υπενθυμίζει η Εγκυκλοπαίδεια του 1765. Τα σύγχρονα ερείπια, που έγιναν αγαπημένο αντικείμενο στη δεκαετία του '90, είναι το ακριβώς αντίθετο. 'Οχι μόνο πρόκειται για συνηθισμένους τόπους, αλλά είναι γεμάτα από καθημερινά αντικείμενα. 'Αλλη μια διαφορά όσον αφορά τις εικόνες των αρχαίων ερειπίων: όταν ο ιστορικός της αρχαιότητας Max von Oppenheim φωτογραφίζει ερείπια στη Συρία στον 19ο αι., μπορεί ακόμη να νιώσει την εποχή του μέσα από την ιστορική απόσταση ανάμεσα σ' αυτόν και τα ερείπια. Αυτό δεν είναι εφικτό με τα σύγχρονα ερείπια, διότι παραπέμπουν στα ακαθόριστα όρια μιας εποχής ακόμη κοντινής, από την οποία δεν έχουμε εξάγει ακόμη γνώση.

 

Αυτό σημαίνει ότι τα ερείπια έχουν μια ειδική σχέση με την ιστορία;

 

Πράγματι, δεν έχουν να κάνουν πλέον με το χρόνο. Αυθόρμητα, όταν αρχίζουμε να το σκεφτόμαστε, πιστεύουμε ότι μας επιτρέπουν να στοχαστούμε την ιστορία. Στην πραγματικότητα, τα ερείπια αποκαλύπτουν ένα κενό ιστορικότητας που μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους. Ανέφερα το Skyfall και το νησί Hashima. Όχι μόνο το αναδημιούργησαν σε στούντιο, αλλά πρόσθεσαν και ένα κατεστραμμένο σοβιετικό άγαλμα που δεν υπάρχει. Βέβαια, η ταινία αποτελεί μέρος ενός διαχρονικού έπους, στο οποίο ο James Bond επιβεβαιώνει τη δύναμή του ως αρσενικό που ναι μεν γερνάει αλλά παραμένει αδάμαστος. Η ταινία παίρνει τη μορφή ενός ανδρικού φαντασιακού μιας Δύσης που παρακμάζει, που ονειρεύεται να αποκαταστήσει την ισχύ της. Για μένα αυτό εγείρει το ζήτημα της νοσταλγίας ως αντιδραστικής συναισθηματικής παρόρμησης. Όσο για τη σειρά Chernobyl, οι εικόνες αυτές θα έπρεπε να μας κάνουν να παγώνουμε  από τρόμο. Αλλά τις κοιτάμε με ένα τρελό πάθος που μας εμποδίζει να έχουμε πρόσβαση στην πολιτική γνώση που είναι αναγκαία για να μας εκτρέψει με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή να μας κάνει να αλλάξουμε δρόμο. Αυτές οι δύο πολιτιστικές παραγωγές δείχνουν ότι το πάθος μας με την ιστορία συμβαδίζει με μια απουσία σκέψης πάνω σ' αυτήν, με μια εξάλειψη των δικών μας ιστορικών δυνατοτήτων.

Paloma Soria Brown 

 

Μτφ.Σ.Σ.

 

Φωτ. Σπύρος Στάβερης
Φωτ. Σπύρος Στάβερης