Περιμένοντας το delivery

 

Μία παρέα -ravers- στο περιοδικό 01 (1995) και ένα βιβλίο

 

 

Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

 

 

 

 

Πακέτα

 

'Ενα κεφάλαιο από το βιβλίο της Αγγελικής Σπανού: Απαρατήρητοι

Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2019.

 

*

 

[...] Μου έχει συμβεί να με υποδεχτεί γυναίκα ημίγυμνη, ζευγάρι που πλακώνεται την ώρα που το παιδί τους ανοίγει την πόρτα, γιαγιά να με καλέσει μέσα για να φάμε παρέα, παππούς να μου δώσει δώρο για τις γιορτές, αλλά ποτέ δεν αντιδρώ, ούτε ανταποκρίνομαι, είτε έτσι είτε αλλιώς, γιατί πάντα βιάζομαι. 'Εχω κιόλας στο μυαλό μου την επόμενη παραγγελία και το επόμενο πουρμπουάρ.

 

[...]  Τα καμάρια σας γουστάρουν να παραγγέλνουν, γιατί νομίζουν πως κάνουν κουμάντο μόνα τους. Αν τους πεις κάτι παραπάνω από αυτό που γράφει η απόδειξη χαμπάρι δεν θα πάρουν, αλλά μπορεί μετά να το τσεκάρουν οι μπαμπάδες και οι μαμάδες. Είναι εύκολο να μη δώσεις ακριβώς τα ρέστα, να φας κανά εικοσάλεπτο. Εγώ δεν το κάνω, γιατί έτσι και την πατήσεις μια φορά, μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου. Αλλά μου έχει περάσει από το μυαλό. Γενικά τα πιτσιρίκια είναι μες τη σαχλαμάρα. Μια φορά κάτι μικρές μου ζήτησαν να βγάλουμε selfie, έκαναν, λέει, ένα story και με χρειάζονταν. Δεν κατάλαβα και πολλά, αλλά είχε την πλάκα του. 'Ηταν η πρώτη μου selfie, όμως καμία σχέση δεν έχω εγώ μ' αυτά.

Είναι ένα αγόρι, γύρω στα δεκάξι, που παραγγέλνει σχεδόν κάθε μέρα. Μένει σ' ένα χλιδάτο διαμέρισμα στη Γλυφάδα και δεν έχει τύχει ποτέ να δω μέσα κάποιον άλλο· σαν να μένει μόνος του, αλλά τότε ποιός του δίνει τα λεφτά; Του στέλνουν τσεκ;

 

[...]  Το πιο κουραστικό είναι η επανάληψη. Η κούρσα, το πρόχειρο παρκάρισμα, η παράδοση του πακέτου, η επιστροφή, η παραλαβή της νέας παραγγελίας και μετά η επόμενη κούρσα. Στο μεταξύ δεν σκέφτομαι τίποτα. 'Οταν είσαι συνέχεια σε κίνηση, το μυαλό κολλάει, σαν να αδειάζει, σαν να μην συμβαίνει τίποτα μες το κεφάλι σου, μόνο κενό, μια μεγάλη τρύπα. Ούτε που θυμάμαι, όταν πια τελειώσω, πόσες διαδρομές έχω κάνει, πόσα κουδούνια έχω χτυπήσει και πόσα πακέτα έχω μεταφέρει.

 

[...]  Σε μια πολυκατοικία που πηγαίνω συχνά, μένει μια πολύ συμπαθητική ηλικιωμένη κυρία που παραγγέλνει κάθε Σάββατο βράδυ γύρο κοτόπουλο και τα σχετικά. Την έχω προσέξει γιατί φοράει πάντα μια μεγάλη καρφίτσα στο φουλάρι της, πολύ προσεγμένη, σαν να πρόκειται να βγει έξω. Στον αποπάνω όροφο μένει ένας ηλικιωμένος κύριος, επίσης πολύ συμπαθητικός, που παραγγέλνει κι αυτός, Σάββατο βράδυ, γύρο χοιρινό μερίδα. Είναι κι αυτός καλοντυμένος, φρεσκοξυρισμένος, κι ακούγεται από μέσα μουσική, σαν να περιμένει κόσμο. 'Ετσι μου 'ρχεται να τους πω ότι "στον άλλον όροφο υπάρχει κάποιος για σένα".

 

[...]  Η Λένα φτιάχνει πακέτα, δηλαδή τυλίγει σουβλάκια και τα σχετικά. Δύσκολη δουλειά, μέσα στην τσίκνα. Δεν ήταν εύκολο να της πιάσω κουβέντα γιατί πόσο μπαίνω μέσα νομίζεις, λίγα λεπτά, κι αυτή είναι απασχολημένη. Μια φορά όμως μου 'κοψε και την περίμενα να τελειώσει. 'Εφευγε λίγο πιο αργά από μένα, στήθηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο και μόλις ξεμύτισε της πρότεινα να την πάω σπίτι. Μένει εδώ κοντά, γι' αυτό έπιασε αυτή τη δουλειά, για να πηγαίνει με τα πόδια. Παντρεμένη-χωρισμένη με δύο μικρά παιδιά (δεν μου πάει αυτό), με πολύ ωραίο χαμόγελο και μεγάλα μάτια (αυτό μου πάει πάρα πολύ). Μου θυμίζει λευκό ψωμάκι, ζεστό και μαλακό, έχει στρογγυλάδες στα μάγουλα, στα μπούτια, στο στήθος. 'Οταν την πλησιάζω είναι σαν να μυρίζω ζυμάρι (με τρέλαινε αυτή η μυρωδιά από μικρό, όταν ζύμωνε η μάνα μου και το άφηνε τη νύχτα να φουσκώσει). Της άρεσε που την πήγα σπίτι και μου το έδειξε, οπότε το ξανάκανα κάμποσες φορές.