"Δεν λείπουν τα βιβλία αναμνήσεων, οι ταινίες και τα μυθιστορήματα για τα χρόνια στα οποία χιλιάδες, και ίσως δεκάδες χιλιάδες νεαρών Ιταλών αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα εναντίον ενός συστήματος που θεωρούσαν αφόρητο, ενώ άλλες δεκάδες χιλιάδες, και ίσως εκατοντάδες χιλιάδες, εκδήλωσαν την αντίθεσή τους δίχως να φτάσουν σε τόσο ριζοσπαστικές επιλογές. Ωστόσο, σε όλη την εν αφθονία παραγωγή πάνω σε αυτό το ζήτημα, σχεδόν πάντοτε απουσιάζει η υπαρξιακή πλευρά, τώρα πια τραγική αλλά τότε εορταστική, για να μην πούμε οργιαστική, εκείνης της εμπειρίας. Σαν αποτέλεσμα έχουμε ένα πορτρέτο βαμμένο με έναν ομοιόμορφο γκρίζο και συχνά σκοτεινό χρώμα μιας πραγματικότητας δίχως άλλο δραματικής, αλλά πάντως ποικιλόμορφης και ζωντανής, αν και δυσνόητης για τους έξω.

 

Προσωπικά, έχοντας κάνει διαφορετικές επιλογές από εκείνες του Τσέζαρε Μπατίστι, έζησα, ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του '70 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, σε κόσμους παρόμιους με τον δικό του. Θυμάμαι πολύ καλά πως στα μπαρ της πλατείας Βέρντι, μπολωνιέζικου οχυρού εκείνου που απλώς ορίστηκε σαν το "Κίνημα", εναλάσσονταν ατέλειωτες συζητήσεις για τον ένοπλο αγώνα, την καταγωγή του κόσμου, το θέατρο ή τον κινηματογράφο· πως για πολλούς από μας εκείνη η εποχή, ιδωμένη από τα έξω σαν ένα είδος κόλασης, συνέπεσε με τους πρώτους έρωτες και τις πρώτες, συγκεχυμένες, σεξουαλικές εμπειρίες· πως υπέβοσκε ένας συγκεκριμένος τύπος ειρωνείας, βασισμένης στο παράδοξο, που στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς παραγωγούς. 'Οταν όποιος το '77 ήταν χριστιανοδημοκράτης ή φασίστας διεκδικεί μια διαδρομή ανάλογη με εκείνη του Κινήματος μου' ρχεται να βάλω τα γέλια, αφού η δική του παιγνιώδης εμπειρία δεν μπορεί να συγκριθεί με τη δική μας.

 

Ο Τσέζαρε Μπατίστι, για πρώτη φορά, τα ανακαλεί όλα αυτά σ' ένα μυθιστόρημα που δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια αυτοβιογραφία, αλλά που δίχως άλλο έχει τη γλυκόπικρη γεύση της αλήθειας. (...)

 

Είναι πολύ δύσκολο να επαναφέρουμε την ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων στην Ιταλία και να καταλάβουμε γιατί η υπόθεση του ένοπλου αγώνα κατέληξε να κατακτήσει τόσους έφηβους. 'Ενα ασφυκτικό πολιτιστικό πλαίσιο, στο οποίο οι οδοί διαφυγής κυριαρχούνταν ολοκληρωτικά από το αμερικανικό μοντέλο· μια πολιτική τάξη ανυπόληπτη όσο λίγες και προορισμένη, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, να καταρρεύσει κάτω από το βάρος της ίδιας της διαφθοράς της· μια τέλειωτη σειρά ατιμώρητων σφαγών, με σκοπό τη στήριξη του συστήματος και την επίκληση κατασταλτικών λύσεων· ένας έρπων και δόλιος φασισμός διακρινόμενος περισσότερο από κυνισμό παρά από ιδεολογικές θέσεις, περισσότερο από κουφότητα και αντίσταση στις αλλαγές παρά από νοσταλγία.

 

Εναντίον όλων αυτών αναπτύχθηκε, ξεκινώντας από τα μισά της δεκαετίας του '60, μια πραγματική και ουσιαστική λατρεία της ισότητας. (...) Συνέβη ότι, εμφορούμενοι από εξισωτικά ιδανικά, πάμπολλοι νέοι (σίγουρα όχι η πλειοψηφία και μάλιστα ούτε καν μια ολόκληρη γενιά) εξεγέρθηκαν εναντίον του κλουβιού της αθλιότητας στο οποίο ήταν φυλακισμένοι. Δημιούργησαν ποικιλόχρωμους και άγριους σχηματισμούς, στους οποίους ο φοιτητής καλούνταν να συμβιώσει με τον πολιτικοποιημένο μικροκακοποιό, η φεμινίστρια με το νεαρό που μεγάλωσε ανάμεσα στην επισφαλή εργασία και το γυριστήρι στα μπαρ της γειτονιάς. Μια νέα και διεγερτική θεωρία, που θεωρούνταν μαρξιστική αλλά από τον Μαρξ είχε πάρει μόνο τις υποθέσεις από κάποια νεανική η δευτερευούσης σημασίας κείμενα, έδινε πολιτική ταυτότητα σε αυτή τη συνύπαρξη. (...)

 

Valerio Evangelisti, εισαγωγή στο βιβλίο του Cesare Battisti, Ο τελευταίος πυροβολισμός,

Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Αθήνα, 2012.