ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ 22 χρονών, γεννημένο και μεγαλωμένο στην Αθήνα, να συζητάει ως όνειρο ζωής τη μετακόμιση σε ένα μικρό ορεινό χωριό και την ενασχόληση με την κτηνοτροφία.
Ο Χρήστος Τσιαμπόκαλος είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση. Το ονειρεύτηκε, δεν δίστασε να το κάνει πράξη και τώρα, δεκαέξι χρόνια αργότερα, ως πρόεδρος του χωριού μάλιστα, αισθάνεται απόλυτα δικαιωμένος γι' αυτή του την απόφαση.
Ακολουθεί η ιστορία του Χρήστου με τα δικά του λόγια.
«Ονομάζομαι Χρήστος Τσιαμπόκαλος και είμαι 39 ετών. Γεννήθηκα και έζησα στην Αττική και συγκεκριμένα στον Βύρωνα ως τα 23 μου. Ως μαθητής δεν ήμουν και από τους καλύτερους, καθώς πάντα είχα στο μυαλό μου ότι δεν ήθελα να σπουδάσω. Αφότου τελείωσα το Λύκειο ζούσα στην Αθήνα, δούλευα ως πωλητής σε τουριστικό μαγαζί στο Μοναστηράκι αλλά και ως σερβιτόρος σε μεγάλες πίστες της Αθήνας και της παραλιακής.
Όταν ζεις σε μια μικρή κοινωνία, όπως εδώ, απομακρυσμένη αρκετά από μια πόλη, αρχίζουν να σε ενδιαφέρουν τα πάντα, από το προσωπικό και οικογενειακό συμφέρον ως το τι είναι καλύτερο για τον τόπο που ζεις.
Οι γονείς μου και οι δύο γεννήθηκαν σε χωριά του δήμου Αγράφων, στη Βαλαώρα και στο Λιθοχώρι, και σε πολύ μικρή ηλικία έφυγαν από τα χωριά τους για ένα καλύτερο μέλλον. Η αγάπη τους, όμως, για τον τόπο τους και για τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τούς έκανε να επισκέπτονται τον τόπο τους με την πρώτη ευκαιρία. Αυτή η αγάπη μεταδόθηκε και σε μένα και στις δυο αδελφές μου, καθώς όλες μας τις διακοπές τις περνούσαμε εδώ. Πλέον κι αυτές προσπαθούν να έρχονται με τις οικογένειές τους όσο περισσότερο μπορούν, κι έχουν πια έναν λόγο παραπάνω, αφού ζω κι εγώ εδώ μόνιμα.
Η απόφαση να εγκατασταθώ μόνιμα στο χωριό δεν ήρθε ξαφνικά. Οι δεσμοί που ανέπτυξα από μικρή ηλικία από τις διακοπές μου στο χωριό ήταν τόσο δυνατοί που συνέχεια είχα στο μυαλό μου ότι πρέπει να δοκιμάσω να ζήσω εδώ. Ως παιδί, όταν ερχόμουν εδώ με μάγευε η επαφή με τη φύση, με τα κοπάδια ζώων που υπήρχαν εδώ στο χωριό. Έτσι, όταν τελείωσα και το στρατιωτικό μου, λέω "τώρα ή ποτέ". Κατά σύμπτωση, εκείνη την περίοδο είχε βγει μια προκήρυξη μέσω ΟΑΕΔ με σύμβαση για κάποιους μήνες στον τότε δήμο Απεραντίων, νυν Αγράφων, που ζητούσε εργάτες. Έκανα τα χαρτιά μου και με προσέλαβαν. Έτσι, το σπίτι που είχαν φτιάξει οι γονείς μου για εξοχική κατοικία το μετέτρεψα σε μόνιμη κατοικία.
Με το που ήρθα στο χωριό, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βοηθάω τον αδερφό του πατέρα μου, που ήταν συνταξιούχος κτηνοτρόφος, με τα λιγοστά ζώα που είχε κρατήσει για τις ανάγκες του σπιτιού του. Εξάλλου, ως εργάτης δούλευα τέσσερις ώρες μόνο, οπότε είχα όλη την υπόλοιπη μέρα να ασχοληθώ και να εκπαιδευτώ κοντά στον θείο μου για τα ζώα. Όσο ο καιρός περνούσε, το πάθος για τα ζώα μεγάλωνε και έκανα την πρόταση στον θείο μου να τα κρατήσω εγώ. Δέχτηκε με χαρά και μου παραχώρησε και τον στάβλο του. Τα πέντε γίδια έγιναν δέκα, τα δέκα είκοσι και φτάσαμε σήμερα να έχω περίπου 160. Το όνειρο που είχα από μικρός, είχα σχεδόν καταφέρει να το πραγματοποιήσω. Όταν τελείωσε η σύμβαση εργασίας, τα ζώα έγιναν η κυρία ενασχόλησή μου. Κατάφερα να μπω στο πρόγραμμα νέων αγροτών και να φτιάξω μάλιστα τον δικό μου στάβλο.
Στην ηλικία των 22 χρόνων, το να συζητάς με τους φίλους σου από το σχολείο ότι θες να φύγεις από την Αθήνα και να πας να ζήσεις σε ένα μικρό ορεινό χωριό ακουγόταν αστείο, ίσως και ακατόρθωτο. Οι φίλοι μου, γνωρίζοντας τον τρόπο ζωής μου στην Αθήνα, με τα ξενύχτια, τις παρέες και τη διασκέδαση, μου έλεγαν πως δεν θα την πάλευα τον χειμώνα στα βουνά.
Από τον πρώτο χειμώνα στο χωριό, η σχέση που ανέπτυξα με τους υπόλοιπους συνομηλίκους μου ήταν τόσο καλή και αρμονική, ξεπερνούσε και τις καλύτερες παρέες των πόλεων, και κρατάει μέχρι τώρα. Στην ουσία, εγκλιματίστηκα κατευθείαν. Έκανα ό,τι κι αυτοί: το πρωί στα ζώα και στις διάφορες ασχολίες της υπαίθρου, όπως το κόψιμο ξύλων για θέρμανση, και το βράδυ έξω στο καφενείο για επιτραπέζια και παιχνίδια με την τράπουλα, για κρασάκι στην ψησταριά ή στο μπαράκι για ποτό. Μέρα με τη μέρα ανακάλυπτα όλες τις ομορφιές και με γοήτευε περισσότερο η ζωή του χωριού. Μου δόθηκε η ευκαιρία, κάνοντας παρέα με τους ανθρώπους εδώ, να γνωρίσω ακόμα καλύτερα τον τόπο, τη φύση. Στην επαρχία υπάρχει ακόμα η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. Για παράδειγμα, σήμερα χρειάζομαι κάτι εγώ στα ζώα, θα πω σε κάποιους φίλους να έρθουν να με βοηθήσουν, αύριο κάποιος άλλος θα χρειαστεί κάτι στα χωράφια του, θα μου πει να πάω εγώ. Βέβαια, σιγά σιγά έβλεπα ότι υπήρχαν και πολλές ελλείψεις – σε υπηρεσίες, εμπόριο, υγεία κ.λπ. Αλλά όλα αυτά άρχισα κι εγώ να τα αντιμετωπίζω όπως οι άνθρωποι που δεν είχαν φύγει από εδώ ποτέ.
Το χωριό Βαλαώρα του δήμου Αγράφων βρίσκεται στην Π.Ε. Ευρυτανίας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος. Αποτελείται από τρεις συνοικισμούς με περίπου 200 μόνιμους κατοίκους. Ένα μεγάλο μέρος του χωριού βρέχεται από τον Αχελώο που καταλήγει στην τεχνητή λίμνη Κρεμαστών. Κατοικήθηκε από τα αρχαία χρόνια, και αυτό το μαρτυρούν τα τρία ελληνιστικά κάστρα του χωριού. Κατά διαστήματα έχουν γίνει κάποιες κινήσεις από συλλόγους, φορείς και απλούς κατοίκους για την ανάδειξή τους. Το κύριο επάγγελμα των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία – διατηρούν κατά βάση σπάνιες ελληνικές φυλές ζώων, όπως η βραχυκερατική αγελάδα και τα άλογα της Πίνδου, καθώς και ντόπιες φυλές αιγοπροβάτων. Επίσης, υπάρχουν πέντε μαγαζιά, καφενεία, ψησταριά, μίνι μάρκετ, μπαράκι και ένα μικρό τυροκομείο που παράγει αγνή φέτα και τσαλαφούτι από γάλα της περιοχής. Ακόμα, λειτουργεί δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο που μας δίνουν την ελπίδα της συνέχειας και όχι της ερήμωσης.
Κάθε εποχή στο χωριό έχει κάτι το ιδιαίτερο. Το φθινόπωρο, θεωρώ, είναι από τις πιο όμορφες εποχές, η γη έχει πρασινίσει από τα πρωτοβρόχια και τα φύλλα των φυλλοβόλων δέντρων έχουν αρχίσει να παίρνουν χρυσαφί χρώμα, ενώ τα αειθαλή δέντρα προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν τον χειμώνα. Ξεκινάει το κυνήγι, που για κάποιους είναι ένα αγαπημένο χόμπι, και συγχρόνως, για όλους τους κατοίκους του χωριού, είναι περίοδος προετοιμασίας για τον χειμώνα – κόβουμε και αποθηκεύουμε ξύλα για θέρμανση, περιποιούμαστε τις μικρές καλλιέργειες και τα ζώα, διότι ξεκινάει η περίοδος γέννας των κοπαδιών. Ο χειμώνας έχει κάποιες δυσκολίες στα ορεινά, αλλά οι άνθρωποι εδώ είναι προσαρμοσμένοι και έτοιμοι να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε απρόοπτο. Οι γιορτές των Χριστουγέννων δίνουν μια ευχάριστη νότα στην καθημερινότητα του κόσμου εδώ και δύναμη για συνέχεια, ώσπου μπαίνει η άνοιξη. Η αναγέννηση της φύσης και η διάρκεια της μέρας που μεγαλώνει σου φτιάχνουν τη διάθεση, παρά την κούραση που αυξάνεται, καθώς είναι μια περίοδος που οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι κουράζονται πιο πολύ απ' όλες τις άλλες εποχές. Και κάπως έτσι φτάνουμε στις μέρες του καλοκαιριού, που έρχονται και οι συνταξιούχοι από τις μεγάλες πόλεις, σιγά σιγά ανοίγουν κάποια σπίτια, με αποκορύφωμα τον Αύγουστο που, έστω και για λίγες μέρες, θα ανοίξουν όλα τα σπίτια, θα ανταμώσουμε αγαπημένους ανθρώπους και θα γεμίσουμε μπαταρίες.
Δεν θα μπορούσα να σου μιλήσω για έναν μόνο άνθρωπο, γιατί το χωριό ζει μέσα από όλους. Είναι ο παπάς, που βρίσκεται πάντα δίπλα σε κάθε οικογένεια, στις χαρές και τις λύπες, κρατώντας ζωντανή την ενότητα και την πίστη των ανθρώπων, είναι η δασκάλα, που παρά τους λίγους μαθητές δίνει κάθε μέρα τον καλύτερο εαυτό της για να μεταδώσει το φως της γνώσης, είναι οι παππούδες και οι γιαγιάδες, που κουβαλούν μέσα τους την ιστορία του τόπου και μεταδίδουν τις παραδόσεις, τα τραγούδια, τα ήθη και τα έθιμα, και είναι και οι άνθρωποι που κόντρα στις δυσκολίες αποφάσισαν να μείνουν εδώ και να δημιουργήσουν τις οικογένειές τους, να εργαστούν στη γη και στα ζώα και να δίνουν ζωή στο χωριό καθημερινά. Όλοι αυτοί είναι η ψυχή του τόπου. Με την απλότητα, τη συνεργασία και την αγάπη για τη γη και τους ανθρώπους κρατούν ζωντανό κάτι που σιγά σιγά χάνεται αλλού.
Όταν ζεις σε μια μικρή κοινωνία, όπως είναι εδώ, απομακρυσμένη αρκετά από μια πόλη, αρχίζουν να σε ενδιαφέρουν τα πάντα, από το προσωπικό και οικογενειακό συμφέρον ως το τι είναι καλύτερο για τον τόπο που ζεις. Πριν από κάποια χρόνια άκουσα στο καφενείο από μεγαλύτερους πως αυτοί ό,τι ήταν να δώσουν το έδωσαν και κράτησαν το χωριό ζωντανό, τώρα είναι η σειρά των νεότερων. Αυτό μου έδωσε το ερέθισμα. Έτσι, λοιπόν, σκεπτόμενος αυτά τα λόγια και με πολλή αγάπη για το χωριό μου, θέλοντας να προσφέρω κι εγώ στον μέγιστο βαθμό, κατέβηκα υποψήφιος και οι συγχωριανοί μου με τίμησαν με την ψήφο τους. Ασχολήθηκα με τα κοινά γιατί αγαπώ πραγματικά τον τόπο μου και θέλω να συμβάλω, με όποιον τρόπο μπορώ, στη βελτίωση της καθημερινότητας των κατοίκων. Πιστεύω πως όσοι νοιαζόμαστε για τον τόπο μας έχουμε και την ευθύνη να προσφέρουμε. Ίσως αυτό είδαν και οι συγχωριανοί στο πρόσωπό μου, τη διάθεση για προσφορά, την υπευθυνότητα και την αγάπη για τον τόπο.
Ως πρόεδρος της κοινότητας, το όραμά μου είναι να αναδείξουμε την περιοχή μας, να αυξήσουμε την επισκεψιμότητα και την τουριστική της ανάπτυξη αλλά και να φροντίσουμε την καθημερινότητα, την καθαριότητα, τον φωτισμό, τους δρόμους. Πάνω απ’ όλα, όμως, θέλω οι κάτοικοι να νιώθουν ότι έχουν έναν άνθρωπο δίπλα τους, που τους ακούει, τους καταλαβαίνει και τους στηρίζει.
Τα μελλοντικά μου σχέδια για το χωριό είναι να συνεχίσουμε να το κρατάμε ζωντανό, με κόσμο, ζωή και προοπτική. Θέλω να βλέπω τους νέους να επιστρέφουν, να συμμετέχουν και να αγαπούν τον τόπο τους. Ελπίζω πως και η πολιτεία θα δει κάποια στιγμή την πραγματική αξία των χωριών μας και θα δώσει περισσότερα κίνητρα για να μείνει και να δημιουργήσει ο κόσμος εδώ. Με συνεργασία, διάθεση και αισιοδοξία, πιστεύω πως το χωριό μας θα συνεχίσει για πολλά χρόνια να είναι ένας τόπος ζωντανός, φιλόξενος και δραστήριος.
Η ζωή σε ένα ορεινό χωριό, ειδικά για έναν κτηνοτρόφο, είναι σίγουρα διαφορετική από εκείνη σε μεγαλύτερες πόλεις. Έχει προκλήσεις – οι αποστάσεις, ο καιρός, η έλλειψη κάποιων ευκολιών. Όμως έχει και κάτι που δεν το βρίσκεις αλλού‧ ηρεμία, καθαρό αέρα, επαφή με τη φύση και ανθρώπινες σχέσεις. Η δουλειά μπορεί να είναι πιο απαιτητική σωματικά, αλλά σου δίνει ικανοποίηση, γιατί βλέπεις τον κόπο σου να πιάνει τόπο.
Αυτό που θεωρώ πιο θετικό είναι πως εδώ νιώθω πραγματικά ελεύθερος, δημιουργικός και κοντά στις ρίζες μου. Ίσως τα πράγματα να είναι πιο δύσκολα πρακτικά, αλλά η ποιότητα ζωής και η αίσθηση ότι ζεις ουσιαστικά αξίζουν περισσότερο.
Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που μου λείπουν από την πόλη, όπως η αγορά, οι υποδομές, η ασφάλεια που προσφέρει σε θέματα υγείας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς ένιωσα όταν πήγα σε πόλη για πρώτη φορά έπειτα από την εγκατάστασή μου στο χωριό. Ήθελα να μπω σε σούπερ μάρκετ και να χαζεύω τα ράφια, κοιτούσα τις βιτρίνες των μαγαζιών με βουλιμία και ένιωθα πως ήθελα να αγοράσω ό,τι έβλεπα.
Όμως όλα συνηθίζονται. Μαθαίνεις να ζεις και να εκτιμάς αυτά που έχεις εδώ. Η ζωή στο χωριό σού δίνει άλλα, πιο ουσιαστικά πράγματα. Κι όταν νιώθω την ανάγκη να ξεφύγω ή να αλλάξω λίγο παραστάσεις, πηγαίνω στην κοντινότερη πόλη να ψωνίσω, να δω κόσμο και να επιστρέψω πάλι πίσω, εκεί όπου πραγματικά νιώθω πως είναι “σπίτι” μου».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]