Η τελευταία φορά που συνάντησα τον Σωτήρη Λυμπερόπουλο ήταν ο Κύριος Ραδίκης, ζούσε στις Ράχες Μεσσηνίας και μάζευε άγρια χόρτα της ελληνικής γης, με τα οποία τροφοδοτούσε εστιατόρια της Αθήνας. Είχε αφήσει τα πάντα πίσω του και είχε μετακομίσει στην επαρχία, ξεκινώντας από την αρχή μια νέα ζωή.

 

Από τότε έχουν περάσει εφτά χρόνια και άλλαξαν πολλά. Περάσαμε βαριά οικονομική κρίση, capital controls, παγκόσμιο lockdown, αλλά ο Σωτήρης όχι απλώς άντεξε αλλά κατάφερε να μεγαλώσει την επιχείρησή του και να εξελιχθεί από κάθε άποψη, ως επιχειρηματίας και ως άνθρωπος. Αυτή είναι η συνέχεια της ιστορίας ενός ανθρώπου που βλέπει πάντα με θετικό βλέμμα τη ζωή:

 

«Το 2014 είχα αρχίσει να στήνω μια μικρή εταιρεία τροφοδοσίας εστιατορίων και από κει που συνεργαζόμουν μόνο με τον Περικλή τον Κοσκινά, και με άλλους δυο-τρεις ανθρώπους, έγινε κάτι που ήταν κομβικό σημείο στην καριέρα μου. Είμαι μια μέρα στο Base Grill, όπου ήθελαν να φτιάξουν μια μπουράτα που δεν τους έβγαινε. Εκείνη την εποχή όλα τα ντοματίνια που έβρισκες ήταν στρογγυλά. Από σύμπτωση, ο φίλος μου ο Αλέκος, που δούλευε σε μια εταιρεία με ντοματίνια, είχε φυτέψει “βελανίδια” και μου είχε δώσει μερικά να τα δείξω στην Αθήνα. Και καθώς τα είχα μαζί μου, τους λέω “για δοκιμάστε αυτά”. Μου λένε “φανταστικά, πού μπορούμε να τα βρούμε;”. Δεν μπορούσαν να τα βρουν πουθενά, έτσι πήρα τηλέφωνο τον Αλέκο και μπήκα στη διαδικασία να κάνω την πρώτη μου καλλιέργεια.

 

Φεύγω, λοιπόν, από τα άγρια χόρτα και αρχίζω να φυτεύω βελανίδια. Και επειδή δεν υπήρχαν πολλά στην αγορά, πήγαν πολύ καλά. Πουλάγαμε πολλά ντοματίνια, και εγώ και ο συνεργάτης μου, και σιγά-σιγά άρχισα να τροφοδοτώ τα εστιατόρια και με άλλα πράγματα, πέρα από άγρια χόρτα. Οπότε, σταδιακά, αγοράσαμε ένα φορτηγάκι, αγοράσαμε και δεύτερο, έβαλα τον αδελφό μου στη δουλειά, αγοράσαμε τρίτο, τέταρτο και κάναμε γενικά μια εταιρεία τροφοδοσίας καλών εστιατορίων στην Ελλάδα.

 

Υπάρχει ένα ωραίο ρητό που λέει «τόσες χαρές όσες και λύπες». Στα καλά όλοι είναι μια χαρά, ο άνθρωπος όμως φαίνεται τι είναι στα άσχημα που θα του συμβούν.

 

Κάποια στιγμή, όμως, προέκυψε ένα ζήτημα. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να μεγαλώσουμε. Και συμβαίνει το πρώτο περίεργο γεγονός στη ζωή μου: χτυπάει μια μέρα το τηλέφωνο και είναι από μια τράπεζα. Τους λέω “ευχαριστώ, δεν με ενδιαφέρει”, αλλά, πριν το κλείσω, μου λένε ότι θέλουν να με καλέσουν σε ένα κλειστό event που θα κάνουν για επιχειρηματίες. Είχε ζητήσει να με γνωρίσει ο διοικητής. Πήρα έναν συνεργάτη μου και πήγαμε και, πραγματικά, ήταν ένα κλειστό event με καμιά 200αριά άτομα.

 

Έρχεται ο διοικητής, μου συστήνεται και μου λέει “τι μπορεί να κάνει η τράπεζα για μια επιχείρηση σαν τη δική σου;”. Του απάντησα “τίποτα”. Όλοι γύρω μας άκουγαν. Του λέω “πριν από δέκα μέρες πήγα σε ένα υποκατάστημά σας και ζήτησα ένα δάνειο είκοσι χιλιάδες ευρώ για κάτι που ήθελα να κάνω και δεν μου ζητήσατε business plan, μου είπατε να υποθηκεύσω το σπίτι μου για είκοσι χιλιάρικα. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζά σας δεν έχει τη δομή που θα έπρεπε για να υποστηρίξει έναν μικρό επιχειρηματία”.

 

Παραδόξως, εκεί που είχαν γουρλώσει όλοι τα μάτια και απορούσαν “τι λέει ο τύπος;”, αυτό ο άνθρωπος είπε “έχεις δίκιο”. Γνωριστήκαμε σε προσωπικό επίπεδο και έφτιαξε μια μικρή δομή στην τράπεζά του ‒όχι μόνο για μένα‒ με έναν τρόπο που ξεκίνησαν να αξιολογούν μικρά business plans. Μικρές επιχειρήσεις που τις ενίσχυσαν όχι με βάση τα χρήματα που είχαν από πίσω αλλά με βάση το business plan τους. Έτσι αντλήσαμε ένα πρώτο μικρό κεφάλαιο για να ξεκινήσουμε να μεγαλώνουμε τη δουλειά. Και κάναμε μια δουλειά πολύ συγκροτημένη.

 

Σωτήρης Λυμπερόπουλος
Ως νέος επιχειρηματίας αντιμετωπίζεις δυσκολίες από το κράτος σε κάθε βήμα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Το δεύτερο ζήτημα που προέκυψε είναι βασικό στην Ελλάδα. Όσο μεγάλωνε η δουλειά, άρχισαν να μου χρωστάνε λεφτά, πολλά λεφτά ‒ κάποια στιγμή μού χρωστούσαν σαράντα χιλιάρικα και αισθανόμουν πολύ άβολα. Οπότε, σκέφτηκα ότι έπρεπε να ανοίξουμε τις δουλειές και εκτός Ελλάδας. Στο μεταξύ, είχα πάει στο Παρίσι να δείξω τα χόρτα, αλλά δεν είχα καταφέρει να κάνω δουλειά. Εκεί, όμως, ήρθε ένας συνεργάτης μου, ο Αλέξανδρος ο Ράλλης, και μου είπε “χρειάζομαι εσπεριδοειδή ακέρωτα και ψάχνω να βρω έναν άνθρωπο στη Μεσσηνία.

 

Οι μάγειρες εδώ χρησιμοποιούν πλέον όλη τη φλούδα γιατί χρησιμοποιούν το έλαιο, και όλα τα πορτοκάλια και τα γκρέιπφρουτ είναι κερωμένα. Θέλω, όμως, τοπ πορτοκάλια”. Ψάχνω κι εγώ, βρίσκω κάποια πορτοκάλια, τα στέλνω στο Παρίσι, και μου λέει ο Αλέξανδρος: “Φίλε, χτυπήσαμε φλέβα. Τρελάθηκαν όλοι, προχωράμε”. Και ξεκινάμε σιγά-σιγά και στέλνουμε μία, δύο, τρεις παλέτες, και κάναμε μια μικρή εταιρεία στο Παρίσι με εσπεριδοειδή. Έτσι αποκτήσαμε μια εμπειρία γενικά σε αυτό το πράγμα.  

 

Και μου μπαίνει η ιδέα να φύγουμε από δω και να κάνουμε δουλειές έξω. Αυτό, όμως, είναι ένα πολύ δύσκολο βήμα, αν θέλεις να το κάνεις σωστά. Δεν είχα καμία ιδιαίτερη γνωριμία, αλλά εντελώς τυχαία βρέθηκα στο σπίτι ενός φίλου μου στην Ολλανδία την ώρα που μιλούσε με έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο στο Skype. Μας σύστησε, λέγοντάς του τι κάνω. Και αυτός ο άνθρωπος, που δεν με ήξερε, μου είπε: “Ωραία, θα σε βοηθήσω, έλα μόλις γυρίσεις στην Ελλάδα να τα πούμε.

 

Πήγα, και αυτός ήταν που με σύστησε με τους ανθρώπους της Endeavor. Εκείνοι, ενώ έχουν ένα πολύ σημαντικό πορτφόλιο επιχειρήσεων, με βοήθησαν ανιδιοτελώς, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό. Μου έκαναν μια γνωριμία στο εξωτερικό με έναν φοβερό διανομέα και με βοήθησαν και σε τεχνικό επίπεδο, χωρίς κανένα όφελος. Είδαν απλώς το business plan μου και το όραμά μου.

 

Ο άνθρωπος που μου γνώρισαν είχε μια πολύ μεγάλη εταιρεία εμπορίας βιολογικών εσπεριδοειδών. Πάω να τον βρω στη Γερμανία και με ρωτάει: “Όλα καλά όσα μου λες, αλλά τι ξέρεις να κάνεις;”. Του απαντάω: “Θα κάνω πορτοκάλια”. Μου λέει “έχεις εμπειρία;”. “Ναι, ναι”, λέω εγώ, “έχω πολύ μεγάλη εμπειρία”. Φωνάζει τον υπεύθυνο πωλήσεων, του λέει “από δω ο Σωτήρης, με πορτοκάλια, πάμε να κάνουμε business στην Ελλάδα”. Και το business που έκαναν ήταν too big.

 

Σωτήρης Λυμπερόπουλος καλάθι
Από τη στιγμή που μπορείς να διαλέξεις τι να κάνεις, κάν’ το με αγάπη, ρε φίλε. Φωτ.: Νίκος Καρανικόλας/andro.gr

 

Με παίρνει μετά από δεκαπέντε μέρες, όταν ήμουν στην Ελλάδα, και μου λέει “στείλε μας τέσσερις παλέτες πορτοκάλια βιολογικά”. “Κανένα πρόβλημα” του είπα κι έκλεισα το τηλέφωνο, ενώ ταυτόχρονα τράβαγα τα μαλλιά μου, “what the fuck!”. Αυτοί ήθελαν προδιαγραφές, κουτιά, πιστοποίηση, όλη τη φάση αυτή κι εγώ δεν είχα καν βιολογική πιστοποίηση. Έπρεπε όλα να γίνουν σε οκτώ μέρες.

 

Τρέχω να βρω τα πορτοκάλια ‒ δεν ήξερα καν πού θα έβρισκα βιολογικά, δεν είχα ιδέα, γιατί τα πορτοκάλια που δούλευα μέχρι τότε ήταν άριστης ποιότητας, αλλά όχι βιολογικά. Πέρασα πέντε μέρες στην τρέλα, τελικά βρίσκω τα πορτοκάλια, κανονίζω και με έναν τύπο να μου τα συσκευάσει, γιατί έπρεπε να συσκευαστούν σε συσκευαστήριο. Είναι Πέμπτη και τα πορτοκάλια πρέπει να φύγουν την Παρασκευή. Κι ενώ έχω τα πορτοκάλια, το συσκευαστήριο μου λέει “δεν μπορώ να τα συσκευάσω σήμερα, γιατί είμαστε κλειστά!”. Πήρα πάνω από τριάντα τηλέφωνα και, τελικά, ο τύπος που μου έκανε την πιστοποίηση με έστειλε σε έναν πολύ μικρό παραγωγό στο Ναύπλιο, τον Μιχάλη. Πάω εκεί και του λέω: “Μιχάλη, σώσε με!”. Και το έκανε.

 

Μου φτιάχνει τα πορτοκάλια, φτάνουν στην Ολλανδία, όλα μια χαρά. Έτσι πίστευα, γιατί με παίρνει ο Ολλανδός τηλέφωνο και μου λέει “Σωτήρη, τα πράγματα είναι χάλια”. Γενικά, όταν κάνεις μπίζνα στο εξωτερικό, όλα πρέπει να είναι τέλεια, τα μεγέθη, από 73 μέχρι 83 χιλιοστά, θέλουν τα πάντα όπως τα έχουν ζητήσει. Τέλος πάντων, ακόμα και τις ταμπέλες τις είχα τυπώσει λάθος. Τα είχα κάνει όλα λάθος, γενικά. Μου λέει “αυτά τα πορτοκάλια δεν πωλούνται για Α” ‒ πορτοκάλια που στο Παρίσι τα θεωρούσαν άριστης ποιότητας. Αυτό είναι οι μπίζνες όμως. Του λέω “οk, πέτα τα” ‒στο μεταξύ, κόστιζαν 4.500 ευρώ, ποσό εξωφρενικό τότε για μένα!‒ “συγγνώμη, έκανα λάθος”. Μου λέει: “Eίσαι ο πρώτος Έλληνας που μιλάω και αναγνωρίζει το λάθος του και δεν μου λέει δικαιολογίες. Είσαι ξηγημένος και θα βρω να τα πουλήσω τα πορτοκάλια σου και θα σoυ τα πληρώσω. Όχι την τιμή που είχαμε πει, αλλά δεν θα χάσει κανένας από τους δυο μας. Κι επειδή δεν έχεις την εμπειρία να το κάνεις, έλα να κουβεντιάσουμε και τον Οκτώβριο, που θα ξεκινήσει η καινούργια σεζόν με τα Μέρλιν, που είναι πιο εύκολο πορτοκάλι, θα κάνουμε δουλειά”. 

 

688
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Εκεί ήρθα πάλι σε ένα κομβικό σημείο ‒ έπρεπε να γίνει μια δουλειά άλλων προδιαγραφών και ήταν και η ευκαιρία να φύγουμε από τη φάση με το εμπόριο της Ελλάδας, που είναι λίγο άρρωστο. Έπρεπε πάλι να βρω λεφτά, πιο σοβαρά ποσά από την προηγούμενη φορά, και δεν είχα μία. Αρχίζω να χτυπάω πόρτες και να ψάχνω επενδυτή, όμως ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεις έναν άνθρωπο να επενδύσει σε μια μικρή επιχείρηση που δεν κάνει υψηλή τεχνολογία αλλά ασχολείται με φρούτα. Παραδόξως, όμως, τον βρήκα. Βρήκα μια πολύ μεγάλη εταιρεία, της οποίας ο ιδιοκτήτης μού είπε: “Μου αρέσει αυτό που κάνεις, το πιστεύω, θα επενδύσω σε σένα”.

 

Έτσι, βρήκαμε ένα μικρό κεφάλαιο, πολύ μικρό για να κάνουμε αυτό το πράγμα, αλλά μετά από τόσες δουλειές που έχω κάνει με ελάχιστα ή καθόλου λεφτά έχω αναπτύξει μια ικανότητα να κάνω δουλειές με λίγα λεφτά ‒ γιατί δεν είχα ποτέ πολλά. Βρήκα ένα παλιό συσκευαστήριο στην Κόρινθο, που είχε μέσα ψυγεία και τα πάντα, και το νοίκιασα, κάνοντας τέτοια συμφωνία που να μπορώ να δουλέψω, έτσι ξεκινήσαμε να συσκευάζουμε πορτοκάλια και να τα στέλνουμε στην Ολλανδία.  

 

Μετά από δύο μήνες, χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει ο Ολλανδός: “Σωτήρη, είναι η τυχερή σου μέρα. Βρέχει εδώ και τρεις εβδομάδες στην Ισπανία και ο καλύτερός μου πελάτης, ένα τεράστιο σούπερ-μάρκετ στη Σουηδία, θέλει πορτοκάλια. Εκεί, όμως, δεν υπάρχουν περιθώρια για λάθη. Είναι οι καλύτεροι συνεργάτες στην Ευρώπη, δίνουν καλή τιμή και ζητούν πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Θα διαβάσεις τις οδηγίες που θα σου στείλουν και αν κάτι από αυτά τα πέντε που ζητάνε δεν σου κάνει, μην κάνεις τη δουλειά. Αν πιστεύεις ότι μπορείς να το κάνεις, προχώρα.

 

Εκεί, αν πάει ένα φορτηγό να ξεφορτώσει, ξεφορτώνει στις 9:30, ούτε στις 9:25 ούτε στις 9:35. Περιμένουν χίλια φορτηγά έξω από το σούπερ-μάρκετ, καθένα έχει έναν αριθμό και με αυτόν τον αριθμό πρέπει να πάει στην πόρτα. Αν ένας αργήσει μισή ώρα, όλοι θα πάνε μισή ώρα πίσω. Εκεί όλοι είναι τυπικοί, μπορείς;”. Και του απαντάω: “Μπορώ”. Θα στέλναμε ένα φορτηγό πορτοκάλια, όχι τρεις παλέτες, που σήμαινε ότι το λάθος θα ήταν ακαριαίο. Δεν είχα κανένα περιθώριο για λάθος. Στείλαμε δέκα παλέτες στην αρχή, ήταν όπως τα ζήτησαν, τέλεια, οπότε προχωρήσαμε. Συσκευάσαμε πορτοκάλια για το μεγαλύτερο σούπερ-μάρκετ της Σουηδίας.

 

Εκεί, έχω το όραμα να κάνω μια ομάδα παραγωγών με πορτοκάλια, το οποίο ήταν ένα όνειρο απατηλό γενικά, γιατί ήταν πάρα πολύ δύσκολο να εξηγήσω και να μεταδώσω σε μικρούς παραγωγούς αυτόν τον τρόπο δουλειάς. Στην Ευρώπη δεν υπάρχει μικρός παραγωγός. Υπάρχουν οι πάρα πολύ μικροί που πουλάνε στη λαϊκή στην Τοσκάνη, φτιάχνουν φανταστικά πράγματα και τα πουλάνε υπερβολικά ακριβά και είναι οk, και υπάρχουν και οι συνεταιρισμοί και oι ομάδες παραγωγών. Αυτό είναι το μοντέλο.

 

Σωτήρης Λυμπερόπουλος χωράφι
Προσπαθώ να τα καταφέρνω στις διαφορετικές συνθήκες που μου φέρνει η ζωή. Και δεν θα σου φέρει μόνο καλά.

 

Αυτό το μοντέλο, λόγω του χαρακτήρα του Έλληνα, είναι πολύ δύσκολο να λειτουργήσει, γιατί οι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν πάρα πολλές απαιτήσεις γενικά από τον συνεργάτη τους, αλλά δεν θέλουν να έχουν υποχρεώσεις. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να είμαστε εντάξει σε όσα ζητάνε οι Ευρωπαίοι προμηθευτές, αλλά θέλουμε να έχουμε τα πλεονεκτήματα που έχουν οι Ευρωπαίοι ανταγωνιστές μας. Δεν κατάφερα να κάνω αυτή την ομάδα παραγωγών, αλλά βρήκα πολύ καλούς συνεργάτες, παραγωγούς για να αγοράζω πορτοκάλια, και έφτιαξα και μια πολύ μικρή επιχείρηση, η οποία ουσιαστικά έκανε εξαγωγές πορτοκαλιών και άλλων εσπεριδοειδών σε σούπερ-μάρκετ στο εξωτερικό. Δεν μεγάλωσε ποτέ αρκετά, γιατί δεν υπήρχαν στην Ελλάδα οι προδιαγραφές που ήθελαν οι άνθρωποι στη Σουηδία, ώστε να δίνουμε τις ποσότητες που ζητούσαν». 

 

— Άλλαξε καθόλου η στάση του κράτους από τότε που ξεκίνησες; Την προηγούμενη φορά που είχαμε μιλήσει μου είχες πει ότι ήταν σχεδόν «εχθρικό».

Το κράτος πάντοτε δημιουργεί δυσκολίες. Για το συσκευαστήριο χρειάστηκε να βγάλω έναν σημαντικό αριθμό αδειών, που έκανε πολύ δύσκολη τη διαδικασία. Το 2015, που ξεκινήσαμε, προσπαθήσαμε να μπούμε σε ένα ΕΣΠΑ που έκανε έναν χρόνο να εγκριθεί. Στο μεταξύ, είχα αγοράσει όλα τα πράγματα για το συσκευαστήριο.

 

Η διαδικασία του ΕΣΠΑ πήρε δυόμισι χρόνια να ολοκληρωθεί. Όταν ήρθαν να τσεκάρουν, είχαν φωτογραφίσει μια εικόνα της δουλειάς μου όπως ήταν πριν από δυόμισι χρόνια. Για να πάρω το ΕΣΠΑ μου ζητούσαν να έχω το προσωπικό που είχα τότε, όμως οι συνθήκες είχαν αλλάξει, είχαμε σετάρει τη δουλειά μας αλλιώς ‒ είχαμε λιγότερο προσωπικό από πριν. Δεν μπορεί η διαδικασία επιδότησης μιας νέας επιχείρησης να κρατάει δυόμισι χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν να μην πάρουμε τίποτα.

 

Αυτό, όμως, δεν είναι το πιο τρελό που μου έχει συμβεί. Ως νέος επιχειρηματίας αντιμετωπίζεις δυσκολίες από το κράτος σε κάθε βήμα. Είχα καταθέσει ένα έγγραφο στην εφορία, ένα μπλοκάκι, για να μου το θεωρήσουν, και μια μέρα πήγα να το πάρω, γιατί το χρειαζόμουν για να κάνω μια μεταφορά. Και το είχαν χάσει! Μου λένε: «Δεν το βρίσκουμε». Τους λέω: «Έχω αριθμό πρωτοκόλλου, τι κάνουμε τώρα, γιατί το χρειάζομαι». Μου λέει η υπάλληλος: «Δεν υπάρχει διαδικασία για να κάνουμε κάτι. Θα δηλώσεις ότι το έχασες και θα βγάλουμε καινούργιο μπλοκάκι.

 

Υπάρχει ένα θέμα όμως, αν δηλώσεις ότι το έχασες, πρέπει να πληρώσεις ένα πρόστιμο». Της λέω: «Είστε καλά; Έχετε χάσει ένα έγγραφο, το οποίο έχω παραδώσει με αριθμό πρωτοκόλλου, και μου ζητάτε να πληρώσω πρόστιμο για το δικό σας λάθος;». Μου απαντάει: «Δεν μπορώ να κάνω κάτι». Ζητάω να δω τη διευθύντρια της ΔΟΥ, πάω και της λέω: «Μπορείτε να διορθώσετε το λάθος σας;». Μου λέει: «Κύριε, τι φωνάζετε; Αφού σας εξηγούμε ότι δεν υπάρχει διαδικασία». Εκείνη την ώρα θόλωσε το μυαλό μου, χάθηκα και ανέβηκα πάνω στο γραφείο της. Τη ρώτησα: «Πείτε μου αλήθεια, είναι λογικό να πληρώσω πρόστιμο για ένα λάθος που κάνατε εσείς;».

 

Φυσικά με έδιωξε, γιατί είχα ξεφύγει, αλλά έστειλα ένα εξώδικο και δούλεψε, γιατί με πήραν τηλέφωνο άμεσα και μου είπαν ότι βρήκαν το μπλοκάκι. Ήταν πεταμένο σε μια αποθήκη με τσουβάλια. Τους πήρε τρεις μέρες να το βρουν. Αυτή δεν ήταν σωστή αντιμετώπιση, αλλά η αλήθεια είναι πάντα κάπου στη μέση. Γιατί κι εμείς, από την πλευρά μας, ζητάμε συνέχεια πράγματα από το κράτος, χωρίς να θέλουμε να δίνουμε πράγματα σε αυτό. Στη σχέση κράτους-πολίτη που υπάρχει στην Ελλάδα, η ευθύνη είναι αμφίδρομη. Δεν φταίει μόνο η μία πλευρά γι’ αυτή την κατάσταση. Το κράτος είναι και εικόνα δική μας, το κράτος εμάς αντικατοπτρίζει.

 

Η κατάσταση, αν σου μιλήσω εμπειρικά, βελτιώνεται. Αν δεις τα πράγματα από μακριά, όχι μόνο μια φωτογραφία της ζωής σου τώρα, σε σύγκριση με το πώς ήταν η Ελλάδα πριν από τριάντα χρόνια, έχουμε βελτιωθεί. Ακόμα και από το 2010 έχουμε βελτιωθεί. Μπορείς να βγάλεις ένα πιστοποιητικό online, συναντάς ανθρώπους σε δημόσιες υπηρεσίες που κάνουν τη δουλειά τους καλύτερα, συναντάς εκπληκτικά καλούς ανθρώπους σε δημόσιες υπηρεσίες, υπάρχουν κι αυτοί, που παρακάμπτουν τις στρεβλώσεις του συστήματος για να σε εξυπηρετήσουν. Τα πράγματα δεν είναι μαύρα και σε όποια χώρα και να είσαι θα συναντήσεις κάποιου είδους προβλήματα στη ζωή σου. Το ερώτημα είναι αν κωλώνεις. Αν σε πτοούν τα προβλήματα που έχεις μπροστά σου ή αν βάζεις το κεφάλι κάτω και τα λύνεις. Τι κάνεις; Θα πας μπροστά ή θα μείνεις πίσω;

 

Σωτήρης Λυμπερόπουλος
Στη σχέση κράτους-πολίτη που υπάρχει στην Ελλάδα, η ευθύνη είναι αμφίδρομη. Δεν φταίει μόνο η μία πλευρά γι’ αυτή την κατάσταση. Το κράτος είναι και εικόνα δική μας, το κράτος εμάς αντικατοπτρίζει. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Ποια είναι τα σχέδιά σου από δω και πέρα;

Μου αρέσει ο κλάδος της εστίασης πολύ, γιατί από κει ξεκίνησα, οπότε με αυτόν τον κλάδο θα εμπλακώ. Η εστίαση είναι ένα πολύ βαθύ πράγμα στην Ελλάδα, είναι η φιλοξενία, και δεν νοείται τουριστική χώρα χωρίς σοβαρή εστίαση. Και επειδή έχω ταξιδέψει σε διάφορα μέρη το κόσμου, στην Ελλάδα έχουμε σοβαρή εστίαση. Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο της εστίασης εδώ. Πήγαινε στη Γερμανία, σε ένα διάστερο Μισελέν να φας, και δες πώς είναι το σέρβις. Σε βεβαιώνω ότι εδώ, στην καφετέρια που καθόμαστε τώρα, είναι καλύτερο.

 

Το επίπεδο του σέρβις είναι πολύ σοβαρό στην Ελλάδα, έχουμε στελέχη στην εστίαση, πλεονεκτήματα που δεν τα βλέπουμε. Το πιστεύουμε-δεν το πιστεύουμε, είμαστε στις σαράντα πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Ανήκουμε στους προνομιούχους, στη νομενκλατούρα, όχι στους αδικημένους, στους φτωχούς. Γιατί τον τρόπο ζωής τον δικό μας, αυτόν που έχουμε αυτήν τη στιγμή, τον έχουν ελάχιστοι στον κόσμο, λιγότερο από το 1/8 του πληθυσμού της γης. Βέβαια, αυξάνονται και εδώ, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο, οι πλούσιοι, και αυξάνονται και οι φτωχοί, ενώ διαλύεται η μεσαία τάξη. Παρ’ όλα αυτά, η ποιότητα ζωής των ανθρώπων εδώ, γενικά, δεν μας κατατάσσει στους αδικημένους. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξυπνάνε το πρωί και να βλέπουν τι είναι στραβό γύρω τους, όχι τι είναι ωραίο, τι είναι καλό.

 

Το μεγάλο μας πλεονέκτημα είναι η ανθρωπιά και το ανθρώπινο δυναμικό είναι αυτό που μας επιτρέπει να διαχειριζόμαστε τις μεγάλες δυσκολίες. Κι όταν χρειαστεί, οι άνθρωποι «βάζουν πλάτη». Δεν νομίζω ότι αυτό το διάστημα έστω ένας γιατρός ή νοσηλευτής είπε μετά το 8ωρο «φεύγω», παρόλο που δεν νομίζω ότι πληρώθηκε γι’ αυτό. Δες πώς διαχειρίστηκαν οι άνθρωποι που δουλεύουν στα νοσοκομεία την κρίση που ζούμε. Δεν είναι όλα τα πράγματα χάλια...  

 

— Πόσο άλλαξε ο Σωτήρης από την εποχή που ήταν ο «Ραδίκης»;

Οι άνθρωποι αλλάζουν και δεν αλλάζουν. Τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα σου παραμένουν ίδια, απλώς οι εμπειρίες σου και οι δυσκολίες της ζωής σε βοηθούν να δεις τα πράγματα λίγο πιο συγκροτημένα. Δεν ξέρω αν έχω την ίδια τρέλα όπως πριν να κάνω δουλειές. Πλέον δουλεύω βάζοντας λίγο πιο πολύ εγκέφαλο και πιο πολλή λογική και είναι και φυσιολογικό. Αλλιώς σκέφτεσαι στα τριάντα σου, αλλιώς στα σαράντα και αλλιώς στα πενήντα. Με διαφορετικό τρόπο κάνεις δουλειές. Αλλά ακόμα μπορώ να ρισκάρω.

 

Μου αρέσει το ρίσκο και δεν υπάρχει δουλειά που δεν χρειάζεται να ρισκάρεις, ειδικά ως επιχειρηματίας. Δεν φοράω ρολόι γιατί δεν αντιμετωπίζω την εργασία μου ως δουλειά. Δεν έχω σκεφτεί ποτέ στη ζωή μου τι ώρα θα πάω και τι ώρα θα φύγω απ’ τη δουλειά μου. Είναι δυνατόν να μην πηγαίνεις με χαρά κάπου όπου περνάς δεκατέσσερις ώρες τη μέρα; Με στενοχωρεί να βλέπω ανθρώπους που αμείβονται μεν πάρα πολύ για τη δουλειά που κάνουν, αλλά δεν πάνε το πρωί σε αυτήν με χαρά, πάνε βαρυγκομώντας. Αυτό το πράγμα είναι καταστροφή για τον άνθρωπο. Από τη στιγμή που μπορείς να διαλέξεις τι να κάνεις, κάν’ το με αγάπη, ρε φίλε. 

 

— Ευτυχισμένος ή πετυχημένος;

Προσπαθώ να τα καταφέρνω στις διαφορετικές συνθήκες που μου φέρνει η ζωή. Και δεν θα σου φέρει μόνο καλά. Υπάρχει ένα ωραίο ρητό που λέει «τόσες χαρές όσες και λύπες». Στα καλά όλοι είναι μια χαρά, ο άνθρωπος όμως φαίνεται τι είναι στα άσχημα που θα του συμβούν. Παρουσιάζονται προβλήματα, δυστυχίες ‒ είναι δεδομένο πως θα σου έρθουν, πρέπει να προσαρμόζεσαι με έναν τέτοιο τρόπο στα πράγματα που συμβαίνουν, ώστε να είσαι εν τέλει χαρούμενος. Θα τις περάσεις τις στενοχώριες, αλλά πρέπει να έχεις ένα θετικό βλέμμα στη ζωή… 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.