Φως και εξωστρέφεια ήταν το σύνθημα του Τζόναθαν Άντερσον για τη συλλογή του Dior Φθινόπωρο/Χειμώνας 2026-2027. Κι αυτό ίσχυσε σε κάθε επιλογή του, από το ανοιχτό γυάλινο υπόστεγο που έστησε στο κέντρο του Κεραμεικού, πάνω από τη δεξαμενή των σιντριβανιών του πάρκου και τον ανοιξιάτικο καιρό που ήταν στο πλευρό του ως τα ίδια τα ρούχα που επιτέλους εξέφρασαν αυτό που ο Ιρλανδός σχεδιαστής επιχειρεί στον Dior: να «ανοίξει» έναν σνομπ οίκο σε ένα ευρύτερο κοινό, μακριά από περίπλοκες αναφορές σε αρχεία και «βαριά» τέχνη.
Με έμπνευση τους περιπάτους στα πάρκα τον 18ο και 19ο αιώνα, τους χώρους όπου οι άνθρωποι ντύνονταν και στολίζονταν για να «φανούν», ο Άντερσον δημιούργησε την πιο ανθηρή, κυματιστή, αέρινη μόδα που έχουμε δει εδώ και καιρό, τοποθετώντας την σε ένα πλαίσιο που έγνεφε στα «Νούφαρα» του Κλοντ Μονέ και στο «Μια Κυριακή απόγευμα στο νησί Γκραντ Ζατ» του Ζορζ Σερά, δύο ιμπρεσιονιστικά αριστουργήματα που γνωρίζουν και οι πλέον αδαείς.
Στην άλλη μεριά του Παρισιού, στο σταθερό του στέκι στο Τροκαντερό με θέα τον βραδινό Πύργο του Άιφελ, ο Άντονι Βακαρέλο συνέχισε το αφήγημα που εξελίσσει την τελευταία δεκαετία στον Saint Laurent.
Ψεύτικα –μα τόσο αληθινά– νούφαρα επέπλεαν κάτω από την πασαρέλα και στιγμάτιζαν φορέματα και γόβες. Οι φουριόζικες σιλουέτες από τον πίνακα του Σερά μεταπήδησαν σε σακάκια με φιόγκους στην πλάτη ή φουρό κάτω από τις μπάσκες τους και φάνηκαν σε μπούστα με μαργαριταρένια κουμπιά και πουκάμισα με ψηλούς λαιμούς. Ο Κριστιάν Ντιόρ είχε εμπνευστεί μεταπολεμικά από τις ίδιες ζωηρές φιγούρες, παραδίδοντας στην ιστορία της μόδας την υπέροχη σειρά «Zig Zag» (Καλοκαίρι 1948). Με τη συλλογή του, όμως, ο Άντερσον δεν προσπάθησε να αναβιώσει αρχειακά κομμάτια του οίκου. Κινήθηκε ελεύθερα, περιπαικτικά, όπως του αρέσει, με μια διάθεση να διασκεδάσει –να γκρεμίσει, ίσως θα ήταν πιο ακριβές– το ιστορικό βάρος του οίκου Dior, ενός γαλλικού θεσμού που στα μάτια τού Άντερσον χρειάζεται «να χαλαρώσει» και να αφεθεί.
Αυτή η «απελευθέρωση» υπήρξε το θέμα της συλλογής, το σπάσιμο των περιορισμών που θέτουν τα αρχεία, αλλά και η ίδια η κατασκευή των ρούχων. Στα χέρια του Άντερσον, η χαρακτηριστική Dior φιγούρα, όπως ορίστηκε από την εικονογραφία του σακακιού Bar (τονισμένη μέση και φουσκωτοί γοφοί) «ξεχύλισε» από τη φόρμα της – πυκνά βολάν σαν αφράτα φύλλα μιλφέιγ ξεφύτρωσαν κάτω από tailored σακάκια, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα υφάσματα (βαριά μπαρόκ, βενετσιάνικα ζακάρ, τουίντ) ζάρωσαν, στρίφτηκαν, σχημάτισαν ανάγλυφα πανωφόρια, έγιναν ένα σύννεφο από βολάν σε κεντημένες φούστες κάτω από πλεκτά σενίλ σακάκια, ή κρέμασαν σαν ουρές πίσω από σακάκια-φράκα.
Παντού διακρινόταν η ταυτότητα του Dior – ο αέρας του οίκου όμως, όχι το βάρος του. Ο Άντερσον, σε αντίθεση με τον Demna, δεν φτήνυνε τα ρούχα του για να ελαφρύνει την εντύπωση της πολυτέλειας, σε μια εποχή που ο όρος έχει αρνητική φόρτιση. Ελάφρυνε με πολυτελή ρούχα το παιχνίδι της μόδας, προσφέροντας στον κόσμο –ιδίως στους νέους– μια φρέσκια πρόταση ντυσίματος με χιούμορ, λουλούδια, balloon φούστες και βολάν.
Αν στην πρώτη συλλογή του Άντερσον είδαμε νέες ερμηνείες εκείνου του παλιού New Look από άποψη αναλογιών και κατασκευής, αυτήν τη φορά όλα επανεξετάστηκαν και αμφισβητήθηκαν – ο 41χρονος σχεδιαστής φαίνεται έτοιμος να ξαναπλάσει τον Dior καθ’ ομοίωσή του, σκορπώντας λουλούδια από πορσελάνη πάνω σε ένα παπούτσι και κεντώντας ασημένιες γιρλάντες πάνω σε τζιν παντελόνια, σχεδιάζοντας συγκλονιστικά παλτό (διασταύρωση μπουρνουζιού με tuxedo) ή φορέματα σε στυλ παλτό από αφράτα ζέρσεϊ που μοιάζουν με τουίντ. Ακόμα και οι τσάντες, δημιουργίες της μοναδικής συνεργάτιδάς του στον σχεδιασμό των αξεσουάρ, Νίνα Κρίστεν, είχαν το στίγμα του Τζόναθαν που γνωρίσαμε στη Loewe και στο προσωπικό του brand: αστείες, απαλές (πλεκτές ή από ξυρισμένο shearling), στολισμένες με λουλούδια ή φιογκάκια.
Οι αμφιβολίες μου για εκείνον στα πρώτα του δείγματα στον Dior, όταν τα ρούχα του έμοιαζαν με εξυπνακίστικους πειραματισμούς ενός χαρισματικού παιδιού, εξανεμίστηκαν με αυτήν τη συλλογή. Πιστεύω πως τίποτα πια δεν σταματά τον Τζόναθαν Άντερσον, που δικαιωματικά φέρει τον τίτλο του νέου τρομερού παιδιού της μόδας.
Στην άλλη μεριά του Παρισιού, στο σταθερό του στέκι στο Τροκαντερό με θέα τον βραδινό Πύργο του Άιφελ, ο Άντονι Βακαρέλο συνέχισε το αφήγημα που εξελίσσει την τελευταία δεκαετία στον Saint Laurent.
Και η δική του συλλογή –με έμπνευση, κατά τον ίδιον, τη Ρόμι Σνάιντερ, τις λογοτεχνικές ηρωίδες του Τενεσί Ουίλιαμς και τον Γκορ Βιντάλ– στεγάστηκε σε έναν γυάλινο κύβο, κλειστό όμως στην περίπτωσή του, επενδυμένο εσωτερικά με ξύλινα πάνελ, παχιές μοκέτες στο χρώμα της σαμπάνιας και δερμάτινους πάγκους.
Ώμοι φαρδείς, αρχιτεκτονικοί, φαρδιά πέτα και μέσες στενές, πουκάμισα με φιόγκους που δένουν ψηλά στον λαιμό, αυστηρά σακάκια και διάφανα βραδινά φορέματα εμφανίστηκαν ξανά στην πασαρέλα για τον Χειμώνα του 2026, εδραιώνοντας τη σιλουέτα που αναγνωρίζεται ως τυπική Saint Laurent απλώς και μόνο από τις αναλογίες της, προτού το μάτι φτάσει στις λεπτομέρειες.
Ο Βακαρέλο έχει κατακτήσει κάτι διόλου αυτονόητο για άλλα πολυτελή brands: το περίγραμμα του σώματος να περιγράφει την ταυτότητα του οίκου, κάτι που ίσχυε και στα χρόνια του Yves, όταν το smoking κουστούμι (που φέτος γίνεται 60 χρονών) ταυτίστηκε με το επαναστατικό ανδρόγυνο ύφος του Γάλλου couturier.
Σε αυτήν τη συλλογή, όμως, η άσκηση στην τελειοποίηση της ίδιας γλώσσας απέπνεε κάτι ασφυκτικό – κι όχι εθιστικό, όπως συνήθως. Όσο αψεγάδιαστα κι αν ήταν τα δερμάτινά του, όσο ονειρικές κι αν φαίνονταν οι δαντέλες του κι όσο καθηλωτικές οι σιλουέτες, έλειπαν η έκπληξη και η ρήξη, τα στοιχεία ακριβώς που τοποθέτησαν το brand στη μυθολογία της σύγχρονης μόδας.
Τα 14 μόλις μοντέλα του σόου, όλα τους με το ένα χέρι ανέμελα κρυμμένο στην τσέπη, φόρεσαν σακάκια (σε ύφος Γουόλ Στριτ στα ’80s) με ένα ή δύο κουμπιά και σταυρωτά, που κατέβαιναν ως το μέσο των μηρών με μαξιμαλιστικά κοσμήματα και κέρινο μακιγιάζ δανεισμένο από το «Addicted to Love» του Ρόμπερτ Πάλμερ. Μικροσκοπικά δαντελένια φορέματα, διάφανα και κολλητά στο σώμα, ιδανικά για εμφανίσεις της Μπέλα Χαντίντ στο κόκκινο χαλί, έλαμψαν χάρη σε μια επίστρωση σιλικόνης. Στις εντυπωσιακές προτάσεις της συλλογής περιλαμβάνονταν και τα φαρδιά shearling μπουφάν που στερεώνονταν στον γοφό με μια σατέν κορδέλα με πόρπη από στρας, όπως και ένα δυο βραδινά φορέματα χορού από μαύρη δαντέλα με ενισχυμένους γοφούς που σχημάτιζαν πλαϊνές τσέπες.
Ένα δυνατό masterclass πάνω στη δομή και την καθαρότητα, καθώς και μια νέα ερμηνεία πάνω στο παλιό θέμα του power dressing, χωρίς αμφιβολία.
Πώς, όμως, αυτά τα looks περιγράφουν το νέο πρόσωπο της μόδας, αυτής που θέλει να ξεπεράσει την επιφανειακή επιτήδευση και την επίδειξη του πλούτου; Ένα κομμάτι Saint Laurent οφείλει να βγάζει τη γλώσσα στο κατεστημένο, να αυθαδιάζει και να απελευθερώνει, όχι απλώς να είναι αισθητικά τέλειο και πολυτελές.
Από τα ελάχιστα ξαφνιάσματα της συλλογής, η χρήση διάφανου νάιλον σε καμπαρντίνες-παρκά και βραδινά φορέματα, που υπαινίχθηκε μια σύγκρουση μεταξύ πολυτέλειας και πρακτικότητας.
Dior | Fall/Winter 2026/27 | Paris Fashion Week