O Νίκος Γρίβας θυμάται να επισκέπτεται από παιδί τα παζάρια της Αθήνας, παρέα με τη μητέρα του που έψαχνε έπιπλα με την πατίνα του χρόνου, ρούχα από δεύτερο χέρι, ακόμα και ποδήλατα για εκείνον και τα αδέλφια του. Μετά από χρόνια βρέθηκε τυχαία μόνος του σε ένα από αυτά και ένιωσε νοσταλγία. Τότε άρχισε να επιστρέφει στα μέρη που για κάποιους κρύβουν θησαυρούς. 

 

Στις αρχές του 2019 βρέθηκε στην Αμερική όπου η κουλτούρα του thrifting ακμάζει την τελευταία δεκαετία. Εκεί γοητεύτηκε πραγματικά. Γυρνώντας, λοιπόν, πίσω στην Ελλάδα, επισκέφθηκε ένα παζάρι της Αθήνας και από εκεί προμηθεύτηκε το πρώτο του vintage φούτερ. Είχε το λογότυπο της Nike ραμμένο στον λαιμό και το αρχικά μπλε σκούρο χρώμα του είχε ξεβάψει από τον ήλιο, αλλά ταίριαζε πάνω του τέλεια. Έτσι άρχισε να αναζητά παρόμοια κομμάτια, της ίδιας εταιρείας, και χωρίς να το καταλάβει, ξεκίνησε τη συλλογή του. 

 

Ο κόσμος αναζητά πιο οικονομικούς τρόπους για να ανανεώσει την γκαρνταρόμπα του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το thrifting άρχισε να ανθίζει στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος για να επιστρέψουμε σε αυτά είναι το περιβάλλον. 

 

«Καθώς βρισκόμουν σε ένα thrift store, λίγο έξω από την πόλη της Σάρλοτ στη Βόρεια Καρολίνα, άκουσα μια συζήτηση δύο παιδιών – μιλούσαν για κάτι «κουβάδες» στους οποίους μπορούσες να βρεις «τρελά πράγματα» σε πολύ καλές τιμές. Πήρα λοιπόν το θάρρος να ρωτήσω και να καταλάβω για τι ακριβώς μιλούσαν. Ακούγοντας την ξένη προφορά μου, με ρώτησαν από πού είμαι και έτσι πιάσαμε την κουβέντα.

 

Μου εξήγησαν ότι ψάχνουν παλιά ρούχα και τα μεταπωλούν. Αυτοί οι κουβάδες για τους οποίους συζητούσαν λοιπόν, είναι κάποιοι τεράστιοι χώροι σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής, όπου καταλήγουν τα ρούχα που απομένουν από τα thirft stores, έχοντας πάνω από 70% μειωμένη τιμή. Μπορείς να κάθεσαι με τις ώρες και να ψάχνεις χιλιάδες ρούχα καθώς εμφανίζεται καινούργιος κουβάς κάθε μισή ώρα. Όταν πήγα για πρώτη φορά στον χώρο για τον οποίο έλεγαν συνάντησα ανθρώπους χωρίς στέγη και resellers». 

 

παπουτσια nike
Φωτ.: Κατερίνα Γερακιού

 

Ο Nίκος κατέληξε να ταξιδέψει με τον Τάιλερ και τον Άλεξ σε δώδεκα πολιτείες. Οδηγώντας στο Κεντάκι, είδε έναν αγρότη να φοράει ένα φούτερ που του τράβηξε την προσοχή. «Ήταν ένα πορτοκαλί φούτερ Nike, γεμάτο λαδιές και λεκέδες, ξεθωριασμένο, με ένα τεράστιο λευκό σήμα στη μέση. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ σταμάτησα, πήγα κοντά του και τον ρώτησα αν υπήρχε περίπτωση να μου το πουλήσει. Με το που το άκουσε η γυναίκα του, που στεκόταν δίπλα του, χαμογέλασε και τον κοίταξε. Ο άνδρας λοιπόν αυτός, με ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον και μου είπε πως αυτό το φούτερ το φοράει κάθε μέρα στο χωράφι εδώ και 20 χρόνια. Όταν τον ρώτησα γιατί έχει τόσο μεγάλη αγάπη για το συγκεκριμένο φούτερ, σήκωσε τους ώμους του χωρίς να μου δώσει μια απάντηση. Εκεί κατάλαβα πόση αξία μπορεί να έχει το μεταχειρισμένο ρούχο». 

 

Για τον Νίκο, η καλύτερη εποχή της εταιρείας ήταν μεταξύ 1994 και 1999, τότε που η γραμμή τους είχε αυτό το buggy fit που προσπαθούν να πετύχουν κάποιες καινούριες εταιρείες και δεν το καταφέρνουν. «Η αδυναμία μου για τα σχέδια της Nike νομίζω ξεκινάει από μικρή ηλικία, λόγω του ότι η μάρκα ήταν πιο τσιμπημένη από κάποιες άλλες και έτσι οι γονείς μου προτιμούσαν να ντύνουν εμένα και τα αδέρφια μου πιο οικονομικά – είμαστε και τρία. Την ίδια στιγμή έβλεπα τους αγαπημένους μου αθλητές να τα φοράνε και φυσικά ήθελα κι εγώ».  

 

Από τα 350 κομμάτια που αποτελούν τη συλλογή του, περίπου τα 100 είναι vintage, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι φούτερ και μπουφάν. «Προσπαθώ καθημερινά να εξελίσσω τη συλλογή μου, με όλους τους πιθανούς τρόπους που μπορείς να σκεφτείς, από διάφορα thrift shops, από φίλους των παππούδων μου στο χωριό που τους ζητάω “να μπω στην ντουλάπα τους”, μέχρι και από περαστικούς στον δρόμο. Τα περισσότερα που έχω στη συλλογή μου τα θεωρώ συλλεκτικά, λόγω του ότι δεν πρόκειται να κυκλοφορήσουν ξανά. Ακόμα κι αν προσπαθεί η Nike να το καταφέρει, κατά τη γνώμη μου δεν μπορούν να πετύχουν όσο το πρώτο τους σχέδιο».

 

 

Το 2015, ο Νίκος δούλευε ως εθελοντής σε μια ΜΚΟ και είχαν βρεθεί στο λιμάνι του Πειραιά. «Η δουλειά μας τότε ήταν να λαμβάνουμε τα ρούχα από τις δωρεές και να κάνουμε τον διαχωρισμό τους σε νούμερα και είδη. Μια μέρα, καθώς φόρτωνα το βαν, με πλησίασε ένας τύπος που ήταν Ολλανδός. Νόμιζε ότι τα πουλάω και μου έπιασε τη συζήτηση. Του εξήγησα περί τίνος πρόκειται, ότι τα συγκεκριμένα ρούχα δεν ήταν προς πώληση, αλλά προορίζονταν για τους πρόσφυγες. Τότε έκανε κάτι που με πάγωσε. Έβγαλε ένα παλιό, κίτρινο φούτερ που φορούσε, μου το έδωσε και σηκώθηκε και έφυγε ενώ εγώ τον κοίταζα έκπληκτος να απομακρύνεται. Μετά από καιρό κατάλαβα ότι το φούτερ που μου έδωσε ήταν ένα vintage Nike του ’80». 

 

Τέσσερα χρόνια μετά, δουλεύοντας ως αρχηγός τουριστικών γκρουπ και βρισκόμενος στη Νίκαια της Γαλλίας, επισκέφθηκε ένα τοπικό θριφτάδικο για το οποίο είχε ακούσει ότι έχει ενδιαφέρον. «Ο ιδιοκτήτης του είχε κρεμάσει πίσω από το ταμείο ένα τζάκετ Jordan του ’90 που δεν το είχα ξαναδεί. Τον ρώτησα λοιπόν για το μπουφάν, άρχισε να μου μιλάει γι’ αυτό καθώς και για το πώς μπορώ να ξεχωρίζω τις ημερομηνίες του ρούχου, τσεκάροντας την ετικέτα, τη ραφή, ακόμα και το εργοστάσιο στο οποίο έχει κατασκευαστεί. Η συνάντησή μου μαζί του με έκανε να αγαπήσω ακόμα πιο πολύ το vintage ρούχο και τις ιστορίες που κρύβει. Το τζάκετ έγινε δικό μου φυσικά».

 

 

Από ένα καφενείο στο Αιγάλεω προμηθεύτηκε ένα τζάκετ του ’80. «Το μαγαζί το λειτουργούσε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Με το που το είδα παρατημένο σε ένα σταντ απλά ρώτησα αν το πουλάνε και το πήρα. Ακόμα δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί το συγκεκριμένο κομμάτι να βρέθηκε στα χέρια τους. Ήταν ένα κομμάτι από αυτά που είχε βγάλει η Nike πειραματικά, που δεν θα έπρεπε να έχει βγει εκτός εργοστασίου.

 

Έπειτα, σε μια λαϊκή αγορά της Αθήνας είχα βρει σε έναν πάγκο με μεταχειρισμένα ένα παλιό φούτερ της εταιρείας που έγραφε στην ετικέτα του “Made in Greece”. Ρωτώντας τον παππού που τα πουλούσε, μου είπε πως πριν από χρόνια υπήρχε ένα εργοστάσιο της Nike στην Ελλάδα το οποίο, όταν έκλεισε, έδωσε στους απολυμένους εργάτες ό,τι στοκ ρούχα είχαν μείνει. Δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει αυτή η ιστορία, αλλά αυτό που μου την επιβεβαιώνει είναι το ότι βλέπω μεγάλους ανθρώπους στον δρόμο να φοράνε πάντα τα καλύτερα κομμάτια. Αυτό με κάνει να συνεχίζω την έρευνά μου μέχρι να μου λυθούν όλες οι απορίες».

 

Γιατί έχουμε επιστρέψει στα θριφτάδικα; Τι μας τραβάει σε αυτά; «Αρχικά, το στοιχείο της μοναδικότητας. Όλοι μας, λίγο πολύ, θέλουμε να εκφραζόμαστε μέσα απ’ τα ρούχα που φοράμε. Η ιστορία που κουβαλάει κάθε ένα από αυτά τα καθιστά μοναδικά, άρα αναπόφευκτα αυτό περνάει και σε εμάς. Έπειτα είναι η όλη διαδικασία. Το ότι ξεκινάς να ψάχνεις έχοντας τον ενθουσιασμό του αγνώστου και τελικά βρίσκεις κάτι το οποίο δεν είχες φανταστεί καν, ένα ρούχο που έχει αντέξει στον χρόνο.

 

Οι λόγοι είναι και πρακτικοί. Ο κόσμος αναζητά πιο οικονομικούς τρόπους για να ανανεώσει την γκαρνταρόμπα του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το thrifting άρχισε να ανθίζει στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος για να επιστρέψουμε σε αυτά είναι το περιβάλλον. Τα 3/5 των ρούχων που αγοράζονται παγκοσμίως καταλήγουν στα σκουπίδια. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από το 5% των απορριμμάτων που παράγονται στον κόσμο κάθε χρόνο είναι είδη ένδυσης. Έχουμε αρχίσει να ενημερωνόμαστε γι’ αυτά τα προβλήματα, να τα συνειδητοποιούμε και να αναζητούμε λύσεις».

 

@athens.customs.thrift shop