Σε ταράτσα της Νέας Υόρκης, 1953, φωτογραφημένος απο τον William Burroughs
Σε ταράτσα της Νέας Υόρκης, 1953, φωτογραφημένος απο τον William Burroughs

 

 

 

Ουρλιαχτό

 

Το ποίημα του Άλλεν Γκίνσμπεργκ εκδόθηκε στην Αμερική το 1956. Ήταν ποίημα-σταθμός για την γενιά των χίπις. Το ποίημα έφτασε στην Ελλάδα την δεκαετία του 70. Ο Άρης Μπερλής μετέφρασε το ποίημα αλλά οι εκδοτικοί οίκοι της εποχής φοβόντουσαν την λογοκρισία και κανένας δεν τολμούσε να το εκδώσει. Εκδόθηκε το 1978 για πρώτη φορά από τον εκδοτικό οίκο Άκμων. Κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου και σε ένα μήνα το βιβλίο είχε εξαντληθεί. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ποίημα-ποταμό. Μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο σε μετάφραση Άρη Μπερλή σε αυτό το πολύ καλό blog, αν και προτιμότερο είναι να το αποκτήσετε στην εξαιρετική του επανέκδοση από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ:

 

 

_________________

 

Βγάλτε τίς κλειδαριές από τίς πόρτες!

Βγάλτε τίς πόρτες απ' τούς μεντεσέδες!

 

 

 

 

Γιά τον Κάρλ Σόλομον

 

Ι
 
Είδα τά καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ' την
    τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,
νά σέρνονται μέσ' απ' τούς νέγρικους δρόμους τήν αυγή γυ-
    ρεύοντας μιά φλογισμένη δόση,
χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επου-
    ράνιο δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας,
φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμέ-
    νοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι πα-
    γωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορ-
    φές τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ,
πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ' τόν εναέριο
    σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλί-
    ζοντας φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων,
πού πέρασαν απ' τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι αχτι-
    νοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραμα-
    τικά λουσμένα στό φώς τού Μπλέηκ ανάμεσα στούς μανδα-
    ρίνους τού πολέμου,
πού αποβλήθηκαν απ' τίς ακαδημίες γιατ' ήσαν λέει τρελοί κι
    εξέδιδαν άσεμνες ωδές στά παράθυρα τής νεκροκεφαλής,
πού τρέμανε σ' αξύριστα δωμάτια μέ εσώρουχα, καίγοντας
    τά λεφτά τους σέ καλάθια αχρήστων καί στήνοντας τ' αυτί
    στόν Τρόμο μεσ' απ' τόν τοίχο,
πού πιάστηκαν από τίς ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας
    φτιαγμένοι μέ μαριχουάνα από Λαρέντο γιά Νέα Υόρκη,
πού καταπίνανε φωτιά στούς τεκέδες ή πίναν νέφτι στό Πα-
    ράνταϊς Άλλεϋ, θάνατος, ή τυραννούσαν τά κορμιά τους
    κάθε νυχτα
μέ όνειρα, μέ ναρκωτικά, μ' εφιάλτες στόν ξύπνο, βακχείες
    καί οχείες κι ατέλειωτα όργια,
ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στό
    μυαλό πού πηδούσε σέ κολόνες τού Καναδά καί τού Πάτερ-
    σον, καταυγάζοντας τόν ασάλευτο κόσμο τού Χρόνου,
Πεγιότ συμπάγειες τώμ θαλάμων, χαράματα περιβόλων πρά-
    σινων δέντρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στίς στέγες, αύ-
    τοκινητάδες τής πλάκας καί τής μαστούρας καί απέραντες
    σειρές βιτρίνες καί βλεφαρισμοί τών φώτων τής τροχαίας,
    ηλιακές καί σεληνιακές καί δενδρικές δονήσεις στά βρυχώ-
    μενα χειμωνιάτικα δειλινά τού Μπρούκλιν, τενεκεδοπαρα-
    ληρήματα κι ευγενικό βασιλικό φώς τού νού,
πού στρωθήκαν στό μετρό γιά τήν ατέρμονη βόλτα απ' τό
    Μπάττερυ στό άγιο Μπρόνξ μέ μπενζεντρίν ωσότου τών
    τροχών καί τών παιδιών ο θόρυβος τούς έριξε τρέμοντας
    σύγκορμοι μέ στραβό τό στόμα τσακισμένοι ξεστραγγισμέ-
    νοι από κάθε σκέψη στό θλιβερό φώς τού Ζωολογικού Κήπου,
πού βουλιάξαν όλη νύχτα στό υποβρύχιο φώς τού Μπίκφορντ
    καί ξενερίσανε καί βγάλαν τό απόγευμα μέ ξεθυμασμένη
    μπίρα στήν  ερημιά τού Φουγκάτσι, ακούγοντας τόν Ερχομό
    τής Κρίσης στό τζουκμπόξ τού υδρογόνου,
πού μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ' τό πάρκο στό
    σπίτι στό μπάρ στό Μπέλβιου στό μουσείο στή Γέφυρα τού
    Μπρούκλιν,
ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών πού πηδούσαν απ'
    τίς βεράντες απ' τίς εξόδους πυρκαγιάς απ' τά παράθυρα απ'
    τό Εμπάιερ Στέητ απ' τήν σελήνη,
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
    γεγονότα καί μνήμες κι ανέκδοτα καί πλάκες πού σπάσανε
    καί σόκ νοσοκομείων καί φυλακών καί πολέμων,
ολόκληρες διάνοιες πού ξεράστηκαν αναπολώντας μέ απόλυτη
    ακρίβεια εφτά μέρες καί νύχτες μέ μάτια πού άστραφταν,
    κρέας γιά τή Συναγωγή πεταμένο στό πεζοδρόμιο,
πού χάθηκαν στό πούπετα Ζέν Νιού Τζέρσυ αφήνοντας στό πέ-
    ρασμά τους διφορούμενα κάρτ-ποστάλ τού Ατλάντικ Σίτυ
    Χώλ,
υποφέροντας από ιδρώτες τής Ανατολής καί οστεόλυση τής
    Ταγγέρης καί κινεζικές ημικρανίες σέ περίοδο αποτοξινώ-
    σεως στό γυμνό καί θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,
πού γυρόφερναν τά μεσάνυχτα στό μηχανοστάσιο τών τρένων
    κι αναρωτιόνταν πού νά πάνε, καί πήγαν, χωρίς ν΄αφήσουν
    κανένα μέ παράπονο,
πού ανάβανε τσιγάρα στά βαγόνια βαγόνια βαγόνια πού κρο-
    τάλιζαν τραβώντας μεσ' απ' τό χιόνι γιά τίς ερήμικες φάρ-
    μες στήν παππούδικη νύχτα,
πού μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού
    τηλεπάθεια καί μπόπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο
    ενστικτωδώς κάτω απ' τά πόδια τους στό Κάνσας,
πού τριγυρνούσαν μόνοι στούς δρόμους τού Αϊντάχο ψάχνον-
    τας γιά φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους πού ήσαν φαντα-
    στικοί ινδιάνοι άγγελοι,
πού σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη
    άστραψε σέ υπερφυσική έκσταση,
πού σάλταραν σέ λιμουζίνες μέ τόν Κινέζο τής Οκλαχόμα
    όταν τούς κέντρισε η χειμωνιάτικη τού φαναριού τού δρόμου
    μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,
πού σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στό Χιούστον ψά-
    χνοντας γιά τζάζ ή σέξ ή πράγμα, καί πήραν στό κατόπι τόν
    αετονύχη τόν Σπανιόλο νά συζητήσουν γιά τήν Αμερική καί
    τήν Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπαρκάραν
    γιά τήν Αφρική,
πού εξαφανίστηκαν στά ηφαίστεια τού Μεξικού αφήνοντας
    πίσω τους τίποτ' άλλο πέρα από τή σκιά τών μπλουτζήνς
    καί τή λάβα καί τή στάχτη τής ποιήσης σκορπισμένη στό
    τζάκι Σικάγο,
πού ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή  ερευνώντας τό  F.B.I  μέ
    γενειάδες καί σόρτς μέ μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξυ
    καί λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φυλλάδια,
πού έκαναν τρύπες από τσιγάρο στά μπράτσα τους διαμαρτυ-
    ρόμενοι γιά τή ναρκωτική καταχνιά τού ταμπάκου τού Κα-
    πιταλισμού,
πού μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στή Γιούνιον
    Σκουαίαρ κλαίγοντας καί βγάζοντας τά ρούχα τους ενώ οι
    σειρήνες τού Λός Άλαμος τούς κυνηγούσαν στριγκλίζοντας,
    τήν Ουώλ Στρήτ κατεβαίνοντας στριγκλίζοντας , κι ενώ τό
    φέρρυ γιά τό Στάτεν στρίγκλιζε επίσης,
πού έσπασαν κλαίγοντας σέ λευκά γυμναστήρια γυμνοί καί
    τρέμοντας μπροστά στίς μηχανές άλλων σκελετών
πού δάγκωσαν ντέτεκτιβς στό σβέρκο καί τσίριζαν καταγοη-
    τευμένοι σέ αστυνομικά εκατό μιά καί κανένα έγκλημα δέν
    είχαν διαπράξει παρά μονάχα τή δική τους άγρια παιδερα-
    στία καί μέθη,
πού ούρλιαζαν πεσμένοι στά γόνατα στόν υπόγειο καί σύρθη-
    καν έξω από τήν οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα καί γεννη-
    τικά όργανα,
πού αφέθηκαν νά γαμηθούν από πίσω από άγιους μοτοσυκλε-
    τιστές κι αλάλαζαν από χαρά,
πού κάνανε τσιμπουκι μ' αυτά τ' ανθρώπινα σεραφείμ, τούς
    ναύτες, χάδια τού Ατλαντικού κι αγάπες τής Καραϊβικής,
πού ξεφάντωναν πρωί καί βράδυ στούς ροδόκηπους καί στό
    γρασίδι τών δημοσίων πάρκων καί κοιμητηρίων σκορπίζον-
    τας μ' απλοχεριά τό σπέρμα τους σ' όποιον κι άν ήθελε,
πού είχαν αδιάκοπο λόξιγκα θέλοντας νά χαχανίσουν καί τέ-
    λειωσαν μ' ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα σ' ένα χαμάμ
    όταν ο ξανθός καί γυμνός άγγελος ήρθε νά τούς καρφώσει
    μ' ένα ξίφος,
πού χάσανε τ' αγόρια τους στίς τρείς γριές στίγκλες τής
    μοίρας τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα τού ετεροφυλόφιλου δο-
    λάριου τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού κλείνει τό μάτι έξω
    απ' τή μήτρα καί τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού δέν κάνει
    τίποτ' άλλο απ' τό νά κάθεται στόν πισινό της καί νά ψαλι-
    δίζει τίς χρυσές κλωστές τής διανόησης στόν αργαλειό τού
    τεχνίτη,
πού ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ' ένα μπουκάλι
    μπίρα μιά αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί καί πέ-
    σαν κάτω απ' τό κρεβάτι καί συνεχίσανε στό πάτωμα καί
    έξω στό διάδρομο καί τέλειωσαν λιγοθυμώντας μέ τό όραμα
    τού απόλυτου μουνιού καί σπέρμα πού ξέφυγε από τό τε-
    λευταίο παίξιμο τής συνείδησης,
πού γλύκαναν τό πράμα εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας
    στό δειλινό καί είχαν μάτια κόκκινα τό πρωί, πρόθυμοι
    όμως νά γλυκάνουν τό πράμα τής ανατολής, αστράφτοντας
    οπίσθια στούς σιτοβολώνες καί γυμνοί στή λίμνη,
πού σάρωσαν τό Κολοράντο πορνοκοπώντας μέ μυριάδες κλεμ-
    μένα  αυτοκίνητα τής νύχτας, Νήλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως
    αυτών τών ποιημάτων, ψωλαράς καί Άδωνις τού Ντένβερ -
    χαρά στ' αμέτρητα γαμήσια του μέ κορίτσια σέ χορταρια-
    σμένα οικόπεδα κι αυλές, σέ ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες
    κινηματογράφων, σέ βουνοκορφές σέ σπήλαια, μέ χτικιάρες
    γκαρσόνες στ' ανασηκωμένα μεσοφούστανα τών κρασπέδων
    τών εθνικών οδών, κυρίως δέ σέ μυστικούς σολιψισμούς ου-
    ρητηρίων βενζινάδικων, καί σέ σοκάκια επίσης,
πού σβήσαν σάν εικόνες σέ απέραντες βρομερές ταινίες, μετα-
    κινήθηκαν στό όνειρο, ξύπνησαν σ'ένα απροσδόκητο Μαν-
    χάτταν, σύρθηκαν έξω απ' τά υπόγεια μέ πονοκέφαλο απ'τό
    άσπλαχνο Τοκαίυ καί τούς τρόμους τών σιδηρών ονείρων τής
    Τρίτης Λεωφόρου  καί τράβηξαν παραπατώντας γιά τό γρα-
    φείο ανεργίας,
πού περπατήσανε όλη νύχτα μέ τά παπούτσια τους γεμάτα
    αίμα στίς χιονισμένες αποβάθρες παραμονευόντας μιά πόρ-
    τα τού Ήστ Ρίβερ νά ανοίξει σ' ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο
    καί αχνούς,
πού δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στίς πολυκα-
    τοικιούμενες απόκρημνες όχθες τού Χάντσον κάτω από τόν
    γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα τής σελήνης, καί τά κε-
    φάλια τους στεφανωθούν μέ δάφνη εις αιωνίαν λήθην,
πού φάγανε τό αρνάκι ραγού τής φαντασίας ή χωνέψανε τόν κά-
    βουρα στόν λασπώδη πυθμένα τών ποταμών τού Μπάουερυ, 
πού κλάψανε γιά τό ρομάντσο τών δρόμων μέ τό κάρο τους
    γεμάτο κρεμμύδια καί κακή μουσική,
πού κάθισαν σέ παράγκες ανασαίνοντας στό σκοτάδι κάτω απ'
    τή γέφυρα καί σηκωθήκαν γιά νά στήσουν κλαβεσέν στίς
    σοφίτες τους,
πού βήχανε στόν έκτο όροφο τού Χάρλεμ στεφανωμένοι μέ
    φλόγα κάτω από τόν φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από κα-
    φάσια θεολογίας,
πού ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολάροντας ανυπέρβλη-
    τες επωδές πού στό κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές ασυναρ-
    τησιών,
πού μαγειρέψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές
    μπόρστ καί τορτίγιες κάνοντας όνειρα γιά τό αγνό βασίλειο
    τών φυτών,
πού χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας
    γιά ένα αυγό,
πού πέταξαν τά ρολόγια τους απ' τήν ταράτσα γιά νά ρίξουν τήν
    ψήφο τους υπέρ τής Αιωνιότητας έξω απ' τό Χρόνο, καί ξυ-
    πνητήρια πέφταν κάθε μέρα στά κεφάλια τους καθ' όλη τήν
    επόμενη δεκαετία,
πού κόψανε τίς φλέβες τους τρείς φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,
    τό πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν μαγαζιά
    μέ αντίκες όπου νιώθαν πώς γερνούν, καί κλαίγανε,
πού κάηκαν ζωντανοί μέ τά αθώα φανελένια τους κουστούμια
    στή Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ' εκρήξεις μολυβένιου
    στίχου καί φουλαρισμένοι σαματά τώμ σιδηρών συνταγμά-
    των τής μόδας καί νιτρογλυκερινικών κραυγών τών νεράι-
    δων τής διαφημίσης καί μουσταρδικού αερίου τών απαισίων
    διανοουμένων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τά μεθυσμένα
    ταξί τής Απολύτου Πραγματικότητος,
πού πήδηξαν από τή γέφυρα τού Μπρούκλιν αυτό πράγματι
    συνέβη καί χαθήκανε άγνωστοι καί ξεχασμένοι στή φασμα-
    τική ζάλη τών παρόδων τής Τσάιναταουν, κι ούτε τούς κέ-
    ρασαν μιά μπίρα,
πού τραγουδούσαν απ' τά ανοιχτά παράθυρα τους απελπισμέ-
    νοι, έπεσαν από τό παράθυρο τού μετρό στό βρόμικο Πασ-
    σάικ, ρίχτηκαν σέ νέγρους, κλαίγανε στούς δρόμους, χόρε-
    ψαν ξυπόλητοι πάνω σέ κρασοπότηρα σπασμένα πίτα στό
    μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζάζ
    τού '30, τέλειωσαν τό ουίσκυ καί ξέρασαν μέ ρόχθο στή
    ματωμένη τουαλέτα, μέ βογκητά στ' αυτιά τους καί συριγ-
    μούς κολοσσιαίων σειρήνων,
πού κουτρουβάλησαν στίς λεωφόρους τού παρελθόντος ταξι-
    δευόντας ο ένας στού άλλου τόν Γολγοθά τής αγρύπνιας καί
    τής μοναξιάς ή στήν ενσάρκωση τής τζάζ τού Μπίρμινχαμ,
πού διασχίσανε τή χώρα απ' τό 'να άκρο στ' άλλο σ' εβδομην-
    ταδύο ώρες γιά νά δούν άν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες
    ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, γιά νά βρούν τήν Αιω-
    νιότητα,
πού ταξίδεψαν στό Ντένβερ, πού πέθαναν στό Ντένβερ, πού
    ξαναγύρισαν στό Ντένβερ καί περίμεναν ματαίως, πού α-
    γνάτευαν στό Ντένβερ καί στοχάζονταν καί μονάζανε στό
    Ντένβερ καί τελικά εφύγανε γιά ν' ανακαλύψουν τό Χρόνο,
    καί τό Ντένβερ νοσταλγεί τώρα τούς ήρωες του,
πού πέσανε στά γόνατα σ' απελπισμένες εκκλησιές καί προσ-
    ευχήθηκαν ο ένας γιά τού άλλου τή σωτηρία καί τή φώτιση
    καί τίς καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τά μαλλιά της μιά
    στιγμή,
πού σπάσαν τό κεφάλι τους στίς φυλακές καρτερώντας απίθα-
    νους εγκληματίες μέ χρυσά κεφάλια καί τή γοητεία τής
    πραγματικότητας στίς καρδιές πού τραγουδούσαν γλυκά
    μπλούζ στό Αλκατράζ,
πού αποσύρθηκαν στό Μεξικό γιά νά καλλιεργήσουν μιά συν-
    ήθεια, ή στά Βραχώδη Όρη στόν τρυφερό Βούδα ή στήν
    Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στό Νότιο Ειρηνικό στή μαύρη λοκο-
    μοτίβα ή στό Χάρβαρντ στόν Νάρκισσο στό Γούντλων στή
    γιρλάντα από μαργαρίτες ή στόν τάφο,
πού αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας τό ρα-
    διόφωνο γιά υπνωτισμό καί απόμειναν μέ τή δική τους τρέ-
    λα καί τά χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,
πού πέταξαν κλούβια αυγά στούς ομιλητές περί Ντανταϊσμού
    στό Κολέγιο τής Νέας Υόρκης καί μετά παρουσιάστηκαν
    στά γρανιτένια σκαλοπάτια τού τρελοκομείου μέ ξυρισμένα
    κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες καί απαιτώντας
    άμεσο λοβοτομία,
 καί πού τούς δόθηκε αντί γι’ αυτό τό συμπαγές κενό της ιν-
    σουλίνης τού μετρασόλ τού ηλεκτροσόκ τής υδροθεραπείας
    ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πίνγκ πόνγκ καί αμνη-
    σίας,
πού αναποδογύρισαν ένα μονάχα συμβολικό τραπέζι τού πίνγκ
    πόνγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, καί ξεκουράστηκαν γιά
    λίγο στην κατατονία,
καί γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μέ
    μιά ματωμένη περούκα, καί τά δάκρυα καί τά δάχτυλα, στήν
    ολοφάνερη καταδίκη τής τρέλας τών θαλάμων τών τρελο-
    πόλεων τών Ανατολικών Πολιτειών,
στά δυσώδη δωμάτια τού Πίλγκριμ καί τού Ρόκλαντ καί τού
    Γκρέυστοουν, λογομαχώντας μέ τούς αντίλαλους τής ψυχής,
    χορεύοντας ρόκ στίς μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τής
    αγάπης, ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς, σώματα πού γινήκαν
    πέτρα βαριά σάν τό φεγγάρι,
μέ τή μάνα τελικά....... καί τό τελευταίο φανταστικό βιβλίο
    πεταμένο έξω απ’ τό παράθυρο, καί τήν τελευταία πόρτα
    πού έκλεισε στίς 4 τό πρωί καί τό τελευταίο τηλέφωνο πού 
    βρόντηξε στόν τοίχο αντί απαντήσεως καί τό τελευταίο ε-
    πιπλωμένο δωμάτιο πού άδειασε μέχρι τό τελευταίο κομ-
    μάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο τριαν-
    τάφυλλο καρφωμένο στήν κρεμάστρα στήν ντουλάπα, φαν-
    ταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο
    κομματάκι παραισθήσεως -
Ώ Κάρλ, όσο δέν είσαι ασφαλής δέν είμαι άσφαλής, καί τώρα
    είσαι στ’ αλήθεια μέσα στήν απόλυτη μπουγιαμπέσα τού
    χρόνου -
καί πού γι’ αυτό ετρέχανε στούς παγωμένους δρόμους δαιμο-
    νισμένοι από μιά ξαφνική αστραπή τής αλχημείας τής χρή-
    σης τής έλλειψης τού καταλόγου τού μεταβλητού μέτρου καί
    τού παλμικού επιπέδου,
πού ονειρεύονταν καί επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στό Χώ-
    ρο καί τό Χρόνο μέσ’ άπό άντικριστές εικόνες, καί παγί-
    δευαν τον αρχάγγελο τής ψυχής ανάμεσα σέ 2 οπτικές ει-
    κόνες καί δένανε τά στοιχειώδη ρήματα καί βάζανε μαζί τό
    ούσιαστικό καί τήν παύλα τής συνείδησης πηδώντας μέ τήν 
    αίσθηση τού Pater Omnipotens Aetema Deus
 γιά ν’ άναγεννήσει τή σύνταξη καί τό μέτρο τού φτωχού άνθρώ-
    πινου πεζού λόγου καί νά σταθεί μπροστά σας αμίλητος καί
    νοήμων καί τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως
    ανοίγοντας τήν ψυχή γιά νά ομονοήσει μέ τό ρυθμό τής
    σκέψης μές στό γυμνό κι απέραντο κεφάλι,
ό τρελός τό ρεμάλι κι άγγελος μπήτ στό Χρόνο, άγνωστος, κι
    όμως καταγράφοντας εδώ αυτά πού θ’ απομείνουν γιά νά
    ειπωθούν σέ καιρούς μετά τό θάνατο, γι’ αύτούς
πού υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στά φασματικά ρούχα τής
    τζαζ στή χρυσοκέρατη σκιά τής μπάντας καί τραγούδησαν
    το βάσανο γι’ αγάπη τού γυμνού αμερικάνικου μυαλού μέ
    μιά ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή πού ανα-
    τρίχιασε τίς πόλεις μέχρι τό τελευταίο ραδιόφωνο
μέ τήν απόλυτη καρδιά τού ποιήματος τής ζωής σφαγμένη καί 
    πετάμενη έξω απ’τά κορμιά τους καλή γιά φάγωμα γιά 
    χίλια χρόνια.
 

 

Φωτογραφία:Richard Avedon
Φωτογραφία:Richard Avedon

 

 

                                                          

O Γκίνσμπεργκ στην Αθήνα

 

 

Ο Άρης Μπερλής συναντήθηκε με τον Γκίνσμπεργκ το 1993 στην Αθήνα. Περιγράφει την βόλτα τους στην Αθήνα και την μάλλον αμοιβαία απογοήτευσή τους. Ένα απόσπασμα από την Ελευθεροτυπία:

 

«Το φθινόπωρο του 1993 ο Γκίνσμπεργκ ήρθε στην Αθήνα, προσκαλεσμένος του περιοδικού «Ρεύματα», για να διαβάσει το Ουρλιαχτό σε εκδήλωση που έγινε στο θέατρο «Ρεξ». Μου τηλεφώνησε και μου ζήτησε να είμαι μαζί του και να διαβάσω τις μεταφράσεις μου. Αρνήθηκα ευγενικά, λέγοντας ότι αυτού του είδους οι δημόσιες εκδηλώσεις μού προκαλούν αγοραφοβία. Με συμβούλευσε να κάνω ασκήσεις ζεν. Του υποσχέθηκα να τον δω την επομένη και να τα πούμε κατ' ιδίαν. Πράγματι, το μεσημέρι τον συνάντησα στο ξενοδοχείο «Ηλέκτρα» στην Πλάκα όπου έμενε και ανεβήκαμε με τα πόδια την οδό Νικοδήμου. Τον ρώτησα τι θέλει να κάνουμε και απάντησε ότι για μερικές ώρες ήταν ελεύθερος, το απόγευμα μόνο είχε ραντεβού με τους έλληνες βουδιστές στο προαύλιο του Αρχαιολογικού Μουσείου. Στο μεταξύ μπορούσαμε να φάμε. Φτάνοντας στον Εθνικό Κήπο διαπίστωσα ότι τα ταξί είχαν απεργία. Πήραμε το τρόλεϊ, κάθισμα αδειανό δεν υπήρχε, και η έγνοια μου ήταν να τον υποβαστάζω όρθιο στο διάδρομο, ήταν άρρωστος και ετοιμόρροπος. Στη διαδρομή μού απήγγειλε ένα ποίημα που είχε γράψει πρόσφατα για τον πατέρα του. Μπροστά μας καθόταν μια κοπέλα, είχε στην αγκαλιά βιβλία, έδειχνε φοιτήτρια· κάποια στιγμή άνοιξε το ντοσιέ της και του έδειξε, μέσα σε σελοφάν, τη σελίδα της συνέντευξης που του είχε πάρει ο Θανάσης Λάλας του «Βήματος», την προηγούμενη Κυριακή. Υπήρχε και μια μεγάλη φωτογραφία του και, κατακόκκινη και τείνοντας το δάχτυλο, η κοπέλα τον ρώτησε «Is it you?» Ο Γκίνσμπεργκ έριξε μια φευγαλέα ματιά, είπε ένα αδιάφορο «yes» και συνέχισε να μου μιλάει. Τον ρώτησα αν αυτό συμβαίνει συχνά στη Νέα Υόρκη. Απάντησε «μερικές φορές», κάτι κατάλαβε, και της απηύθυνε δυο κουβέντες.

 

Allen Ginsberg & Peter Orlovsky
Allen Ginsberg & Peter Orlovsky

 

Κατεβήκαμε στο Μουσείο και βρήκαμε ένα παραδοσιακό εστιατόριο στην Πατησίων. Παρήγγειλε φασουλάδα και κουβεντιάσαμε περί ποιήσεως. Δυσφόρησε όταν του είπα ότι είχα στραφεί ως αναγνώστης και ως μεταφραστής στον αγγλικό λογοτεχνικό μοντερνισμό και σιώπησε όταν σε σχετική του ερώτηση του απάντησα ότι είμαι παντρεμένος και έχω μια κόρη. Μου είπε ότι τον περασμένο χρόνο έκανε την πεντηκοστή πολιτεία του Ουρλιαχτού (δηλ. διάβασε το ποίημα σε δημόσια συγκέντρωση στην τελευταία Πολιτεία των ΗΠΑ όπου δεν το είχε μέχρι τότε διαβάσει). Συζητώντας περί ποιήσεως και ποιητών είπε ότι ο Γκρέγκορι Κόρσο, γνωστός ποιητής μπιτ, είναι πολύ έξυπνος («very smart»), καθόσον τα ποιήματα που γράφει τώρα δεν τα δίνει σε περιοδικά, αλλά τα πωλεί ως χειρόγραφα κατευθείαν σε συλλέκτες. Η αμοιβή είναι τουλάχιστον πενταπλάσια. Σε σχόλιό μου ότι εμείς, το αναγνωστικό κοινό, στερούμεθα έτσι ενός ενδεχομένως σπουδαίου ποιήματος, απάντησε ότι κάποτε στο μέλλον θα εκδοθούν, μπορούμε να περιμένουμε. Στη διάρκεια της συνομιλίας μας πολιτικές απόψεις δεν διατύπωσε. Ηπιε διάφορα δισκία φαρμάκων και όταν τον ρώτησα γιατί δεν κάνει ασκήσεις ζεν αντί να καταπίνει χάπια, μου απάντησε ότι για να αντιμετωπίσει τις συγκεκριμένες παθήσεις πρέπει να μπει σε πολύ βαθιά νερά διαλογισμού, για τα οποία δεν είναι έτοιμος. Στον κήπο του Μουσείου, οι καρέκλες άδειες, αποχαιρετηθήκαμε. Γύρισα σπίτι με τα πόδια.»

 

Με τους Clash
Με τους Clash

 

 ______________

Λίγο πριν το θάνατό του(5 Απριλίου 1997 από καρκίνο στο ήπαρ) θα ηχογραφήσει το «Ballad of the Skeletons», σε συνεργασία με σημαντικούς συνθέτες, όπως οι Philip Glass, Lenny Kaye, Marc Ribot και Paul McCartney. Το βίντεο γυρίστηκε από τον  Gus Van Sant:

 

 

 

 

Με τον Κέρουακ στα γυρίσματα του Pull My Daisy, Νέα Υόρκη, Μάρτιος του 1959
Με τον Κέρουακ στα γυρίσματα του Pull My Daisy, Νέα Υόρκη, Μάρτιος του 1959

 

 

Aμερική

 

Ο Γκίνσμπεργκ αγάπησε και μίσησε την Αμερική. Η απέχθεια του για την καθεστωτική νοοτροπία της χώρας του γίνεται φανερή στο «America». Ακολουθεί ένα απόσπασμα του ποιήματος σε μετάφραση από τον Κλείτο Κύρου, από την "Αυγή". Στο βίντεο το ποίημα με μουσική υπόκρουση Tom Waits:

 

 

 

 

Αμερική όλα σου τάχω δώσει και τώρα είμαι ένα τίποτε.

Αμερική δύο δολλάρια κ' εισοσιεφτά σεντς 17 Ιανουαρίου 1956.

Δεν το χωράει ο νους μου.

Αμερική πότε θα σταματήσουμε τον ανθρώπινο πόλεμο;

Δεν έχω κέφι μη με πειράζεις.

Α σικτήρ με την ατομική σου μπόμπα.

Δε θα γράψω το ποίημα μου πριν έρθω στις καλές μου.

Αμερική πότε θα γίνεις αγγελική;

Πότε θα πετάξεις τα ρούχα σου;

Πότε θα δεις τον εαυτό σου μέσα απ' τον τάφο;

Πότε θα γίνεις άξια για το ένα εκατομμύρια αγωνιστές σου;

Αμερική γιατί είναι οι βιβλιοθήκες σου γιομάτες δάκρυα;

Αμερική πότε θα στείλεις τις μπόττες σου στην Ινδία;

Μ' αρρώστησαν οι παράλογες αξιώσεις σου.

Πότε μπορώ να μπω στα μαγαζιά και ν' αγοράσω ό,τι χρειάζομαι με την ομορφιά μου;

Αμερική στο κάτω - κάτω είσαι συ κι εγώ που είμαστε τέλειοι κι όχι ο κόσμος που θάρθει.

 

 

______________

9 Φεβρουαρίου 1976. Μια σπάνια συνέντευξη των  Allen Ginsberg και William S. Burrough στο αμερικάνικο ραδιόφωνο:

 

 


 

 

Daniel Radcliffe
Daniel Radcliffe

 

 

O Χάρι Πότερ παίζει τον Γκίνσμπεργκ

 

 

 

Και ερχόμαστε στο 2013. O Daniel Radcliffe δηλαδή ο πρωταγωνιστής του Χάρι Πότερ, παίζει τον Γκίνσμεργκ στο «Kill Your Darlings». Από το τρέιλερ το πράγμα φαίνεται, θα γελάσουμε:

 

 

 

Τελευταία, η κινηματογραφική βιομηχανία θεωρεί ότι είναι πανεύκολο να κάνει ταινίες για τους beatniks, μάλλον γιατί είχαν μούσια και φορούσαν καρό πουκάμισα. Νομίζουν ότι θα γεμίσουν τις αίθουσες τα χιπστεράκια. Τα αποτελέσματα είναι κωμικοτραγικά. Τόσο εισπρακτικά, όσο και καλλιτεχνικά. Εδώ, έχουμε τον Daniel Radcliffe,  που λέει στην Guardian ότι τον συνοδεύει μια μεγάλη κατάρα: «Όπως τον Paul MacCartney θα τον συνδέουν για πάντα με τους Beatles ό,τι και να κάνει μόνος του, έτσι και εμένα θα με συνδέουν με τον Χάρι Πότερ» λέει σε μια συνέντευξη του. Η μεγαλομανία στο κόκκινο.

 

Και τι σκέφτηκε για να πετάξει αυτή την κατάρα από πάνω του; Να κάνει τον Γκίνσμπεργκ.

 

Γράφει κάποιος στο Υoutube για το ρόλο του: «Φοβερός! Είναι γεννημένος για να παίζει ρόλους με γυαλιά μυωπίας». Αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα: Επέλεξε τον ρόλο λόγω των γυαλιών μυωπίας κα της ομοιότητας που έχει με τον νεαρό ποιητή. 

 

Ας κλείσουμε με αυτό το χαριτωμένο βίντεο όπου είναι σαν να κάνει φωτογράφηση για το Men’s Health και κάποιος του είπε στο διάλλειμα: «Νταξει ρε μαν, καλά το πας, κάνε κανένα τσιγαράκι για να χαλαρώσεις, αλλά μην το πεις στη μαμά σου. Θα με σκοτώσει»: