Γενιά. Η λέξη που το lifestyle χρησιμοποίησε με τον πιο «έξυπνο» τρόπο. Με άλλοθι αυτή την λέξη και μόνο γεννήθηκαν μόδες, παλιμπαιδισμοί, «επαναστατικά» σύμβολα, πουλήθηκαν περιοδικά, και οι διαφημιστές βρήκαν το χρυσωρυχείο που δεν χρειαζόταν να κουραστείς στο σκάψιμο για να ανασύρεις το θησαυρό. Τι χρειαζόταν; Λίγο μόνο να χτυπήσεις την πιο ευαίσθητη χορδή των ανθρώπων, το γήρας, αυτό και μόνο χρειαζόταν για να τους πουλήσεις το οτιδήποτε.

 

Ο «τιμητικός» τίτλος «Γενιά του Πολυτεχνείου», είναι κάτι απροσδιόριστο, μακριά από τα πραγματικά γεγονότα της εποχής, που συμπεριλάμβανε στην μεγάλη της αγκαλιά τους πάντες. Όλοι θέλησαν να είναι «Η γενιά του Πολυτεχνείου». Όλοι θέλησαν να είναι μέσα σε αυτό την βραδιά των γεγονότων. Όλοι ήταν επαναστάτες αγωνιστές. Όλοι ήταν ευαίσθητοι νέοι που έριξαν την χούντα. Όλοι ήταν κάτι άλλο από αυτό που είναι σήμερα. Ύστερα έτρεχαν να σου επισημάνουν ότι ο χρόνος αλλοιώνει τους πάντες και τα πάντα. Ότι είναι λογικό από το «Φράουλες και αίμα» να περάσουν στο «Αίμα, δάκρυα και ιδρώτας»(Σάκη μου). Από τα μακριά μαλλιά και την επανάσταση στην παραλιακή και το τζιπάκι.

Στην πραγματικότητα αυτοί που ήταν πριν 39 χρόνια, αυτό που θέλουν να νομίζουν οι περισσότεροι ότι υπήρξαν, σήμερα είναι ή νεκροί ή κλεισμένοι πίσω από τις πόρτες του σπιτιού τους, παρακολουθώντας αμίλητοι το τσίρκο. Μιλούν για το Πολυτεχνείο και αυτοαποκαλούνται κομμάτι μιας γενιάς οι άνθρωποι που ένας θεος ξέρει τι έκαναν τότε. Τους πραγματικούς πρωταγωνιστές ή δεν τους έχουμε δει ποτέ ή εμφανίζονται μετά από πιέσεις σε κάποιο ντοκιμαντέρ και μετά μένουν εξαφανισμένοι από τα Μέσα και την προβολή.

 

Ναι, η λέξη «γενιά» είναι ένα κατασκεύασμα όπου ο καθένας καλύπτει τις προσωπικές του αδυναμίες. Μέσα σε αυτό γίνεσαι επαναστάτης, αλλάζεις τον κόσμο, πας κόντρα στους κακούς μεγάλους, είσαι το μέλλον. Και μετά κλείνεις το περιοδικό και βλέπεις την πραγματική ζωή.

 

Οι επαναστάτες που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο μπήκαν στα κόμματα. Άφησαν τα γαρύφαλλα και άρπαξαν τις επιταγές. «Η φωνή» υπέγραψε τα μνημόνια. Μετά θυμήθηκαν τα δικαιώματα του «εργάτη, του ανέργου, του φοιτητή» . Ύστερα ήρθε η κρίση. Οι μάσκες έπεσαν και να σήμερα που μαθητές λένε ότι δεν υπήρξαν νεκροί. «Η γενιά του Πολυτεχνείου» απέτυχε να πείσει τους νέους για τα ιδανικά της. Ίσως γιατί αυτοί που αρέσκονται να κουβαλούν τον τιμητικό τίτλο, δεν πείθουν πια, και άφησαν κάποιους άλλους να τρυπώσουν στο κενό που άφησαν μέσα στο μυαλό των νέων. Εκείνων με τα ξυρισμένα κεφάλια και τις μαύρες μπότες.