Σκηνή απο την ταινία "Το κυνήγι"

 

Στην ταινία «Το κυνήγι» που βγήκε αυτή την εβδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας, το ψέμα ενός παιδιού εξαπλώνεται σαν ιός ανάμεσα στους κατοίκους της επαρχιακής πόλης. Ο ήρωας από αγαπητός γίνεται το απόλυτο αντικείμενο του μίσους για την μικρή κοινωνία, ο σάκος του μποξ όπου ο καθένας δικαιούται να δώσει όσα χτυπήματα θέλει πάνω του (σ.σ εκτονώνοντας με αυτό τον τρόπο τα χτυπήματα που έχει δεχτεί ο καθένας τους από την ζωή). Ο κόσμος έβγαινε από το ΙΝΤΕΑΛ συζητώντας για την ταινία, σε μια προσπάθεια να διώξει το πάγωμα που του είχε προκαλέσει το φιλμ (σ.σ Δεν ακουγόταν τίποτα στην αίθουσα. Νόμιζες ότι και τα κινητά είχαν παγώσει εκείνο το βράδυ). Το αισθανόσουν στον αέρα καθώς έβγαινες από το σινεμά: Το φιλμ είχε χτυπήσει κάποια ευαίσθητη χορδή του κοινού.

Φαντάζομαι ότι αρκετοί θα έμειναν στο «διαβολικό» μυαλό των μικρών παιδιών που μπορούν να σκεφτούν οτιδήποτε για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των μεγάλων.

Είναι όμως οι συκοφαντίες για τον διπλανό μας κάτι άγνωστο για τους περισσότερους ενήλικες; Μάλλον όχι. Αν ρίξεις μια ματιά γύρω σου, με λίγη προσοχή, μπορείς να δεις ότι είναι το αγαπημένο «σπορ». Οι φήμες, η ρετσινιά που κολλάμε στον διπλανό μας, το κακοπροαίρετο κουτσομπολιό είναι μια καθημερινή ευχάριστη ασχολία για πολλούς. Μπορεί να έχεις παρακολουθήσει μια κακή συνήθως φήμη για κάποιον, να εξαπλώνεται σαν ντόμινο στον μικρόκοσμο ενός γραφείου (σ.σ Υπάρχει ένας και μόνο κανόνας: ποτέ δεν διαδίδουμε καλές φήμες). Ή αν έχεις μεγαλώσει σε χωριό να ακούς τα κουτσομπολιά για την ζωή των άλλων κάθε μέρα και κάθε μέρα σαν τζόκινγκ ρουτίνας που στο τέλος δεν καις λίπος αλλά το λιγοστά εγκεφαλικά σου κύτταρα.

 

Ακόμα και στην σημερινή εποχή της κρίσης το «σπορ» παραμένει στα πάνω του. Ναι, ναι οι άνθρωποι έχουν ΤΑ προβλήματα αλλά πάντα υπάρχει χώρος και χρόνος για να διαδόσεις μια φήμη, να πεις μια κακία (σ.σ και αν πιάσει έπιασε αν όχι next time), να γεμίσεις λιγάκι το κενό σου.

«Είναι ελάχιστοι αυτοί που το κάνουν. Υπερβάλεις» θα πει κάποιος. Είναι οι περισσότεροι απαντώ και θα το αιτιολογήσω: Ο κίτρινος τύπος, τα περιοδικά για τις ζωές των διάσημων, υπάρχουν γιατί καλύπτουν μια ανάγκη μας. Την ανάγκη μας να μάθουμε κάτι (δεν έχει σημασία αν είναι αλήθεια ή ψέμα) και να το διαδώσουμε.

Και τώρα μάλιστα που η ψηφιακή εποχή σου δίνει την δυνατότητα να γίνεις «παγκόσμιος παίκτης» μπορείς να παίξεις το παιχνίδι χωρίς να έχεις ανάγκη την κίτρινη δημοσιογραφία. Να γράφεις ότι θες, να διαδίδεις πίσω από την μάσκα της ανωνυμίας ότι σου κατεβαίνει στο κεφάλι για τον οποιοδήποτε, να προσθέτεις, να αφαιρείς, ταγμένος στον «ωραίο» αγώνα της συκοφαντίας των πάντων.

 

«Ναι, αλλά η αλήθεια θα λάμψει» ακούω κάποιους να φωνάζουν. Τώρα είστε αθώοι ή κάνετε τους αθώους; Μα η αλήθεια δεν μετράει! Δείτε τις διαψεύσεις που αναγκάζονται να κάνουν οι κουτσομπολίστικες εφημερίδες. Μέσα σε ένα τετραγωνάκι μικρής αγγελίας. Τι σου μένει στο τέλος μέσα στο κεφάλι; Το ψέμα με τα τεράστια γράμματα ή τα ψιλά γράμματα της διάψευσης;

Και κάπως έτσι τελειώνει και η ταινία όπου ο ήρωας δικαιώνεται, όλα αρχίζουν πάλι να κυλάνε ρολόι αλλά στο εξαιρετικό φινάλε τον περιμένει μια έκπληξη, αυτό που ξέρουν όλοι οι συκοφάντες και καλοί «παίχτες». Η αλήθεια λάμπει αλλά η φήμη συνεχίζει να σέρνεται έχοντας επιβιώσει. Όπως οι κατσαρίδες μέσα στα ραδιενεργά απόβλητα.