Κείμενο- Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Πρέπει να ήταν Ιούλιος, την Παρασκευή που κατέβηκα όλο λαχτάρα από το κρουαζιερόπλοιο και πρωτοπάτησα στην προκυμαία του Γαλατά. Ή μήπως ήταν Αύγουστος; Δεν είμαι καθόλου καλός με τα νούμερα και τις ημερομηνίες. Θυμάμαι όμως ξεκάθαρα πως τότε, το καλοκαίρι του 2001, ένα δολλάριο αντιστοιχούσε προς 1.350.000 λίρες. Η Ελλάδα είχε ακόμη τις δραχμές, η Τουρκία τα περίφημα έξι μηδενικά στη λίρα της πριν μας τα κόψει ο λεβέντης ο Σουλτάνος μας ο μουστακαλής (ξέρεις, ο εκλεγείς πρώην ποδοσφαιριστής με την αυλή των νεοπλούτων) το 2005.

 

Κατέβαινα σε μια χώρα που περνούσε τη χειρότερη οικονομική κρίση της ιστορίας της. Στην κυβέρνηση βρισκόταν ένας συνασπισμός του Μπουλέντ Ετζεβίτ, της πανάσχημης κουτοπόνηρης αυτής αλεπούς της ψευδο-αριστεράς, με το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας και το φασιστικών καταβολών Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης.  Ήταν ένα καλοκαίρι θερμό, από πολλές απόψεις, για την Τουρκία. Θυμάμαι πλησίασα τους τελωνειακούς στην προκυμαία και τους ζήτησα να μου αλλάξουν δολλάρια – μέσα στη νύχτα πού να έβρισκα ανταλλακτήριο ανοικτό; Έλεγξα με προσοχή τα χαρτονομίσματα, ήταν λειψά και τους ζήτησα και τα υπόλοιπα που μου τα έδοσαν γελώντας βλακωδώς (στην Τουρκία η πεποίθηση πως οι ξένοι είναι ηλίθιοι καλά κρατεί) και βγήκα στους δρόμους του Γαλατά.

 

Ήταν μια νύχτα φεγγαρόφωτη κι ο έρημος Γαλατάς ήταν γεμάτος με τις κραυγές των γλάρων, που πετούσαν σε σύννεφα γύρω από το πλοίο, πάνω από τον Κεράτιο και τις γειτονιές της Πόλης. Όταν αργότερα θα ζούσα εδώ, οι γλάροι θα κυριαρχούσαν σε πολλές φωτογραφίες μου και οι κραυγές τους θα γίνονταν αναπόσπαστο μέρος της ηχητικής καθημερινότητάς μου – μεγαλύτερο και σίγουρα πιο ευχάριστο από την κακόηχη ηχορύπανση του μουεζίνη. Οι γλάροι, ξέρεις, δεν είναι μόνο οι αδιαφιλονίκητοι βασιλείς των ουρανών της Πόλης. Είναι και οι μόνοι πραγματικοί της αυτόχθονες, καθώς την έχουν κατοικήσει αδιαλείπτως από τη χαραυγή της μνήμης ως τα σήμερα.

 

 

Έρημος λοιπόν ο Γαλατάς. Η περιοχή, το κεντρικό λιμάνι της Πόλης από το μεσαίωνα ως τα μέσα του 20ού αιώνα, ήταν άλλοτε μια περιοχή γεμάτη ζωή και το βράδυ, γεμάτη καφέ-σαντάν, ταβέρνες και οίκους ανοχής που απευθύνονταν στους ναυτικούς και τις λαϊκότερες τάξεις. Σήμερα σιωπή μετά τη δύση του ηλίου.  Περπάτησα μες τα μισοφωτισμένα στενά και βγήκα στην οδό Κemeraltı. «Ωραίο μοναστήρι» σκέφτηκα βλέποντας μπροστά μου τη φρουριακής εμφάνισης γαλλική σχολή San Benoît, αλλά δεν είχα και πολύ άδικο καθώς υπήρξε, κάποτε, μονή των Βενεδικτίνων. Όταν δε πέρασα απέναντι και ανέβηκα την ανηφόρα με τον οίκο ανοχής, ιδέα δεν είχα τι ήταν όλοι αυτοί οι λαϊκοί τύποι με τα γυαλιστερά κοστούμια και γιατί με κοίταζαν με τόση περιέργεια. Εμ βέβαια, βράδυ και ιδιαίτερα εκεί, φαινόμουν – με το casual ντύσιμο, τον οδηγό ανά χείρας και το βλέμμα στραμμένο προς τα πάνω, στις λεπτομέρειες των κτιρίων – εντελώς εκτός τόπου. Κάτω από την κληματαριά, δίπλα στα ερείπια της καμμένης συναγωγής Or Hadash, θρηνητικές μελωδίες της αραμπέσκ, γλυκανάλατες και κακόηχες, ξεχύνονταν από μαγαζιά που πουλούσαν κασέτες με φωτογραφίες από cult μυστακιοφόρες φυσιογνωμίες. Για μένα όμως μετρούσε μόνο το φεγγάρι, οι σκιές, τα παραμελημένα μέγαρα της Μπελ Επόκ και οι φωνές των γλάρων.

 

Ανέβηκα μέχρι τον Πύργο του Γαλατά, αλλά από την πολλή την έκσταση χάθηκα στους παραδρόμους. Βρήκα μια εκκλησία εδώ, μια συναγωγή εκεί, και γύρευε πώς ξεβράστηκα στο Pera Palace. Χώθηκα μέσα, θαύμασα το ασανσέρ-κλουβί και τα πολυκαιρισμένα τότε – πριν την ανακαίνιση – έπιπλα. Αλλά με έκαιγε – μιας που ο Πύργος του Γαλατά ήταν κλειστός – να βρω ένα σημείο με πανοραμική θέα για να θαυμάσω τη θέα της Παλιάς Πόλης απέναντι. Μπήκα με αυτοπεποίθηση στο Marmara Pera και κατευθύνθηκα στην ταράτσα. Στο εστιατόριο βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ένα γαμήλιο γλέντι στο οποίο παρείσφρυσα. Συνωστισμός, τουρκική παραδοσιακή μουσική, ντουμάνι (δεν είχε ακόμη απαγορευθεί το κάπνισμα), λαμέ φορέματα και περιβάλλον μικροαστικό. Αλλά όχι μαντήλες. Με πολλή προσπάθεια βρέθηκα στην ταράτσα, ασθμαίνοντας από τον καπνό και υποφέροντας από την κακοφωνία. Και πάγωσα ώρα πολλή με το θέαμα των φωτισμένων τζαμιών απέναντι (την Αγία Σοφία τη φώτισαν και εκείνη το βράδυ από το 2005, αν θυμάμαι καλά) και των πορθμείων, που καθρέφτιζαν τα φώτα τους στον Κεράτιο που έσκιζαν με κυματιστές χαρακιές.

 

Αλλά δεν κάθισα πολύ. Ήθελα να δω τη Μεγάλη Οδό του Πέραν, τον ιστορικότερο δρόμο της Χριστιανικής αστικής τάξης της Πόλης των νεότερων χρόνων. Ήξερα πως η σημερινή πεζοδρομημένη Ιστικλάλ βρισκόταν παραδίπλα. Μπήκα στο ασανσέρ και κράτησα την πόρτα για ένα ζευγαράκι που έτρεχε να προλάβει. Και καθώς ξεκίνησε το ρημάδι, κόπηκε το ρεύμα. Για λίγα λεπτά, αλλά όσο να’ναι... Με πιάσαν τα γέλια, το ίδιο κι αυτούς. Με τα πολλά (τότε δεν ήξερα παρά ελάχιστα τουρκικά, που τα είχα μάθει σε μία από τις επάλληλες «γλωσσικές φάσεις» μου στο γυμνάσιο –λύκειο) κατάλαβα πως αυτή ήταν νοσοκόμα και εκείνος εργαζόταν σε κάποια επιχείρηση. Ήρεμοι, ευγενείς, γλυκείς. Ήρθε το ρεύμα και μου πρότειναν να με πετάξουν μέχρι την Ιστικλάλ. Φυσικά και δέχτηκα, γιατί είχα ξεπεράσει πια τη διδαχή της Ελληνίδας μάνας «μη μιλάς σε αγνώστους» που τόσο φαίνεται να καταδυναστεύει τους Έλληνες σήμερα μέχρι τα βαθιά γεράματα.

 

 

Το συμπαθές ζευγάρι με άφησε στο τετράστρατο του Galatasaray, τριακόσια περίπου μέτρα από το σημερινό μου διαμέρισμα. Με το που κατέβηκα από το τζηπ τους, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ποτάμια κόσμου. Αρχικά νόμιζα πως έπεσα πάνω σε κάποια γιορτή. Αλλά όχι, ήταν μια Παρασκευή βράδυ, αν και φυσικά ιδέαν δεν είχα για τότε πως η Ιστικλάλ είναι έτσι σχεδόν κάθε βράδυ. Ούτε για τα πέντε εκατομμύρια κόσμου που κατακλύζουν το Πέραν τις Κυριακές...

 

Άρχισα να περπατάω προς το Τούνελ, στο τμήμα της Μεγάλης Οδού με τις ωραιότερες προσόψεις, και έμεινα άναυδος. Πού είχα ξεβραστεί; Ανατολίτικη πόλη δε θα μπορούσες να το πεις το μέρος που με τριγύριζε. Ήταν γεμάτο με μέγαρα της Μπελ Επόκ που οι σκαλιστές προσόψεις τους τιμούσαν όλους τους τότε ρυθμούς της Ευρώπης, αλλά και με εκκλησίες. Αναρίθμητα τα βιβλιοπωλεία και τα δισκοπωλεία, ανοικτά και γεμάτα κόσμο, παρότι ήταν περασμένες δέκα το βράδυ. Από τα τελευταία ένα κομμάτι κλασικής μουσικής (που αργότερα θα μάθαινα πως έγραψε Τούρκος συνθέτης) γέμιζε με τους μελαγχολικούς, νοσταλγικούς τόνους του τον πεζόδρομο.

 

Κοιτώντας γύρω μου το σιωπηλό κόσμο των κτιρίων, αισθανόμουν πως βρισκόμουν στην κεντρική Ευρώπη. Ο κόσμος ήταν που το διέψευδε. Τα ποτάμια των πεζών τα απάρτιζαν φυσιογωμίες ετερόκλητες, αταίριαστες, που θύμιζαν περισσότερο το Τελ Αβίβ ή τη νότια Αμερική παρά την Ευρώπη. Είδα δυο-τρία ζευγάρια ηλικιωμένων, οι παππούδες με καπέλο, οι κυρίες με ταγιέρ και καρφίτσες, να περπατούν χέρι χέρι. Είδα κοπέλες με κοντές φούστες, βαμμένο κοντό μαλλί και piercing, αλλά και χωριάτισσες με μαντήλες και λουλουδιαστές μακριές φούστες. Είδα αγόρια με τζην και πουκάμισα και μαλλί όλο ζελέ, λαϊκά wannabe trendy, και άλλα κομψότατα. Είδα νέους με κιθάρες στην πλάτη, άλλους με μαλλί ράστα, αναρχικούς και αριστερούς της παλαιάς σχολής που το «δήλωναν» με το ντύσιμό τους. Είδα λαϊκές αγριόφατσες από την ενδοχώρα, αξύριστες ή με απεχθή μουστάκια, ντυμένες με υφάσματα γυαλιστερά και φθηνά. Είδα κάτι τραβεστί μακρυκάνες με μαλλί πλατινέ και πρόσωπα βαμμένα σαν μάσκες του καρναβαλιού, με τόνους σιλικόνη σε χείλια και ζυγωματικά. Τα είδα όλα, περπατώντας κάτω ως το Τούνελ και αντίστροφα μετά, ως το Τάξιμ, στην άλλη άκρη του πεζοδρόμου. Παρά το σοκ μου, πρόλαβα να κατεβάσω ένα καζάντιμπι, ένα παγωτό φυστίκι από το Mado και κάτι μύδια γεμιστά στο Τσιτσέκ Πασάζι. Και κατέληξα σε ένα ροκ μπαρ στη Σιρασελβιλέρ (το Σιρά-Σελβί των παλιών Ρωμιών) όπου μαζεύτηκαν όλοι οι ξεναγοί του κρουαζιερόπλοιου.

 

 

Τα είδα όλα στη Μεγάλη Οδό του Πέραν και μέσα σε λεπτά ο κύβος ερρίφθη. Πού ήμουνα τόσα χρόνια; Πώς έχανα αυτό το πανηγύρι, και πώς αγνοούσα τις μνήμες ενός παρελθόντος τόσο πρόσφατου που φύλαγε ο δρόμος αυτός; Με έβρισα για την αμάθειά μου, τον ελαφρό και αδιάφορο βίο που διήγα, και το αποφάσισα. «Αυτό το μέρος είναι για μένα» είπα. Και για ενάμισι χρόνο, το μόνο που με απασχολούσε σοβαρά ήταν πώς θα μετακόμιζα στο Πέραν, και μάλιστα όσο πιο κοντά στην Ιστικλάλ γινόταν.