«Μην έχοντας διδαχθεί να παίζω, σας ομολογώ πως το κλειδί για να παριστάνω τον ηθοποιό είναι η έλξη μου προς τους κινηματογραφιστές, και αφήνω τον  εαυτό μου στα χέρια τους και το σύμπαν τους.»
«Μην έχοντας διδαχθεί να παίζω, σας ομολογώ πως το κλειδί για να παριστάνω τον ηθοποιό είναι η έλξη μου προς τους κινηματογραφιστές, και αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια τους και το σύμπαν τους.»

 

Πολυτάλαντος και απρόβλεπτος ηθοποιός, ο Ματιέ Αμαλρίκ έχει εντυπωσιάσει ένα διευρυμένο σινεφίλ κοινό με απαιτητικούς ρόλους, όπως στο Σκάφανδρο και την Πεταλούδα του Τζούλιαν Σνάμπελ, την Αφροδίτη με Γούνα του Ρόμαν Πολάνσκι, χωρίς να λείπουν από το βιογραφικό του πιό διεθνείς συμμετοχές, όπως στο Μόναχο του Στίβεν Σπίλμπεργκ και το Quantum of Solace, ως κακός απέναντι στον Τζέϊμς Μποντ. Ο ιδανικός ερμηνευτής του κατά τον Αρνό Ντεπλεσέν γαλλικού angst, αντιμετωπίζει το κατώφλι των 50 ετών με αυτό που είναι της μόδας να λέμε, δημιουργική ασάφεια, δηλαδή με την έλξη του σε εντελώς διαφορετικά σχέδια, από την Opera de Paris, μέχρι τη σκηνοθεσία ταινιών διαφορετικού ύφους και τόνου. Μετά το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών για την "Τουρνέ στο Παρίσι", κι αφού έχουν προηγηθεί δύο Σεζάρ για ερμηνείες του, υπογράφει τη μεταφορά του "Μπλε Δωματίου" του Ζορζ Σιμενόν, αυστηρά και ανοιχτά, κοντράροντας την έντονη σωματικότητα με ηθελημένα ελλειπτική πλοκή.

 

Η μεγάλη μου αγάπη είναι η κωμωδία, η φαντασμαγορία, οτιδήποτε εκλύει ενέργεια, αλλά και το ακριβώς αντίθετο, το μελόδραμα.

 

Μας μιλάει αποκλειστικά, για την όψιμη συμφιλίωση του με το σοκ μιας ταινίας που δεν περίμενε ποτέ πως θα έχει προέλθει από αυτόν (σαν μια παρόρμηση άξια ψυχανάλυσης), τα όποια προτερήματα της αυτοσκηνοθεσίας, την κρυφή απόλαυση του να αφήνει στους θεατές τον τελευταίο λόγο, την γνώμη του για τη μαγεία του σινεμά, την ιδιαιτερότητα της Γαλλίας ως προς το σινεμά του δημιουργού (το οποίο και δεν διστάζει να αποκαλέσει ηλιθιότητα, προφανώς όταν φλερτάρει με τη στείρα ομφαλοσκόπηση), και την άποψη του για τον Ρόμαν Πολάνσκι, με τον οποίο μοιάζει τόσο πολύ σε νεαρότερη ηλικία και με τον οποίο μάλιστα μοιράζεται, εκ μητρός, την ίδια καταγωγή- πολύ προσφατα μήνυσαν στον Πολάνσκι πως υπάρχει ένας Ματιέ Αμαλρίκ που του μοιάζει, εκείνος δεν τον γνώριζε καθόλου και κατέληξαν να κάνουν μια ταινία μαζί, την Αφροδίτη με Γούνα! 

 

 

— Έχοντας πάρει την απαραίτητη απόσταση από το "Μπλε Δωμάτιο", έναν και πλέον χρόνο μετά την πρεμιέρα στο φεστιβάλ Καννών τον Μάϊο του 2014 και μερικούς μήνες αργότερα στο φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, μπορείτε πλέον να δώσετε στον εαυτό σας την απάντηση στο γιατί σκηνοθετήσατε μια ταινία που, σύμφωνα με δική σας ομολογία, είναι περιέργως σκοτεινότερη των αρχικών προθέσεων σας;

Χα, προτιμώ να μην το σκέφτομαι, αλλά ναι, είναι παράξενο σήμερα να προσπαθώ να μαντέψω σε τι οφειλόταν εκείνη η έλξη μου προς το τραγικό, το ψυχρό και το θερμό. Σα να ήθελα να γυρίσω ένα φιλμ είδους, σχεδόν ανώνυμο. Το Μπλε Δωμάτιο υπήρξε προϊόν μιας χειρονομίας, ενός εκτινάγματος, πολύ ξαφνικού, συνεπώς μη συνειδητού. Δεν ήξερα πως θα κάνω ένα φιλμ νουάρ, ελπίζοντας να βγει καυτό- εξού και το κρύο με το ζεστό που σας προείπα. Δεν φανταζόμουν πως κάποτε θα τολμούσα κάτι τέτοιο! Χρειάστηκε η ενθάρρυνση του σπουδαίου παραγωγού Πάουλο Μπράνκο, ο οποίος, μια μέρα που με είδε πνιγμένο στις σημειώσεις μου για τις ανάγκες ενός τεράστιου project που είχα αναλάβει να αποπερατώσω, μου είπε: "πρέπει να γυρίσεις μια άλλη ταινία, σταμάτα να γράφεις, πιάσε μια κάμερα και ξεκίνα, τώρα, μέσα σε τρεις εβδομάδες να το έχεις τελειώσει, κουνήσου!". 

Και είχε δίκιο. Με το επέστρεψα στο σπίτι μου, κατευθύνθηκα στο ράφι με τα βιβλία και πριν προλάβω να το καταλάβω, το αγαπημένο μου Μπλε Δωμάτιο του Ζορζ Σιμενόν βρισκόταν στα χέρια μου. Είναι ένα βιβλίο που με είχε ήδη κερδίσει εδώ και κάποια χρόνια και μου είχε χρησιμεύσει στη δεύτερη σκηνή της προηγούμενης ταινίας μου, Tournee, μια σκηνή-κεφάλαιο που είχαμε ονομάσει "Μπλε Δωμάτιο", όπου ένας άνδρας και μια γυναίκα βρίσκονται προστατευμένοι, μόνοι, σε ένα δωμάτιο, αφού έχουν κάνει έρωτα. Ξεκίνησα να το ξαναδιαβάζω και γοητεύτηκα εκ νέου. 

Η έλξη μεταξύ δύο σωμάτων, αυτή η άβυσσος, είναι ένα θαύμα: μιλάω για εκείνες οι στιγμές που έχουμε ζήσει όλοι, και όπου δεν είσαι σίγουρος αν είσαι ο εαυτός σου, ή αν έχεις γίνει κάποιος άλλος.

 

Σκηνή από το Μπλε Δωμάτιο
Σκηνή από το Μπλε Δωμάτιο

 

— Η έμφαση στη λεπτομέρεια μέσα στην ταινία σας είναι αξιοσημείωτη, και η αμφισημία προσκαλεί τον θεατή σε έναν κόσμο όπου οι απαντήσεις είναι πολλαπλές, όπως και οι εκδοχές της αλήθειας. Είστε μανιώδης και αυστηρός όταν προσκολλάστε σε μια ιδέα, στην πορεία προς την πραγμάτωσή της; Σας ρωτώ γιατί στις ταινίες όπου παίζετε, προδίδετε ένα αδέσμευτο και αδάμαστο πνεύμα.

Η γραφή του Σιμενόν, ξέρετε, είναι πλούσια σε αισθήσεις, σε φως, σε μια μυρωδιά, μια χειρονομία. Συμπέρανα πως το σινεμά είναι ικανό να δημιουργήσει κάτι αισθησιακό, απτό, αγωνιώδες, κλειστοφοβικό. Ο ήρωας του έργου, που δεν μας επιτρέπει να εγκαταλείψουμε τη σκέψη του, δεν μας δίνει να καταλάβουμε τι εννοεί. Και η ερωμένη του, ακόμη χειρότερα: είναι σκέτος γρίφος!  Και αυτό τον τρελαίνει. Δεν ξέρει τι γνωρίζει ή τι δεν γνωρίζει η γυναίκα του, και τα τρυφερά χαμόγελα της Λεά Ντρυκέρ επιτείνουν το μαρτύριό του. Κι έπειτα, έχουμε την κατασκευή της αντίστροφης αφήγησης, το σπάνιο φαινόμενο στο έργο του Σιμενόν της επικάλυψης σε δύο χρόνους: η μνήμη του δωματίου και ο χρόνος της έρευνας, χωρίς να γνωρίζει ο θεατής γιατί ο άνδρας συνελήφθη, ποιόν σκότωσε, κτλ... κάτι που σημαίνει πως ψάχνουμε όλοι μας να βρούμε μια λογική άκρη, όπως ο εισαγγελέας. Και στο φινάλε, ο Σιμενόν δεν νοιάζεται διόλου για μια οριστική λύση. Εναπόκειται στον θεατή να ψυχαγωγηθεί κατά βούληση και να σκεφτεί ότι νομίζει. Στην ταινία, πόνταρα περισσότερο στην υποθετική διάσταση και με γοητεύει αφάνταστα η υποψία πως οι θεατές συνεχίζουν να συνομιλούν και να μαλώνουν μετά το πέρας της, και να ανταλλάσσουν διαφορετικές απόψεις γύρω από το τι συνέβη, του τύπου, "μα αυτή έκανε τον φόνο, όχι, πώς είναι δυνατόν, είναι μια ερωτευμένη γυναίκα, αποκλείεται να είναι αυτή η ένοχος!" Είναι φριχτά νόστιμο, βρίσκω, να παίζεις με το μυστήριο που απομένει στους υπόλοιπους, τους ζωντανούς. Αυτό διεγείρει τις αισθήσεις, σε αντίθεση με την "υπέρτατη απλοποίηση", το ψέμα της επεξήγησης, που ειλικρινά, με κάνει και βαριέμαι αφάνταστα

  

— Η διαφορά ανάμεσα στο Μπλε Δωμάτιο και την πιό χύμα και πιό τσιγγάνικη στο πνεύμα και το ύφος Τουρνέ, είναι κάτι που θεωρείται παρένθεση, ή μια κατάδυση σε πιό αχαρτογράφητα για εσάς ύδατα; Να περιμένουμε κι άλλες εκπλήξεις από εσάς;

Ναι, είναι διαφορετική αυτή η ταινία από την προηγούμενη, ωστόσο, φτιάχτηκε από την ίδια ακριβώς ομάδα! Θέλω να εκπλήσσομαι, να αφήνομαι, και ποντάρω σε σας να με προειδοποίησετε αν επαναλαμβάνομαι. Να μου υποσχεθείτε πως θα μου το πείτε!

Η μεγάλη μου αγάπη είναι η κωμωδία, η φαντασμαγορία, οτιδήποτε εκλύει ενέργεια, αλλά και το ακριβώς αντίθετο, το μελόδραμα. Μου αρέσουν επίσης οι παραγγελίες, γι' αυτό και αυτή τη στιγμή έχω το ελεύθερο από την Όπερα του Παρισιού να σκηνοθετήσω μια σοπράνο, τη γέννηση της φωνής. 

 

Ο Πολάνσκι είναι ερωτευμένος με κάθε πλευρά του κινηματογράφου (γνωρίζει πολύ καλά τον ήχο, το μακιγιάζ, τους ηθοποιούς, τα αξεσουάρ, την αφήγηση, τα πάντα) και με ενέπνευσε να φτιάχνω ταινίες όπως ένας μάστορας κατασκευάζει την πραμάτεια του.

 

— Έχετε δηλώσει πως σκοπός σας ήταν το Μπλε Δωμάτιο να θυμίζει μια ταινία της εποχής του αμερικανικού στούντιο RKO. Πώς ακριβώς το εννοείτε;

Λοιπόν: ταινία είδους, απόλαυση στην ψηλάφιση της πλοκής, μουσική επένδυση μυστηριώδης και φλογερή, αυτό που λέμε ostinato. Επίσης, βραχεία διάρκεια, μιά ώρα και δεκαπέντε λεπτά, σβελτάδα στην αφήγηση, αδρές γραμμές, η αίσθηση πως είσαι στην καρδιά της ανθρώπινης ψυχής, στα έγκατα του παλμού του σώματος- αυτή ήταν η δύναμη των ταινιών σε παραγωγή της RKO. Μικρός προϋπολογισμός, μηδενική ανοχή στην ηλιθιότητα του σινεμά του δημιουργού (μεγάλη ασθένεια του γαλλικού σινεμά) και, εν τέλει, πλησίασμα στην απόλαυση του θεατή.

 

— Ποιά είναι τα υπέρ και ποιά τα κατά του να σκηνοθετείτε τον εαυτό σας;

Εργάζομαι με μια ομάδα στενών φίλων που δεν με εγκαταλείπουν ποτέ στην λανθασμένη ψευδαίσθηση του δημιουργού. Αντίθετα, θα μου κάνουν ως και αγαπησιάρικη πλάκα, και θα μου πουν ακριβώς τι αισθάνονται. Μια γκριμάτσα του Κριστόφ Μποκάρν, του υπέροχου διευθυντή φωτογραφίας μου, ή μια ψιθυριστή κουβέντα στο αυτί του Ολιβιέ Μοβζέν, του υπεύθυνου ήχου, θα με κάνουν να νιώσω τι σημαίνει να δουλεύεις με μια ομάδα. 

 

 

 

— Είστε ένας από τους ελάχιστους Ευρωπαίους ηθοποιούς που μου δίνετε την εντύπωση πως δεν σκέφτεστε τους ρόλους σας αλλά παρασύρεστε από την εμπειρία της ταινίας στην οποία συμμετέχετε, σα να αποτελείτε κομμάτι μιας μυσταγωγικής τελετής, πρόθυμος να την μοιραστείτε με τον κοινό. Πιστεύετε πως το σινεμά είναι ένας μαγικός τόπος, με αναρίθμητες δυνατότητες;

Αυτό που μου λέτε με αγγίζει βαθιά. Ναι, είναι παράδοξο το οτι το μυαλό μπορεί να σε φρενάρει όταν πρέπει να τα δώσεις όλα στο παιχνίδι. Μην έχοντας διδαχθεί να παίζω, σας ομολογώ πως το κλειδί για να παριστάνω τον ηθοποιό είναι η έλξη μου προς τους κινηματογραφιστές, και αφήνω τον  εαυτό μου στα χέρια τους και το σύμπαν τους. Ξοδεύω πολύ χρόνο για την αθλητική μου προετοιμασία, δηλαδή να μάθω καλά τα κείμενα μου, να έρχομαι στα πλατό κοφτερός σα μαχαίρι, για να κάνει ο σκηνοθέτης αυτό που πραγματικά επιθυμεί. Είναι σαν την free jazz: όλοι οφείλουν να γνωρίζουν τα ακόρντα τους για να έλθει η έκπληξη, και μια κάποια ελευθερία. Όσο για τη μαγεία, μου αρκεί να θυμηθώ τον Αλέν Ρενέ και, γουάου, όλα είναι δυνατά! Έχουμε το δικαίωμα να τα δοκιμάσουμε όλα!!

 

— Είναι σχετικά εύκολο να είναι κανείς δημιουργός στη Γαλλία αυτήν την περίοδο, να διαθέτει το μπάτζετ και τα μέσα, αλλά και το final cut και τις ανοιχτές επιλογές;

Είμαστε τρομεροί γκρινιάρηδες και ίσως γι' αυτό η Γαλλία παραμένει ένας απίστευτος τόπος για παραγωγή τόσο διαφορετικών ταινιών. Συνειδητά, και παρά την γενικότερη τάση για το αντίθετο, πορευόμαστε προς την υλοποίηση μιας ιδεολογίας. Όπως έλεγε και ο Ρενουάρ: "Οφείλουμε να κάνουμε ταινίες σα να ληστεύουμε τράπεζα"

 

— Όντας φαν του Ρόμαν Πολάνσκι, τι είναι αυτό που τον κάνει μοναδικό;

Με μια λέξη; Μου είναι αδύνατον να το συνοψίσω. Ο Πολάνσκι είναι ερωτευμένος με κάθε πλευρά του κινηματογράφου (γνωρίζει πολύ καλά τον ήχο, το μακιγιάζ, τους ηθοποιούς, τα αξεσουάρ, την αφήγηση, τα πάντα) και με ενέπνευσε να φτιάχνω ταινίες όπως ένας μάστορας κατασκευάζει την πραμάτεια του, και αγαπώ ιδιαίτερα αυτή του την προσέγγιση. Για να μην μακρηγορώ, θα έλεγα: παιδικότητα και χιούμορ. 

 


 

Το Μπλε Δωμάτιο βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη 16/7.