Φωτογραφία Κ. Τριχάς.Παρασκευή πρωί. Μπροστά από πάγκο της λαϊκής με είδη οικιακής χρήσης. Στα χέρια μου κρατάω ταπεράκι, το οποίο και τσεκάρω με υπερβολική σχολαστικότητα και προβληματισμό. «Κλείνει καλά;» ρωτάω αγχωμένα, έχοντας στο μυαλό μου τις σάλτσες που θα χυθούν μέσα στη σχολική τσάντα, αν κάνω για ακόμη μια φορά λάθος επιλογή σκεύους για το μεσημεριανό. «Κλείνει τέλεια» μου λέει ο πωλητής με το μουστάκι. «Και για λεφτά κάνει» συνεχίζει και ενώ τον κοιτάζω ξαφνιασμένη, έχω την εντύπωση ότι μου κλείνει το μάτι.

 

Εδώ και μερικές μέρες αισθάνομαι σαν τον Υπναρά του Γούντι Άλεν, αγουροξυπνημένη μετά από λήθαργο ετών. Όχι, δεν έχει προσπαθήσει να με χρησιμοποιήσει ακόμη κανένας, όλοι όμως γύρω μου μοιάζουν να συνωμοτούν ή, πιο σωστά, να οργανώνονται για κάτι που εγώ αγνοώ. Δεν ξέρω αν έχουν δίκιο ή άδικο, ξέρω μόνο πως όλοι σηκώνουν χρήματα από τις τράπεζες και τα κρύβουν κατά μόνας και κατά τρόπο συστηματικό. Οι φίλοι, οι εχθροί, οι συγγενείς και οι περαστικοί, αν στήσεις για λίγο αυτί στο δρόμο, ομολογούν ξεκάθαρα ή διστακτικά, υπαινίσσονται ή αφήνουν να εννοηθεί πως όλο και κάτι έχουν κάνει μασούρι κάτω από το στρώμα. Η φαντασία, η πονηριά ή ο πανικός κάποιου κρίνουν το πόσα, το πού και το πώς ακριβώς. Παλιές κλασικές κρυψώνες όπως οι κάλτσες, το ψυγείο ή το βάζο με τη ζάχαρη συναγωνίζονται σε δημοτικότητα τις νέες, πρωτότυπες προσωπικές εμπνεύσεις του καθενός. Το μπρίο της φυλής αποδεικνύεται για άλλη μια φορά εξωπραγματικό.

 

Καθώς οι συζητήσεις δεν περιστρέφονται πλέον γύρω από το εάν πρέπει κανείς να κάνει αυτή την κίνηση, αλλά για το πού είναι καλύτερα να κρύψει το κομπόδεμα και πώς θα γίνει να θυμηθεί που το έχει βάλει όταν περάσει καιρός, είναι σαφές ότι το ζήτημα έχει περάσει στην επόμενη πίστα. Οι πλέον προνοητικοί έχουν κάνει μαζικές αναλήψεις από την προηγούμενη κιόλας δόση του δντ, επιλέγοντας ταχυδρομικές θυρίδες ή άλλες επίσημες κρυψώνες. Όσοι μπορούν, στέλνουν εμβάσματα στο εξωτερικό. Και οι υπόλοιποι, οι πολλοί, ράβουν κρυφές τσέπες στα παλτά τους, σηκώνουν μια σανίδα από το παρκέ, βγάζουν ένα πλακάκι από τον τοίχο του μπάνιου ή επενδύουν σε χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές. Όλοι πάντως ζουν την ίδια φρίκη και το ίδιο άγχος. Έχουν υποχρεώσεις, έχουν ευθύνες, έχουν κάποια –λίγα- χρήματα στην άκρη και καμία εμπιστοσύνη στο μέλλον και στη χώρα στην οποία ζουν. Γι’ αυτό και προτιμούν να διακινδυνεύσουν να τους ανοίξουν το σπίτι και να τους κλέψουν, παρά να αφήσουν χρήματά που τους ανήκουν στο έλεος των τραπεζών.

 

Η ίδια εφευρετικότητα, η ίδια ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, όταν απαλλαγεί από την αποκλειστική προστασία του εαυτούλη και συντονιστεί σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο που συμπεριλαμβάνει και το κοινό καλό, μπορεί να ξεκινήσει την επανάσταση, η οποία κυριολεκτικά ή μεταφορικά θέλω να πιστεύω ότι θα ανοίξει μια χαραμάδα ελπίδας σε κάτι περισσότερο από μερικά –απαραίτητα οκ- εξασφαλισμένα ευρώ.