Υπάρχει μια σελίδα του Κανέτι -η πρώτη πρώτη στο Μάζα και Εξουσία- που νομίζεις ότι γράφτηκε κατόπιν ολομελούς συσκέψεως της απανταχού ανθρωπότητας. Και αφορά κάτι απλούστατο - το άγγιγμα. Όχι την τρέχουσα επαφή στις καθημερινές χαιρετούρες, τα περάσματα μέσα στην πολυκοσμία, τα στριμώγματα στις κερκίδες. Όλα αυτά είναι αισθήσεις της στιγμής, ελέγχονται, ξεχνιούνται παρ' ότι επαναλαμβάνονται με το σημεραύριο. Αντίθετα το αναπάντεχο άγγιγμα -ειδικά μέσα στο σκοτάδι- ραγίζει την καρδιά μέχρι λιποθυμίας.

 

Προφανώς το άγγιγμα από μόνο του, σε άλλες στιγμές, μπορεί να είναι απολαυστικό, να μεταδίδει λεπτά αισθήματα και περίτεχνες συγκινήσεις. Αλλά όταν επέρχεται αιφνίδια, χωρίς να υπάρχει οπτική εποπτεία, είναι σαν ιοβόλο χτύπημα φιδιού. Πράγματι «όλες οι αποστάσεις που έχει δημιουργήσει γύρω του ο άνθρωπος υπαγορεύτηκαν από αυτόν το φόβο της επαφής. Κλειδαμπαρωνόμαστε μέσα σε σπίτια όπου απαγορεύεται η είσοδος σε όλους· μόνο έτσι νιώθουμε ασφάλεια. Ακόμα και ο φόβος για τον διαρρήκτη δεν οφείλεται μόνο στις ληστρικές του προθέσεις, είναι επίσης φόβος για το αιφνίδιο άγγιγμα μέσα στο σκοτάδι».

 

Κλειδωνόμαστε μέσα στο σπίτι, αλλά διπλοσυρτώνουμε επίσης από μέσα την αφή - το δέρμα ακριβέστερα, που παραμένει παρά ταύτα ανοιχτό και ευάλωτο. Όπως η ξαφνική κραυγή κόβει με ψαλίδι το χρόνο, η αναπάντεχη παρουσία του άλλου βρίσκει ανέτοιμη την ψυχή. Το άγγιγμα ανοίγει τρύπα απ' όπου εισβάλλει ο πανικός. Φταίει το δέρμα μήπως; Το έρμο το δέρμα αντιμετωπίζεται γενικά με κάποια περιφρόνηση, λες και είναι ένα δευτερεύον περίβλημα, απολύτως απαραίτητο αλλά και τοπογραφικά δευτερεύον. Ποιος είδε ποτέ την πλάτη του; Το σβέρκο του; Εντούτοις η φυσιολογία διδάσκει ότι η επιδερμίδα βρίσκεται σε λεπτότατη και πολυσχιδή σχέση με το περιβάλλον. Αναρίθμητα είναι τα νεύρα που έρχονται σε επαφή με την επιφανειακή στιβάδα, καθώς εξασφαλίζουν μια φωτο-απτική αισθητικότητα. Για να το πούμε απλούστερα, το εξωτερικό επικοινωνεί βαθύτατα με το εσωτερικό, δεν είναι «σάρκα» παρά ηλεκτρομαγνητική ψυχή.

 

Από μόνο του σκέπτεται σαν αρχέγονο ένστικτο. Το τακτ (tactus = επαφή) προσέλαβε μέγιστο κύρος στους καλούς τρόπους διότι αποδίδει άμεσα τη στρατηγική των κινήσεων και των φευκτέων επαφών· αυτό άλλωστε μας κάνει φίλους με τη βαριά λέξη θιγμένος. Μάλιστα αν το συγκρίνουμε με την όραση βρίσκουμε κάποια άκρη.

 

Η όραση, αίσθηση ενεργητική πριν απ' όλα, πολυάσχολη και ξεκαπίστρωτη, δεν έχει δεσμεύεις. Ό,τι βλέπεις το έχεις κατά κάποιο τρόπο, ουδείς μπορεί να στο απαγορεύσει. Αλλά κι αυτή δεν απαλλάσσεται από τον πανικό. Κομμένα μέλη, πρωτοφανή θεάματα, βέβηλες εικόνες την καθιστούν επίσης ανυπεράσπιστη. Είναι κι αυτή με τον τρόπο της επαφή, αλλά επαφή που δεν αγγίζει· κατά συνέπεια μπορείς να βλέπεις, αλλά και να κλείσεις τα μάτια. Σε σύγκριση με την αφή η όραση είναι βασιλική αίσθηση. Σπεύδει, δεν αναμένει, επιτίθεται, έχει τεράστια ακτίνα δράσης - σε αντίθεση με την αφή, που αναμένει, δεν κρατάει απόσταση από το σώμα. Ενώ τα μάτια είναι αριστούργημα του πνεύματος η επιδερμίδα κρατάει από αρχέγονες εποχές, είναι ερπετό που τυλίγει τον άνθρωπο, κατώτερης βαθμίδας αντανακλαστικό και γι' αυτό ακριβώς ασφαλέστερο.

 

Το ανεξήγητο είναι ότι, ενώ η επαφή με ένα πράγμα εκλογικεύεται αυτομάτως χωρίς να συνεπάγεται ανεξέλεγκτους συνειρμούς, η επαφή με τη σάρκα του άλλου αφυπνίζει βιολογικές ηλικίες εκτός προγράμματος, σάμπως εν ριπή αφής να ανακλαδίζεται μέσα μας μια χαώδης προϊστορία. Συχνά ερχόμαστε σε επαφή με ένα αντικείμενο που άφησε κάποιος άλλος - ένα προσκέφαλο για παράδειγμα ή ένα τραπουλόχαρτο - και μόλις νιώσουμε τη θέρμη που έχει απομείνει στην επιφάνειά του αισθανόμαστε ανεπαίσθητα προσβεβλημένοι. Η βιολογική λειτουργία του άλλου μάς λεκιάζει, είναι ανεπιθύμητη. Μας στοιχειώνει πάντα ο τρόμος του «ανοιχτού» σώματος, του ξεκοιλιασμένου· γλίνες, σάλια, εμέσματα, αίματα, κόπρανα, χνότα, εκκρίσεις κάθε λογής.

 

Βλέπεις το ξένο αίμα αλλά δεν το πιάνεις. Το βλέμμα είναι μακρύ χέρι, προβολέας, αλλά η αφή σωματική, απ' όπου και το λαϊκιστί  «με τα μάτια μαραμάρα, με τα χέρια ξεραμάρα». Αυτός που κοιτάζει απέχει, είναι σε ασφαλή απόσταση· αντίθετα, το άγγιγμα παρασημαίνει εν τω άμα κατοχή, διεκδίκηση, νοσηρή ιδιοποίηση. Ο μέσα εγωτικός ανθρωποδιώκτης, που τον συντηρούμε με αυτοκρατορικά έξοδα, τρέμει τα ενδότερα του άλλου· απεχθάνεται τα σάλια του, τις εκκρίσεις του, το χτυποκάρδι του, ακόμα και τα δάκρυα, που του φαίνονται απεχθές κάτουρο των ματιών. Τον απόξενο άλλο τον θέλουμε άυλο, ασώματο, καρτούν, άχυμο νευρόσπαστο.

 

Για την ακρίβεια είναι «αθίγγανος» - αυτός που δεν πρέπει να αγγίξεις και κυρίως να σε αγγίξει. Ακόμα και μέσα στο ίδιο σπίτι, αν αγγίξεις αιφνίδια και αθόρυβα το παιδί σου στρέφει και σε ματιάζει θιγμένο (από κάτι βαθύτερο από το χέρι). Όλα μάς θίγουν, όλα πάνε βαθύτερα απ' ό,τι νομίζουμε, σάμπως το σώμα, με την εξωτερική του όψη, να είναι παρθενία που ανά πάσα στιγμή και αφή διακορεύεται.

 

Δεν ξέρουμε αν γράφτηκε ποτέ ύμνος στο δέρμα, αλλά θα έπρεπε. Μπορούμε να φανταστούμε μια αγαπημένη γυναίκα χωρίς δέρμα - με φανερά τα έντερα, τις σάρκες και τις φλέβες;