Του Tim Whewell, από το ΒΒC. Μετάφραση: Λένα Φουτσιτζή

 

Πάντα μπορείς να διακρίνεις πού υπήρχε ένα χωριό: από την ξαφνική αφθονία δέντρων μάνγκο στη μέση του πουθενά.


Είναι το αγαπημένο μου δέντρο – φύλλα πιο γυαλιστερά, με ένα πιο βαθύ σμαραγδένιο πράσινο από των άλλων δέντρων – το σχήμα τους, από απόσταση, πιο στρογγυλό.

 

Αυτή την εποχή του έτους, οι περισσότεροι καρποί είναι ακόμη μικρού μεγέθους, σκληροί και πράσινοι. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τώρα ότι μέχρι τον Ιούνιο, το έδαφος από κάτω θα είναι καλυμμένο με έναν κίτρινο πολφό σε σήψη, με άρωμα περισσότερο αρρωστιάρικο παρά γλυκό.

 

Αλλά η προσπάθεια κάνει τον χρόνο να περνάει, όσο ώρα με την ώρα διασχίζεις τις κόκκινες κορδέλες χώματος που στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία παριστάνουν τους αυτοκινητόδρομους – και όσο προσπαθείς να μαντέψεις πού βρίσκονται όλοι αυτοί που ζούσαν κάποτε κάτω από αυτά τα δέντρα μάνγκο.

 

Υπήρξαν πάντα μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών στην κεντρική Αφρική, εκεί όπου η σαβάνα της Σαχέλ δίνει τη θέση της στο όλο και πιο πυκνό δάσος.

 

Στη σάνγκο, στην τοπική γλώσσα, η λέξη kpetene σημαίνει, χοντρικά «μη μπλέκεις σε φασαρίες».

 

Μου είπαν ότι αυτό ήταν το όνομα των νέων οικισμών που σχηματιζόταν από οικογένειες που ξαφνικά αποφάσισαν να φύγουν από τα χωριά τους για να ξεφύγουν από τις διαφωνίες με τους επιθετικούς τους γείτονες.

 

Αλλά γίνονται και μεγαλύτερης κλίμακας μεταναστεύσεις.

 

Οι Γάλλοι, οι οποίοι διοικούσαν την περιοχή πριν από έναν αιώνα, ενθάρρυναν κάποιες από τις ημι-νομαδικές ομάδες των Peul να κινηθούν νότια από τον Νίγηρα και το Τσαντ, σε περιοχές με καλύτερη προσφορά ζωικού κεφαλαίου. Οι Peul είναι κτηνοτρόφοι. Είναι επίσης μουσουλμάνοι. Έτσι μαζί με τα βοοειδή ήρθε και το Κοράνι – μέρος της αργής εξάπλωσης του Ισλάμ στο Νότο, που έκτοτε συνεχίζεται.

 

Ο αγρότης και ο καουμπόι θα έπρεπε να είναι φίλοι, αλλά στην πραγματικότητα συγκρούστηκαν σε όλο τον κόσμο, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, από τον Κάιν και τον Άβελ της Βίβλου, μέχρι την Οκλαχόμα!

 

Και στην τελευταία σύγκρουση, στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, είναι οι καουμπόηδες – οι Peul – που έχουν χάσει τη μάχη.

 

Σήμερα, κατά μήκος αυτών των δρόμων, δεν χρειάζονται τα δέντρα μάνγκο για να σου πουν πού ζούσαν κάποτε άνθρωποι.

 

Τα άδεια κελύφη των σπιτιών τους και τα τζαμιά τους στέκονται ακόμα, μαυρισμένα, χωρίς στέγες.

 

Και δε χρειάζεται να μαντέψεις πού έχουν πάει οι ιδιοκτήτες τους. Πολλοί έχουν δολοφονηθεί, άλλοι αναγκάστηκαν να δραπετεύσουν από τη βίαιη πολιτοφυλακή που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τη χριστιανική πλειοψηφία της χώρας.

 

Πρόκειται για θρησκευτική «κάθαρση» σε μαζική κλίμακα – εκδίκηση κατά των Μουσουλμάνων, λέει η πολιτοφυλακή, για τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν πέρυσι κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης που οργανώθηκε από την μουσουλμανική ηγεσία.

 

Αυτή η τραγωδία, η οποία δεν έχει γίνει αντιληπτή από τον έξω κόσμο, συμβαίνει για πολλούς λόγους.
Το καζάνι του μίσους έχει υποδαυλιστεί από αποτυχημένους πολιτικούς που θέλουν να οργανώσουν την επιστροφή τους, αλλά και από το Τσαντ, τη γειτονική χώρα στο Βορρά, που ορέγεται τους πόρους της Κεντρικής Αφρικής.

 

Όμως βράζει και εν μέρει λόγω της ζήλιας που έχει αναπτυχθεί μεταξύ αυτών που είχαν πολιτική ισχύ αλλά ήταν φτωχοί – δηλαδή της χριστιανικής πλειοψηφίας – και όσων είχαν αποκλειστεί από την πολιτική και έμοιαζαν ελαφρώς πιο ευκατάστατοι – των μουσουλμάνων εμπόρων και κτηνοτρόφων.

 

Επί σειρά ημερών στο δρόμο, δε βλέπω αγελάδες.


Τότε, ξαφνικά, βλέπω να βγαίνουν από τους θάμνους – τεράστιες, με κέρατα. Αλλά δεν συνοδεύονται από τους Peul στους οποίους κάποτε ανήκαν.

 

Αντ' αυτού μας χαιρετά μια ομάδα τρομαχτικών νέων αντρών οπλισμένων με μαχαίρια, τόξα και βέλη, και κυνηγετικά τουφέκια. Στα στήθη τους έχουν τυλίξει μικρά δερμάτινα πουγκιά που περιέχουν μαγικούς φλοιούς δέντρων και άλλα φυλαχτά που πιστεύουν ότι τους προστατεύουν από τις σφαίρες.

 

Έχουμε σκοτώσει τους Peul, λένε – τώρα αυτές οι αγελάδες είναι δικές μας. Βλέπω ότι έχουν κλέψει κα μερικές γυναίκες, μέλη της φυλή των Peul, κουκουλωμένες πίσω από το κοπάδι, ένα μικροσκοπικό μωρό φασκιωμένο.

 

Οι νεαροί άντρες είναι μέλη της πολιτοφυλακής, οι "anti-balaka" που βλέπεις παντού κατά μήκος των δρόμων – ένα σώμα που κάποτε δημιουργήθηκε, λένε, για την αντιμετώπιση των ληστών.

 

Τώρα, σκοτώνουν και καίνε στο όνομα της Κεντρικής Αφρικής για τους πολίτες της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Ξαφνικά όλοι οι μουσουλμάνοι είναι ξένοι – ακόμη κι αν πολλές γενιές έχουν μεγαλώσει εδώ. Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν πλέον καταφύγει σε στρατόπεδα κατά μήκος των συνόρων, στο Τσαντ και στο Καμερούν.

 

Όλοι φοβούνται ότι θα υπάρξει έλλειψη κρέατος στην Κεντρική Αφρική. Οι αγρότες χρειαζόταν τους καουμπόηδες – κανένας άλλος δε μπορεί να φροντίσει τα ζώα. Στο Bozoum, μια πόλη στην οποία ζούσαν χιλιάδες μουσουλμάνοι μέχρι φέτος, μαθαίνω ότι έχουν απομείνει μόλις δύο.


Ένας από τους δύο είναι ένας τρελός. Ο άλλος είναι ένας χασάπης – ένας ψηλός, σιωπηλός άντρας στον οποίο έχει επιτραπεί η παραμονή (ή έχει αναγκαστεί να παραμείνει), επειδή οι ικανότητές του είναι πολύτιμες.


Κάθομαι μαζί του στην αυλή κάτω από ένα δέντρο μάνγκο – όλοι έχουν από ένα – αλλά φοβάται να μου πει τι έχει γίνει.


Είναι πολύ μόνος, αλλά δεν φεύγει.


«Εδώ ανήκω», επιμένει.

 

Κοιτάω τα μάνγκο του. Ίσως να είναι ακόμη εδώ τον Ιούνιο, για να τα μαζέψει. Αλλά τα φρούτα πολλών, πάρα πολλών δέντρων στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία θα μείνουν πάνω στα δέντρα.