Πίτσα Παπαδοπούλου
Πίτσα Παπαδοπούλου

 

Του Παναγιώτη Κ. από το Now I Am Somebody Else

 

 

Ομολογώ ότι δεν έχω πάει ποτέ στα μπουζούκια. Οχι από σνομπαρία, κάθε άλλο. Απλώς, τα «ελληνάδικα» των mid-90’s αντιπροσώπευαν στ’ αυτιά μου τα σουξέ του Κακοφωνίξ και όταν μεγάλωσα δεν έτυχε να κάνω φίλους που να είναι λάτρεις του είδους. Ετσι, τα αξημέρωτα βράδια των πρώτων μου χωρισμών άκουγα Αλέκα Κανελλίδου. Η αρχή του κακού έγινε από ένα σιντί του Σταμάτη Κραουνάκη που οδήγησε στην προσωπική μου κατρακύλα και με έφερε αντιμέτωπο με τους καλτ νταλκάδες της Αντζελας Δημητρίου, της Ρένας Κουμιώτη και της Πίτσας Παπαδοπούλου
 

Τα «ελληνάδικα» της εφηβείας
Εγώ ήμουν παιδί της ποπ, της Μαντώς, της Αλέξιας και του Θάνου Καλλίρη. Οι ντεμί-λαϊκές τραγουδίστριες τύπου Εφη ΣαρρήΚαίτη Γαρμπή και Αννα Βίσση οι οποίες στα μέσα της δεκαετίας του 1990 έκαναν στροφή στην καριέρα τους μου έσπαγαν τα νεύρα. Τα λαϊκοπόπ χιτάκια τους τα έβρισκα κακόγουστες παλιατζούρες – αδυνατούσα να κατανοήσω το πως ο κόσμος μπορούσε να διασκεδάζει με τόση φτήνια και βλαχομπαροκιά. Βλέποντας, βέβαια, τα πράγματα με την απόσταση σχεδόν δύο δεκαετιών, συνειδητοποιώ ότι εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσαν και κάποιες συμπαθητικές λαϊκές τραγουδίστριες όπως η Ελένη Καρουσάκη, η Λένα Παπαδοπούλου και η Ελίνα Κωνσταντοπούλου. Επίσης, οφείλω να παραδεχτώ ότι η Αντζυ Σαμίου με το «τέλειωσαν κι απόψε τα τσιγάρα μου, στο πακέτο έβαλα φωτιά, και στη στάχτη βλέπω τη μορφή σου, που μου γονατίζει την καρδιά», είχε ήδη αρχίσει να παίρνει θέση στις γυναίκες που συντροφεύουν τους ιδανικούς μου χωρισμούς. Πάντως, μπορεί -ευτυχώς για τους λάτρεις του εκσυγχρονισμού- τα «ελληνάδικα» να άρχισαν να ξεφουσκώνουν στα τέλη των 90’s για να δώσουν τη θέση τους στα «και καλά» ντανς, χάουζ και αρ εν μπι σουξέ της Ελενας Παπαρίζου και της Δέσποινας Βανδή, αλλά πριν μερικά χρόνια έσκασε μύτη η μία και μοναδική Πάολα Φωκά, μια πανέμορφη λαϊκιά μπάρμπι με φωνή τελείως κόντρα στο παρουσιαστικό της. Κι ενώ έχει κάτι από Καίτη Ντάλη, θυμίζει και τις παλιές καλές εποχές της Κατερίνας Στανίση, ειδικά όταν τραγουδάει το πολλαπλών αναγνώσεων «κατέβα θεέ μου χαμηλά, κράτα μου απόψε συντροφιά, έχω ανάγκη ένας φίλος να με νιώσει» (go down!).

Οι φοιτητικοί νταλκάδες

Το ότι τα χρόνια περνούν γρήγορα αρχίζεις να το συνειδητοποιείς όταν βλέπεις χαζές παλιές σου συμμαθήτριες να πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Πριν φτάσουμε, όμως, εκεί, εγώ πρόλαβα από «ο πιο κακός ο μαθητής» να βρεθώ φοιτητής στο Πάντειο (τέλειωσα αριστούχος και διάβασα και τον όρκο για όποιον αναρωτιέται). Εκεί ήταν που συνάντησα την Ε.Μ., η οποία με μύησε στο σύμπαν του Σταμάτη Κραουνάκη. Στην αρχή τον σιχαινόμουν, αλλά οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου που συντροφεύουν τα περισσότερα τραγούδια του μου έκαναν ήδη για καθαρή ποίηση. Κι ενώ άρχισα να ακούω κι εγώ τις μάλλον κυριλέ επιτυχίες που είχε κάνει με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη, κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου η «Σπεράντζα», δίσκος στον οποία μια αλλιώτικη Κατερίνα Στανίση τραγούδαγε «μια Κυριακή απόγευμα είχα έναν άνθρωπο δικό μου μόνο, τώρα σκοτώνω κάθε περαστικό». Αυτό ήταν. Πήγα σούμπιτος σε γνωστό δισκάδικο του κέντρου να αγοράσω τα άπαντα του καλλιτέχνη. Ψάχνοντας στα ελαφρώς σκονισμένα ράφια με τις προσφορές, έπεσα πάνω στο «Νέα γυναίκα, μόνη, τραγουδά» της Δήμητρας Παπίου. Και «κουβέντα στη κουβέντα ο καημός μεγάλωνε» και μπήκε στη ζωή μου και η… Ζωή Φυτούση να με κάνει να μελαγχολώ κάθε φορά που την ακούω να τραγουδάει το «πέρασε, πια, το σαββατόβραδο σαν ακατάδεκτο αγόρι» και η Πίτσα Παπαδοπούλου να με κάνει να πιάνω πάτο με το «έρωτά μου αγιάτρευτε και καημέ μου μεγάλε, ιστορία μου όμορφη της ζωής μου φινάλε». Και πλέον, η Βίκυ Μοσχολιού μπορεί και μου φτιάχνει διάθεση για φλερτ με το «ναύτης βγήκε στη στεριά για περιπολία, μάνα μου αναστέναξε όλη η παραλία» (ταυτίζομαι με τον ναύτη) και η «δασκάλα» Αντζελα Δημητρίου -μου έμαθε να παίρνω τον εαυτό μου λιγότερο στα σοβαρά με το «θεατρίνα με φτερά θα σε λατρεύω, σαν τη Λάιζα Μινέλι θα χορεύω»- μπορεί να με κάνει κουρούμπελο να ρεζιλεύομαι ουρλιάζοντας «και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον άλλον» (τον ξανθό, τον ξινισμένο, τον τάπα, τον χοντρό, τον αμόρφωτο, τον γλοιώδη και τον αγύμναστο που σε πήραν όλοι τους μακριά μου). Τέλος, η Πέγκυ Ζήνα συνεχίζει να εκφράζει μέχρι στιγμής ανεκπλήρωτους πόθους με το «και πάω στα σκυλάδικα και γίνομαι κομμάτια, και πίνω ως τα χαράματα για τα δικά σου μάτια».

Η καλτίλα του τριαντάρη
Κι αφού έζησα μερικές δεκάδες απόλυτους έρωτες, μάζεψα πέντε-έξι πτυχία και άλλαξα καμιά δεκαριά δουλειές, βρήκα μία προσωπική αποκάλυψη στο… καλτ – έλα, δεν το πιστεύω! Δεν ξέρω γιατί, αλλά βρίσκω εξαιρετικά διασκεδαστικό τον τρόπο που οι τραγουδιάρες παρουσιάζουν εαυτές ως… πανέμορφες («αρέσω, παιδί μου, αρέσω»), βαμπ («είμαι εγώ γυναίκα φίνα ντερμπεντέρισσα, που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρησα») και λεφτούδες («εγώ πληρώνω τα μάτια που αγαπώ»). Μπορούν την ίδια στιγμή να είναι αμαρτωλές («μα μ’ έμπλεξε ένας πότης, αχ, ένας μάγκας μόρτης και μ’ αφήνει») και θρησκευόμενες («για μένα άξιος κριτής είναι μονάχα ο Θεός»), πρέσβειρες των επαγγελμάτων του λαού («η πιο καλή γκαρσόνα είμαι εγώ»), μπαρόβιες, νυχτόβιες, φανατικές καπνίστριες και γερά ποτήρια («όταν πίνει μια γυναίκα κάθε βράδυ μ’ άλλονε»). Με δυο λόγια, είναι καλτ λαϊκές ντίβες με ξανθό μαλλί-υπερπαραγωγή και λευκή οδοντοστοιχία του γιατρού που φορούν μαύρα μάξι φορέματα με σι-θρου δαντελένιες λεπτομέρειες, γκλαμ σκουλαρίκια, φτερά και πούπουλα. Ακόμη κι όταν ρίχνουν το πιο βαρύ ζεϊμπέκικο, η θλίψη τους μπορεί να ορίσει το «νέο γκλαμ». Βέβαια, το πιο συναρπαστικό απ’ όλα είναι ότι εκεί που κλαίνε με μαύρο δάκρυ για τον λεβέντη, τον κούκλο και τον καραμπουζουκλή -τρεις διαφορετικοί άνθρωποι- που τις παράτησε, μπορεί να τους έρθει ντουβρουτζάς στα καλά του καθουμένου και να αρχίσουν να αλωνίζουν την πίστα χοροπηδώντας σαν αγγελοκρουσμένες με το «νέος, ωραίος, πράσινα μάτια είναι τ’ αγόρι που αγαπώ, ξέρει τι θέλω και μου το δίνει προτού προλάβω να του το πω» (προσωπικά, «να πεθάνουν οι γυναίκες, να πεθάνουνε»)!

Μπιζαρίσματα
Μπορεί το «Ερωτά μου αγιάτρευτε» να έχει υπομείνει την ερμηνεία της ξανθιάς ημίφωνης με τον μπλε γυάλινο φακό επαφής, αλλά έχει κερδίσει και το σεβασμό δύσκολων ακροατηρίων χάρη στην ευγένεια της φωνής της Δήμητρας Γαλάνη – είναι γεγονός το ότι με καλτ λαϊκά τραγούδια έχουν φλερτάρει και άλλες ακομπλεξάριστες «έντεχνες» από τη Μελίνα Κανά μέχρι τη Θεοδοσία Τσάτσου που η φάνκι εκδοχή της στο «Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε» έστειλε πολύ κόσμο αδιάβαστο. Δεν θέλω να επικαλεστώ φιλοσοφικές αρλούμπες περί τάχαμου «αλήθειας» και «αυθεντικότητας» – είμαι και φαν του Μποντριγιάρ. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι σε στιγμές απελπισίας κατάφεραν να αγγίξουν πολλούς από εμάς σε απόλυτο βαθμό. Έτσι δεν είναι; Δικό(ς) σας!