Της Βάνας Χαραλαμπίδου, από το σάιτ της ΠΑΡΑΛΛΑΞΗΣ. 

 

Να μην πέσεις στα χέρια απολύτως αδιάφορων μεγαλόσχημων καθηγητάδων πανεπιστημιακών κλινικών, μεγαλογιατρών που πήραν ένα πτυχίο πριν από σαράντα χρόνια, και τώρα έχουν καταλάβει μια πτέρυγα του νοσοκομείου, σαν να ήταν τσιφλίκι τους, και τη διατηρούν έτσι που, αν δεν θυμίζει Νταχάου, παραπέμπει ευθέως σε Κωσταλέξι, όπου ο άρρωστος καθίσταται όμηρος της μεγαλοπρεπούς ανεπάρκειας τους, του καταφανούς συμπλέγματος να μη διαψευσθεί η οποιαδήποτε ακριβής ή μη διάγνωσή τους, της άρνησης τους να δεχτούν τη γνώμη και συνδρομή κάποιου τρίτου, ίσως ειδικότερου και πλέον ενημερωμένου για τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης που καλπάζουν, του ωμού τρόπου με τον οποίο εκστομίζουν εν πολλοίς αυθαίρετες για τη ζωή καταδίκες, του χρόνου που χάνεται μοιραία επειδή είναι Παρασκευή και δεν πρέπει επ’ ουδενί να ενοχληθούν το Σαββατοκύριακο, των παρατρεχάμενων ειδικευόμενων και λοιπών, που αρκούνται να υπηρετούν τη δήθεν αυθεντία.

 

Βρίσκεσαι αντιμέτωπος με  την εγκατάλειψη ανθρώπων που στερούνται τα στοιχειώδη μιας αξιοπρεπούς νοσηλείας έστω και λίγο πριν αποδράσουν από το μάταιο τούτο κόσμο, σου έρχεται σκοτοδίνη αντικρίζοντας τεράστια αιματώματα στα μπράτσα προκειμένου να πάρουν λίγο αίμα για τις αναγκαίες εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων θα βγουν με καθυστέρηση λόγω μιας υποτιθέμενης πληθώρας, μιας ακόμη απεργίας ή μονίμως χαλασμένων μηχανημάτων, απελπίζεσαι μπροστά σ’ ένα δίσκο με φαγητό που όποιος το φάει σίγουρα θα αποκτήσει κι άλλα νοσήματα εκτός αυτού που τον οδήγησε στο νοσοκομείο, αφού θεωρούν περιττό να το προσαρμόσουν σ’ ένα ειδικό διαιτολόγιο, το θέμα δεν αφορά την ειδικότητά τους. Σε κυκλώνει η  αίσθηση ότι έπεσες στα χέρια μιας συμμορίας αδίστακτων, συνένοχων, έτοιμων να δικαιολογήσει ο ένας τις εγκληματικές αμέλειες, τα λάθη και τις παραλείψεις του άλλου, που μόνο να σε βοηθήσουν, αν όχι να σε σώσουν, δεν ενδιαφέρονται.

 

Ένα φέρετρο σε υποδέχεται στην είσοδο κι ένα δεύτερο σε χαστουκίζει μόλις ανοίγουν οι πόρτες του ασανσέρ, που κάλεσες, όσες φορές κι αν πας δεν λείπουν τα φέρετρα από την υποδοχή, φαίνεται πως κάνει χρυσές δουλειές το ειδικό γραφείο που καθόλου τυχαία έχει αναλάβει εκεί το σχετικό έργο. Βλέπεις τις πόρτες της κατ’ όνομα εντατικής μονάδας ορθάνοιχτες στα πάσης φύσεως μικρόβια και τις αντίστοιχες ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, νοσοκόμες να μπαινοβγαίνουν φωνάζοντας και γελώντας, υγειονομικό υλικό στα ντουλάπια των δωματίων - μήπως για να υπεξαιρείται εύκολα; -, τρομάζεις από τα αλλεπάλληλα στρώματα της ξεφτισμένης λαδομπογιάς στους τοίχους, ψάχνεις σε θαλάμους να βρεις μια λάμπα να καίει για να αντικαταστήσεις την καμένη πάνω από το κρεβάτι, μάταια προσπαθείς να θέσεις σε λειτουργία μια τηλεόραση, χαλασμένη ποιος ξέρει από πότε, που μάλλον περιμένει να αυτοιαθεί, παρανοείς και αναρωτιέσαι μήπως και τα φάρμακα που χορηγούν είναι κι αυτά ληγμένα και σε αποσύνθεση, όπως η συνολική εικόνα του νοσοκομείου, βγαίνεις έξω να ανασάνεις και αντικρίζεις τα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια του κήπου, οικτίρεις αυτούς που προσλήφθηκαν εκεί με όνειρα να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, λυπάσαι και τον Παπανικολάου που διέθεσε μια περιουσία για να ευεργετήσει τον τόπο του μ’ ένα νοσηλευτήριο, που έπρεπε να είναι κόσμημα.

 

Δεν ξέρω αν τα συγκεκριμένα πανεπιστημιακά τσιφλίκια περιλαμβάνονται στα κυβερνητικά σχέδια των συγχωνεύσεων δημοσίων οργανισμών. Αλλά μια συγχώνευση δεν είναι αρκετή. Έτσι κι αλλιώς το μόνο που παρέχουν είναι η σταθερή μισθοδοσία από τον ελλειμματικό δημόσιο κορβανά όσων εργάζονται εκεί και τίποτε περισσότερο. Λοιπόν, να μην τους συγχωνεύσουν. Να τους καταργήσουν! Να τους κλείσουν! Να τους απολύσουν, ναι να τους απολύσουν. Να τους στείλουν από εκεί που ήρθαν. Στα σπίτια τους. Κι ας καούν και μερικά χλωρά μαζί με τα ξερά.

 

Γιατί με τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που έχουν αποκτήσει, όχι μόνο χάνουν  κάθε μέρα ανθρώπους, τους ανθρώπους μας, το χειρότερο είναι ότι εκπαιδεύουν και μια νεώτερη γενιά γιατρών και νοσηλευτών, που - δεν μπορεί - κάποια καλά στοιχεία θα διαθέτουν, στην απάθεια μπροστά στην αξία της ανθρώπινης ζωής και στην ανοσία μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, τους εθίζουν στην άρρωστη συντεχνιακή νοοτροπία και στην αδιαφορία για το λειτούργημα του θεράποντος ιατρού, που αν μη τι άλλο οφείλει να ανακουφίζει τον ασθενή του. 

 

Φεύγεις από εκεί και θέλεις να μπεις ολόκληρος στον κλίβανο που θα σε αποστειρώσει από την ολιγόωρη παραμονή σου σ’ αυτό το κάτεργο της «δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης», όπως  καταχρηστικά ονομάζεται, σκέφτεσαι ότι η μόνη εναλλακτική είναι η αντίστοιχη ιδιωτική περίθαλψη των δραχμο- ευρωφονιάδων και καταλήγεις σταθερά αποφασισμένος, προκειμένου να μην πέσεις στα νύχια τους, να καταφύγεις στην ευθανασία, αν ο μη γένοιτο, τραβήξεις τον ανάλογο λαχνό και πρέπει να νοσηλευθείς.