από τη Ναυτεμπορική

 

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 από την Αλ Κάιντα είχαν ως στόχο να πλήξουν τις ΗΠΑ -όπως και έγινε- αλλά με τρόπους που μάλλον ο Οσάμα Μπιν Λάντεν δεν είχε φανταστεί.

Ο τρόπος που χειρίστηκε ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, τις επιθέσεις έθεσε σε κίνδυνο τις βασικές αρχές της Αμερικής, υπονόμευσε την οικονομία της και αποδυνάμωσε την ασφάλεια της χώρας.

 

 

Η επίθεση στο Αφγανιστάν, η οποία επακολούθησε των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, ήταν κατανοητή, όμως η επακόλουθη εισβολή στο Ιράκ δεν είχε καμία σχέση με την Αλ Κάιντα -όσο και αν προσπάθησε ο πρόεδρος Μπους να πείσει ότι υπήρχε κάποια σχέση.

Αυτός ο πόλεμος κατ' επιλογήν συνοδεύθηκε γρήγορα από πολύ μεγάλο κόστος -κατά την έναρξή του έγιναν παραγγελίες αξίας άνω των 60 δισ. δολαρίων- καθώς η κολοσσιαία ανικανότητα συγκεράστηκε με ανειλικρινή διαστρέβλωση των γεγονότων.

 


Πράγματι, όταν η Λίντα Μπίλμες κι εγώ υπολογίσαμε το πολεμικό κόστος της Αμερικής πριν από τρία χρόνια, ο συντηρητικός απολογισμός ανερχόταν στα τρία με πέντε τρισ. δολάρια. Από τότε το κόστος έχει αυξηθεί περισσότερο. Με σχεδόν το 50% των στρατευμάτων που επέστρεψαν να δικαιούνται κάποιας μορφής αποδοχών αναπηρίας και περισσότερους από 600.000 να έχουν μέχρι τώρα νοσηλευθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις βετεράνων, εκτιμούμε πλέον ότι οι μελλοντικές αποδοχές αναπηρίας και νοσηλευτικό κόστος θα ανέλθουν συνολικά στα 600 με 900 δισ. δολάρια.


Αλλά το κοινωνικό κόστος -που αντικατοπτρίζεται στις αυτοκτονίες βετεράνων (που τα τελευταία χρόνια έχουν ξεπεράσει τις 18 καθημερινά) και τις διαλυμένες οικογένειες- είναι ανεκτίμητο.

Ακόμη κι αν μπορούσε να συγχωρήσει κανείς τον πρόεδρο Μπους που παρέσυρε την Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο σε έναν πόλεμο με ψευδείς ισχυρισμούς και που παρερμήνευσε το κόστος της όλης επιχείρησης, δεν υπάρχει δικαιολογία για τον τρόπο που διάλεξε για να τη χρηματοδοτήσει.

 


Ηταν ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία, το κόστος του οποίου καλύφθηκε εξ ολοκλήρου με πίστωση. Την ώρα που η Αμερική πήγαινε προς το πεδίο της μάχης, με τα ελλείμματα ήδη να έχουν εκτοξευθεί λόγω των φοροαπαλλαγών του 2001, ο πρόεδρος Μπους αποφάσισε να συνεχίσει με ένα νέο γύρο φορο-ελαφρύνσεων για τους πλουσίους.

Σήμερα, η προσοχή της Αμερικής είναι εστιασμένη στην ανεργία και το έλλειμμα. Και οι δύο απειλές για το μέλλον της Αμερικής μπορούν -και όχι σε μικρή κλίμακα- να εντοπιστούν στους πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ.

Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες σε συνδυασμό με τις περικοπές φόρων του προέδρου Μπους αποτελούν τη βασική αιτία που επεξηγεί το γιατί η Αμερική βρέθηκε από δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ όταν εξελέγη ο Μπους στα υπερβολικά επίπεδα ελλείμματος και χρέους που αντιμετωπίζει σήμερα.

 

 

Οι άμεσες κρατικές δαπάνες σε αυτούς τους πολέμους ανέρχονται μέχρι στιγμής σχεδόν στα 2 τρισ. δολάρια -17.000 δολάρια για κάθε νοικοκυριό- και με μελλοντικές οφειλές να αυξάνουν αυτό το ποσό περισσότερο από 50%.

Επιπλέον, όπως υποστηρίξαμε η Μπίλμες και εγώ στο βιβλίο μας με τίτλο «Ο πόλεμος των τριών τρισ. δολαρίων», οι πόλεμοι οδήγησαν στις μακροοικονομικές αδυναμίες της Αμερικής, oι οποίες επιδείνωσαν τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Τότε, όπως και τώρα, τα προβλήματα στη Μέση Ανατολή οδήγησαν σε άνοδο των πετρελαϊκών τιμών, αναγκάζοντας τους Αμερικανούς να δαπανήσουν χρήματα για εισαγωγές πετρελαίου, χρήματα που θα μπορούσαν να είχαν ξοδέψει αγοράζοντας αγαθά, παραγόμενα στις ΗΠΑ.

Αλλά τότε η Fed είχε κρύψει αυτές τις αδυναμίες, δημιουργώντας μια φούσκα ακινήτων που τροφοδότησε την καταναλωτική ευημερία. Θα χρειαστεί να μεσολαβήσουν χρόνια ώστε να ξεπεραστούν τα υπερβολικά χρέη και τα προβλήματα στην κτηματαγορά, που ήταν αποτέλεσμα της φούσκας.

Κατά ειρωνικό τρόπο, οι πόλεμοι υπονόμευσαν την ασφάλεια της Αμερικής (και του κόσμου) και πάλι με τρόπους που ο Οσάμπα Μπιν Λάντεν δεν θα μπορούσε να φανταστεί.

 


Ενας μη δημοφιλής πόλεμος θα καθιστούσε σε κάθε περίπτωση δύσκολη τη στρατολόγηση. Αλλά όπως ο πρόεδρος Μπους προσπάθησε να εξαπατήσει την Αμερική για το κόστος του πολέμου, δεν φρόντισε για τη σωστή χρηματοδότηση των στρατευμάτων, αρνούμενος ακόμη και βασικά έξοδα -όπως για παράδειγμα για τεθωρακισμένα και οχήματα που αντέχουν στις επιθέσεις από νάρκες, απαραίτητα για την προστασία της αμερικανικής ζωής ή για επαρκή ιατρική φροντίδα για τους βετεράνους που επέστρεψαν.

Αμερικανικό δικαστήριο απεφάνθη προσφάτως ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των βετεράνων. (Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η κυβέρνηση Ομπάμα ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να απαγορευθεί το δικαίωμα των βετεράνων να ασκήσουν έφεση στα δικαστήρια!).

Η ανάπτυξη των στρατευμάτων οδήγησε, όπως ήταν προβλεπόμενο, σε νευρικότητα όσον αφορά στη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων και το γεγονός ότι και άλλοι το γνωρίζουν αυτό απειλεί με αποδυνάμωση της ασφάλειας της ίδιας της Αμερικής.

Αλλά η πραγματική ισχύς της Αμερικής, περισσότερο από τη στρατιωτική και την οικονομική της ισχύ, είναι η «ήπια δύναμή» της, το ηθικό της κύρος. Και αυτό όμως αποδυναμώθηκε: καθώς οι ΗΠΑ παραβίασαν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα όπως το δικαίωμα του πολίτη να δικάζεται και το δικαίωμα να μην υφίσταται βασανιστήρια, αμφισβητήθηκε η πάγια δέσμευσή της προς το διεθνές δίκαιο.

Σε Αφγανιστάν και Ιράκ, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της γνώρισαν ότι η μακροπρόθεσμη νίκη προϋπόθετε να κερδίσουν την καρδιά και τη σκέψη. Αλλά τα λάθη στα πρώτα χρόνια αυτών των πολέμων κατέστησαν πιο πολύπλοκη την ήδη δύσκολη μάχη.

 

 

Οι παράπλευρες απώλειες αυτών των πολέμων ήταν τεράστιες: σύμφωνα με υπολογισμούς, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ιρακινοί σκοτώθηκαν, έμμεσα ή άμεσα, εξαιτίας του πολέμου. Σύμφωνα με κάποιες μελέτες, τουλάχιστον 137.000 πολίτες σκοτώθηκαν με βίαιο τρόπο στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Μεταξύ των Ιρακινών, υπάρχουν 1,8 εκατ. πρόσφυγες και 1,7 εκατ. εσωτερικά εκτοπισμένοι.

Δεν ήταν όλες οι συνέπειες καταστροφικές. Τα ελλείμματα για τα οποία ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό οι χρηματοδοτούμενοι με χρέος πόλεμοι της Αμερικής αναγκάζουν τώρα τις ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της δημοσιονομικής λιτότητας.

Οι στρατιωτικές δαπάνες της Αμερικής συνεχίζουν να ισοδυναμούν με το σύνολο των αμυντικών δαπανών του υπόλοιπου κόσμου δύο δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ορισμένες από τις αυξημένες δαπάνες πήγαν στους δαπανηρούς πολέμους Ιράκ και Αφγανιστάν και του ευρύτερου Παγκόσμιου Πολέμου κατά της τρομοκρατίας, πολλά όμως απ' αυτά τα χρήματα σπαταλήθηκαν σε όπλα που δεν λειτουργούν εναντίον εχθρών που δεν υπάρχουν.

Τώρα, επιτέλους, αυτοί οι πόροι πιθανότατα θα ανακατανεμηθούν και οι ΗΠΑ θα έχουν μεγαλύτερη ασφάλεια πληρώνοντας λιγότερα. Η Αλ Κάιντα μπορεί να μην ηττήθηκε, αλλά δεν φαίνεται πλέον να αποτελεί την απειλή που φαινόταν τόσο μεγάλη κατά την εποχή των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου.

Αλλά το τίμημα που καταβλήθηκε για να φθάσουμε σε αυτό το σημείο στις ΗΠΑ και αλλού ήταν τεράστιο -και, κυρίως, θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Οι συνέπειες θα είναι μαζί μας για πολύ καιρό. Και αποδίδει το να σκέφτεται κανείς προτού πράξει.