Με θλίβει η Κυψέλη. Όχι για το αφρικανικό γκέττο της, τους χρυσαυγίτες, τα παρκαρίσματα και τον συνωστισμό της. Δεν κατοικώ εκεί άλλωστε και άρα δε μπορώ να νιώσω δυσάρεστα με μία καθημερινότητα που δεν είμαι μέρος της.

 

Η Κυψέλη με θλίβει γιατί μοιάζει με το τελευταίο απομεινάρι μιας παλιάς Αθήνας. Γιατί εκεί έζησαν οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί του λαϊκού κινηματογράφου, του θεάτρου και της επιθεώρησης. Σε κοντινές αποστάσεις ο ένας απ' τον άλλο, τόσο κοντινές που λες και σήμερα η Κυψέλη είναι ένας τεράστιος οίκος ευγηρίας.

 

 

 

Στην Κυψέλη δολοφονήθηκε πρόσφατα ο ''αριστοκράτης του πνεύματος'' Μένης Κουμανταρέας, που η αριστοκρατία ουδέποτε τον ενέπνευσε.

 

Στην Κυψέλη επισκέφτηκα κάποτε τον μπουζουξή και συνθέτη Γιάννη Καραμπεσίνη σε ένα διαμέρισμα που θύμιζε θλιβερό σκηνικό της FINOS FILM.

 

Στην Κυψέλη πέτυχα προ 20ετίας την Ταϋγέτη να περπατάει με το ένα της πόδι μπανταρισμένο, βαμμένη έντονα και ντυμένη στην τρίχα.

 

Στην Κυψέλη μιαν άλλη φορά ήπια καφέ με τη Ζωή Φυτούση στο σπίτι της και μου μίλησε για τον Χατζιδάκι και την ''Οδό Ονείρων''. Σήμερα η Φυτούση ανεβαίνει το δικό της Γολγοθά των γηρατειών και της ασθένειας.

 

Στην Κυψέλη, όταν το 2008 ήθελα να νοικιάσω διαμέρισμα, με έπιασε μία ηλικιωμένη θυρωρίνα και για να με πείσει μου μιλούσε για τον Γιάννη Δαλιανίδη, τον Ανδρέα Μπάρκουλη και τη Σπεράντζα Βρανά που συνήθιζαν να πίνουν τον καφέ τους στο παραπλεύρως καφενείο.

 

 

Στην Κυψέλη παραδόξως είναι σα να μην ακούς σκυλάδικα ή μοντέρνα άσματα από τα ανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι, αλλά το ''Sous le ciel de Paris'' της Edith Piaf, tangos του Carlos Gardel και ελαφρά τραγούδια του Σουγιούλ, του Μωράκη και του Γιαννίδη.

 

Στην Κυψέλη νιώθεις πως μέσα στις γκρίζες παλιές πολυκατοικίες της ο χρόνος έχει σταματήσει. Είναι η πιο ''αστική δεξιά'' περιοχή της Αθήνας σε αντίθεση με τα ''αναρχικά'' Εξάρχεια και το ''ιντελεκτουέλ'' Κολωνάκι που δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους.

 

 

Στην Κυψέλη όλο και θα σου πουν ''εδώ ζούσε ο τάδε'' ή ''εκεί ζει η τάδε'' κ.ο.κ. Κι εσύ, αν σε συνεπαίρνει όλο αυτό, αν δεν ενδιαφέρεσαι ιδιαίτερα για τα επίγεια, αισθάνεσαι πως βαδίζεις ανάμεσα στα μνημεία ενός άλλου, ζωντανού ακόμη, Α΄Νεκροταφείου της πρωτεύουσας.

 

Στην Κυψέλη, τέλος, έζησε και έφυγε χθες στα 86 της η μούσα του Ορέστη Λάσκου, η ερμηνεύτρια Μάγια Μελάγια - κατά κόσμον, Μελπομένη Τσιριγώτη. Εκεί, στην Αγίου Μελετίου, που έχασε την αγαπημένη της αδερφή πριν μερικά χρόνια και που κινδύνεψε σοβαρά από πυρκαγιά.

 

Πού πήγαν όλα αυτά τα νιάτα, η ομορφιά, η γοητεία, ο θρύλος;

 

 

Πού πήγαν τα τραγούδια με τη μπάσα φωνή της που καμία άλλη σύγχρονη της τραγουδίστρια δεν διέθετε;

 

Πού κιτρινίζουν εκείνα τα πορτραίτα της με τη Σοφία Λόρεν, τον Ωνάση, τον Άλαν Λαντ, τη Μελίνα και τον Ντασσέν;

 

 

 

Έτσι είναι η μοίρα των εν Ελλάδι σταρ του 1940, του ΄50 και του ΄60. Να κατακτήσουν το πανελλήνιο, να κάνουν ζηλευτά ξανοίγματα στο εξωτερικό, να γευθούν για τα καλά τα φώτα της διασημότητας, να ζήσουν έντονα μίση, πάθη και έρωτες και στο τέλος να καταλήξουν μόνοι - τόσο μόνοι - και αβοήθητοι σε κάποιο διαμέρισμα της Κυψέλης.

 

Λέγεται πως όσοι αντίκρισαν χθες νεκρή τη Μάγια Μελάγια απόρησαν με το ροδαλό χρώμα της. Εγώ πάλι λέω πως το αίμα, άχρηστο πια για τη λειτουργία της καρδιάς, μαζεύτηκε όλο στο πρόσωπο της για να γλυκάνει λίγο τη σκληρότητα του θανάτου της.

 

 

Την αποχαιρετώ κι εγώ με ένα δικό της τραγούδι, απ' αυτά τα λαμπερά γλυκόπικρα που μόνο ο Χιώτης ήξερε να φτιάχνει.