Από παιδί μου άρεσαν οι κρεαταγορές, οι ιχθυόσκαλες και γενικά οι πολύβουοι χώροι, όπου οι εργάτες μαζεύονται, συναλλάσσονται ή απλά φωνασκούν. Με ήλκυαν ακόμη και οι καυγάδες, να τους βλέπω, όχι να συμμετέχω, ενώ μέχρι σήμερα ποτέ δεν επιχείρησα να χωρίσω δυο ανθρώπους που μαλώνουν. Για να πιαστούν στα χέρια δυο άνθρωποι, κάποιους λόγους θα έχουν. Εδώ το έθιξε ο μέγας Αντονιόνι όταν έβαζε την ψυχωτική Μόνικα Βίτι να παρεμβαίνει άνευ λόγου στον, εξίσου άνευ λόγου, καυγά δύο αντρών, ο οποίος ήταν όμως αναπόσπαστο μέρος της μίζερης καθημερινότητας και της βιοπάλης τους, εμείς θα βγούμε ξαφνικά ως αλτρουιστές και ήρωες; Το αποψινό τυχαίο πέρασμα απ' την οδό Αθηνάς μου θύμισε ένα στέκι που δεν υπάρχει πια κι έναν άλλο πολύ πρωτότυπο καυγά, του οποίου υπήρξα μάρτυρας.

 

Θα ήταν 1994- 95, ανατρέχω ξανά στα φοιτητικά χρόνια στη σχολή κινηματογράφου. Ακριβώς μέσα στην κρεαταγορά, στο κέντρο της, ανέβαινες μια τεράστια μεταλλική σκάλα. Όταν έφτανες στο τέρμα της, έβγαινες σε μια υπέργεια ταβέρνα, που δύσκολα θα την ανακάλυπτε ανθρώπου μάτι. Οι πολλές γλάστρες και τα ψηλά, αν και παραμελημένα, φυτά, έρχονταν σε πλήρη αντιδιαστολή με το μουντό και γκρίζο βιομηχανικό τοπίο, στο οποίο βρισκόσουν. Ήταν η περίφημη ταβέρνα του Μουτσάτσου- έτσι την ξέραμε κι έτσι τη λέγαμε.

 

Για μένα το μέρος αυτό υπήρξε αφενός ό,τι πιο λούμπεν είχα ζήσει και αφετέρου ό,τι πιο ουμανιστικό. Ο ιδιοκτήτης, ο Μουτσάτσος με τ' όνομα, σε υποδεχόταν σε ένα μισοκατεστραμμένο θρανίο που το' χε ως γραφείο του! Σχετικό το υποδεχόταν, αφού συχνά ήταν τόσο μεθυσμένος από ουίσκι που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει άνθρωπο! Είχε όμως τον τρόπο του να επιβάλλει τη δική του τάξη στο μαγαζί του! Σ' αυτή την ανορθόδοξη ταβέρνα, ποτέ δεν πλήρωνες για να φας! Πήγαινες ο ίδιος έτοιμο το φαΐ σου και γινόταν κανονικό συσσίτιο! Απ' ότι θυμάμαι, μάλιστα, πέντε- δέκα φορές που' χα πάει κι εγώ, πάντα κάποιο ψάρι θα κρατούσα ή καμιά μπριζόλα. Τα πετάγαμε σε μια αξιοθρήνητη ψησταριά και μέχρι να ψηθούν γινόμασταν φέσι ομαδικώς, ανακατεύοντας μπίρες, κρασί και τσίπουρο. Για ένα διάστημα, ο Μουτσάτσος είχε γίνει ο ήρωας της νιότης μου! Όχι για κανένα άλλο λόγο, μα για το εξής γεγονός: τρεις μέρες την εβδομάδα- νομίζω, κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή- τάιζε δωρεάν όλους τους άστεγους και τους περιθωριακούς τύπους της Αθήνας! Αγόραζε από βραδίς συκωτάκια πουλιών, που ήταν πάμφθηνα, ενώ όλο και έκλεβε καμιά βοδινή συκωταριά που ξέμενε από την κρεαταγορά, ακριβώς από κάτω του. Μαζί με ρύζι, τα πέταγε όλα, χαρμάνι, σε ένα μεγάλο καζάνι και έτρωγε τσάμπα κόσμος και κοσμάκης.

 

Μιλάμε, για αλκοολικούς και πόρνες, θηλυκές κι αρσενικές. Το ωραιότερο ήταν ό,τι υπήρχε και ιεραρχία στο, 15θέσιο περίπου, τραπέζι που άπλωνε! Μια φορά, ένας μπεκρής ονόματι Παυλέας έφαγε τη μερίδα του και πήγε να τσιμπήσει κι απ' το πιάτο ενός άλλου φουκαρά ομοτράπεζου που' χε πεταχτεί κάπου για λίγο. Άσ' το κάτω το φαΐ του αλλουνού, μη σου γαμήσω την Παναγία! ούρλιαξε ξαφνικά ο Μουτσάτσος, έτοιμος να αρπάξει απειλητικά το μαχαίρι απ' το τραπέζι. Μιαν άλλη φορά, πάλι, είχε τελειώσει ένα ξενέρωτο cocktail party (απ' αυτά τα μικροαστικά, στη Στοά της Πατησίων) που ακολούθησε την πρεμιέρα της ταινίας ενός φίλου κι ένιωσα την ανάγκη να πάω να καθαγιαστώ στην ταβέρνα του Μουτσάτσου με τους λούμπεν ''κατάπτυστους'' φίλους μου. Τη βραδιά εκείνη ένας τρομερός τραβεστί με γούνα είχε καταφτάσει, παίρνοντας κι αυτός τη θέση του για πρώτη φορά στον κύκλο των χαμένων κορμιών! Φυσικό ήταν μάλλον να μην ενθουσιαστεί και πολύ ο άνθρωπος με το πιλάφι της συμφοράς και τα συκωτάκια που του πρόσφεραν. Ως αντίδραση, ξίνισε τα μούτρα του και άναψε τσιγάρο, προκαλώντας και πάλι την έκρηξη οργής του ιδιοκτήτη! Ο Μουτσάτσος ανέβηκε σε μία καρέκλα και μέσα στη μόνιμη κατάσταση φθοράς και αφθαρσίας που βρισκόταν, μπόρεσε να αρθρώσει Πούστη, φάε το φαΐ σου και βούλωστο! Τα λόγια του αυτά με τη σειρά τους προξένησαν την αντίδραση της Εύης, πενηντάρα- τότε- λεσβία και περιθωριακή δικηγορίνα, η οποία μεσ' στο μεθύσι της και με γλώσσα που πλατάγιζε, θεώρησε καλό να υπερασπιστεί τον τραβεστί ομοτράπεζο της! Την κοιτούσα κι εγώ και απορούσα πώς είχε το κουράγιο, στην τόση παρακμή της, για ακτιβισμό οποιουδήποτε τύπου...Μην του μιλάς έτσι, επειδή ντύνεται αλλιώτικα από σένα! είπε με περισπούδαστο ύφος κι όλοι περιμέναμε να γίνει πραγματικά το έλα να δεις από τη μεριά του Μουτσάτσου. Όμως, ο πούστης- όπως τον αποκάλεσε καταδηλωτικά ο εντολοδόχος του- παραδόξως τα έβαλε με τη λεσβία την Εύη! Κάνε στην άκρη, κυρά μου δίτρυπη, της είπε, εμείς θα τα βρούμε με το παλικάρι εδώ! Αυτή η βρισιά, το δίτρυπη, μου έμεινε από τότε ως ό,τι πιο υποτιμητικό και αδιάντροπο είχα ακούσει για τη γυναικεία ύπαρξη!

 

Δεν ξέρω αν τελικά ο χοντροειδής Μουτσάτσος τα βρήκε με τον χοντροειδέστατο τραβεστί, αυτό που θυμάμαι πάντως είναι να πιάνονται στα χέρια λεσβίες με μπεκρήδες, πούστηδες με άστεγους, ψάθινες καρέκλες στον αέρα μαζί με διαλυμένους κολιέδες και τα πλακάκια του δαπέδου γεμάτα πατημένα συκωτάκια! Κοιτούσα όλον αυτόν το θίασο του αλλόκοτου και παρακαλούσα να εμφανιστεί απ' το υπερπέραν ο Μπουνιουέλ να κινηματογραφήσει το σπάνιο θέαμα! Εκείνο το βράδυ που γύρισα σπίτι, μπήκα κατ' ευθείαν για μπάνιο και για πολλές μέρες μετά έπεφταν ρύζια όποτε καμιά φορά χτένιζα κι εγώ τα μαλλιά μου...Ένιωθα το κεφάλι μου σα βρώμικη κατσαρόλα, αλλά ποιος νοιαζόταν για καλλωπισμούς, όταν στα είκοσι του βίωνε τόσο εκ των έσω τη μαγεία του περιθωρίου;

 

Απόψε, πάντως, μελαγχόλησα στη βόλτα μου στην κρεαταγορά της οδού Αθηνάς. Βρήκα την τεράστια μεταλλική σκάλα, αν και χρειάστηκα λίγο χρόνο για να θυμηθώ που ακριβώς βρισκόταν. Την ανέβηκα μέχρι πάνω. Στο τέρμα της, ούτε λουλούδια, ούτε τίποτα. Κλειστή και έρημη η ταβέρνα. Μόνο το γραφείο του Μουτσάτσου ξαναείδα, πιο παρατημένο από ποτέ. Ένιωσα λίγο σαν τον παρανοηκό Τζακ Νίκολσον στη Λάμψη του Κιούμπρικ, που έβλεπε μόνο αυτός τους νεκρούς από το προσωπικό του ξενοδοχείου, ολοζώντανους μπροστά του! Έτσι κι εγώ, αντίκρισα πρόσκαιρα τον Μουτσάτσο και ένα τσούρμο παραιτημένους να περιμένουν να φάνε απ' τα χέρια του. Ανάμεσα τους ήταν και ο Πόε, ο Λάβκραφτ και ο Μπέικον!

 

Πως αλλάζουν έτσι μέσα στα χρόνια οι καταστάσεις, οι χώροι και οι άνθρωποι; Τι ειν' αυτό που έχει τη δύναμη να μας συνδέει συναισθηματικά κάθε φορά με το εφήμερο, το πεπερασμένο; Ο Μουτσάτσος, λέει, πέθανε κι αυτός πριν μερικά χρόνια. Συκώτι τάιζε το λούμπεν προλεταριάτο της Ομόνοιας, μα το δικό του συκώτι έγινε παντόφλα στο τέλος από το οινόπνευμα. Με τις σκέψεις αυτές, που μόλις σας παρέδωσα, πήρα το ταξί του γυρισμού. Στη διαδρομή, όλα μου φαίνονταν μάταια και άχαρα...

 

Στο βίντεο του post, η Στέλλα Χασκήλ τραγουδάει ''Μεσ' στη χασάπικη αγορά'' του Μάρκου Βαμβακάρη από ηχογράφηση του 1947.