Μπαίνοντας στο κτήριο, αισθάνεσαι σα να μπαίνεις σε κάποιο παλάτι αλλά αμέσως το μνημειακό έργο του Χαρβαλιά σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Για την ακρίβεια σε επαναφέρει στην 26η Ιουνίου 2007, στην ημερομηνία της οποίας η διαπραγμάτευση των τιμών αναπαράγεται στον παλιό πίνακα μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, που φαίνεται σαν να είναι το κεντρικό έργο της έκθεσης. Αξίζει να αφιερώσει κανείς μερικά λεπτά για να διαβάσει τις τιμές των εταιριών που έξι χρόνια πριν μεσουρανούσαν, και να αναρωτηθεί για το ποια είναι η μοίρα τους σήμερα.

Το έργο αυτό του Γιώργου Χαρβαλιά καλωσορίζει τους επισκέπτες σε αυτό το «κτήριο-φάντασμα» που μετά από τόσα χρόνια φορά τα καλά του, σημαιοστολίζεται, ανοίγει τις εισόδους του χωρίς να κρύβει πια τις πληγές που υπέστη, και γερασμένο πλέον δείχνει να έχει μάθει από τα λάθη του και ξανά φιλόξενο προς μια αγορά καλεί τους επισκέπτες να σκεφτούν τι πήγε λάθος εκεί μέσα και φτάσαμε ως εδώ.

Δεν ξέρω βέβαια αν μετά από έξι ζοφερά χρόνια κρίσης χρειαζόμαστε άλλη μια ιστορική αναδρομή και άλλη μια υπενθύμιση, ή μήπως ήρθε ο καιρός για να κάνουμε το επόμενο βήμα και απλά δεν το έχουμε καταλάβει και μένουμε να αναλύουμε και να αναλύουμε σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

 

 

 

 

Μέχρι να αρχίσει η συνέντευξη τύπου πρόλαβα να ρίξω μια ματιά στο ισόγειο της έκθεσης. Είχα ήδη περάσει την εγκατάσταση του Πάνου Παπαδόπουλου στην υποδοχή, και βρισκόμουν στην μεγάλη αίθουσα του κτηρίου, την «αγορά» δηλαδή, τον χώρο στον οποίο θα ανταλλάζονται απόψεις, θα γίνονται ομιλίες, workshops, performances, συνέδρια, αναλύσεις, κοκ

Στη μεγάλη αίθουσα δεν μπορούσα να αγνοήσω το έργο του Ζήση Κοτιώνη, με τίτλο Α.D.A.P.T, μια κατασκευή η οποία χρησιμοποιείται ως ασπίδα ομάδας διαδηλωτών σε περίπτωση βίαιης αντιμετώπισης τους από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας. Καθότι η «ασπίδα» δεν χωράει πάνω από 5 άτομα, εύχομαι ο καλλιτέχνης να έχει προνοήσει προστασία και για τους υπόλοιπους διαδηλωτές, να μη μείνουν απροστάτευτοι και αυτοί.

Στην απέναντι μεριά τη αίθουσας δυο άντρες με στολές εργοταξίου αφισοκολλούσαν από πολιτικούς μέχρι τηλεπερσόνες και τον Θέμο Αναστασιάδη, ενώ δίπλα στο μπαρ είχαν ξεκινήσει οι ετοιμασίες για το βράδυ.

Αφού συγκεντρώθηκαν όλοι, η συνέντευξη ξεκίνησε, με μερικά από τα μέλη της ομάδας να κάθονται σε αυτοσχέδια καθίσματα αποτελούμενα από καφάσια στα μαυροκόκκινα χρώματα της φετινής Μπιενάλε.

Στην πορεία της συζήτησης ο Poka-Υio, ο ένας από τους δυο διευθυντές της Mπιενάλε μίλησε για την ιδιαίτερη δυσκολία που αντιμετώπισε η φετινή διοργάνωση λόγω της οικονομικής κρίσης, και το νέο συνεργατικό μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε αυτή τη φορά για την παραγωγή της έκθεσης, η οποία μετά από 6 μήνες συνεχόμενα workshops παρουσιάζεται επιτέλους στο κοινό.

Το ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει η AGORA είναι «και τώρα τι;» μετατρέποντας έτσι τον χώρο που όριζε την ελληνική αγορά, και πάλι σε μία αγορά, αλλά αυτή τη φορά σύμφωνα με τα αρχαιοελληνικά και όχι τα οικονομικά πρότυπα. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη έκθεση τέχνης, αλλά για ένα πείραμα που συνδυάζει τα έργα τις δράσεις και το κοινό στην προσπάθεια να προκύψουν συζητήσεις και -γιατί όχι- ίσως και οι απαντήσεις στο μεγάλο ερώτημα της επιμελητικής ομάδας.

 

 

 

 

 

Μέχρι να τελειώσει η συνέντευξη είχαν ανοίξει και οι επάνω όροφοι και έτσι ξεκινήσαμε την «εξόρμηση». Δυστυχώς τα περισσότερα βίντεο δεν λειτουργούσαν (κάποια από αυτά δεν λειτούργησαν ούτε το βράδυ των εγκαινίων) κάνοντας απαραίτητη μια δεύτερη επίσκεψη στην Σοφοκλέους.

Στους τοίχους του κλιμακοστασίου είναι σχεδιασμένες φιγούρες ανθρώπων. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η επιμελητική ομάδα που μας πρόσεχε, μέχρι να καταλάβω ότι επρόκειτο για το έργο της Κατερίνας Χρηστίδη, με τις φιγούρες να ανήκουν σε μετανάστες που ζουν στην Αθήνα.

Το ροζ οικοδόμημα του Νίκου Τρανού προσελκύει τα βλέμματα των επισκεπτών στον πρώτο όροφο, καθώς και η μακέτα του Αrbit City Group που αποτελεί άλλη μια πρόταση για την ανάπλαση της Πανεπιστημίου, σχολιάζοντας έτσι τα πραγματικά -σύμφωνα με τον καλλιτέχνη- κίνητρα που κρύβονται πίσω από τέτοιου είδους πρωτοβουλίες. Όλοι μας σταθήκαμε λίγο παραπάνω στον καθρέφτη του Sam Durant, μέχρι να απολαύσουμε την θέα από τον εξώστη, και τα υπόλοιπα έργα που βρίσκονται εκεί μαζί από μια σειρά από γελοιογραφίες.

 

 

 

 

Ο δεύτερος όροφος φαντάζει ο πιο καλοστημένος της έκθεσης, με τα props από τις παραστάσεις της Μπουμπουλίτσας, που οργάνωσε του Σπετσιώτικου Θεάτρο της Λήδας Παπακωνσταντίνου στην δεκαετία του '70 να δημιουργούν μια νοσταγική ατμόσφαιρα που ολοκληρώνεται με το Παγόνι του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου.

Περνώντας από σχέδια των Superstudio μεταξύ άλλων, έφτασα στο έργο που μου φάνηκε το πιο ενδιαφέρον.

Πρόκειται για το Ô Quatrième της Bertille Bak, μια εγκατάσταση αποτελούμενη από ένα βίντεο και μία σειρά από προθήκες. Στο βίντεο η αδελφή Marie- Agnès διηγείται τη ζωή της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία συμμετέχει και που εδράζεται σε ένα μοναστήρι του Παρισιού, στο οποίο αποσύρονται οι ηλικιωμένες καλόγριες. Οι προθήκες περιέχουν τα αντικείμενα-εμμονές που υπήρχαν στο δωμάτιο της κάθε μιας. Αξίζει να δει κανείς το μικρό αυτό φιλμ μέχρι τέλους μόνο και μόνο για τον τρόπο με τον οποίο η αδελφή Marie- Agnès παρουσιάζει τα ανθρωπάκια που φτιάχνει από φελό και ντύνει με πλεκτά φορεματάκια.

 

 

Η φετινή Mπιενάλε της Αθήνας δεν είναι μια απλή έκθεση με την καθιερωμένη έννοια. Είναι μια συνθήκη που ορίζει ένα εκ νέου γίγνεσθαι μεταξύ του ιδίου του θεατή και κάθε λογής αναφορικών συστημάτων. Και είναι ακριβώς εκεί σε αυτό το μεταίχμιο μεταξύ της εμπειρίας της θέασης και του θεάματος που αυτή η έκθεση υπάρχει, και θα μπορούσε να πει κανείς πως πραγματώνεται μονάχα μέσω της συμμετοχής.

 

 

Η έκθεση λειτουργεί όπως η αγορά, γίνεται αγορά και έχει και τα σκαμπανεβάσματα μιας αγοράς. Ενώ πραγματικά ο πλουραλισμός των δράσεων και των συζητήσεων είναι καινοτόμος όσον αφορά την επιμελητική του μετουσίωση και πραγμάτωση, θα έλεγε κανείς πως υπάρχει ένας ιδιαίτερος συντηρητισμός στην αντιμετώπιση των κλασσικότερων μορφών τέχνης όπως είναι η ζωγραφική ή η γλυπτική. Η απουσία τους φαντάζει να είναι στηριγμένη στην υλική διάσταση αυτών των μέσων έκφρασης, κάτι που δυστυχώς είναι ως άποψη μάλλον φτωχή.

 

Επίσης μια ακόμα μικρή παρατήρηση που θα μπορούσε να αφορά μερικά έργα θα ήταν πως όταν εν καιρώ κρίσης η κρίση γίνεται θέμα κριτικής, η κρίση αυτού που κρίνει κρίνεται με γνόμονα την ανάγκη και δη αυτή μιας ανατροπής και άρα το να μιλά κανείς γι αυτά που έγιναν φαντάζει βαρετό σε σχέση με το γεγονός που τρέχει και που πολλές φορές σαν πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε φαντασία.

 

 

 

Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτή η Mπιενάλε της Αθήνας συγκροτείται από ένα συλλογικό επιμελητικό μοντέλο που όμοιο του δεν έχουμε ξαναδεί και πρέπει να της αφήσουμε τον χρόνο που χρειάζεται ώστε να δείξει τους σκοπούς της και την ουσία της που σίγουρα δεν θα μπορούσαν να διαφαίνονται από την ημέρα των εγκαινίων.

 

 

Για πήροφορίες σχετικά με τις ώρες λειτουργίας και το πρόγραμμα των δράσεων http://athensbiennale.org/

 

Photos: Constantins Caravatellis