Ποιήματα και Συνθήματα

 Θ.Α./ Γ.Ι.Μ.

Μπορείς κάλλιστα να πεις ότι η Μεταπολίτευση ήταν η εποχή εκείνη κατά την οποία τα ποιήματα έγιναν συνθήματα, και αντιστρόφως, δηλαδή τα συνθήματα έγιναν ποιήματα. Μπορείς όμως και να θυμηθείς ότι από τότε αφουγκραζόσουν εκείνο το Cale Cage Cave και ετοιμαζόσουν να ζήσεις εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός προδιαγεγραμμένης τροχιάς, εκτός ιδεολογημάτων, εκτός έκτης αισθήσεως (φτάνουν οι πέντε, ενίοτε και περισσεύουν – όταν ακούς Dylan, φερ’ ειπείν, η όραση περισσεύει, κλείνεις τα μάτια, αυτό είναι). Κι εσύ και πέντε, έξι άλλοι.

 

Ο Σαββόπουλος και ο Εμπειρίκος, οι δύο πόλοι. Πάντα οι δύο πόλοι κάνουν τη δουλειά.  Κι ένας θεολόγος, ο Σαμουηλίδης, ναι, Βασίλειος Σαμουηλίδης, στο Δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων Βόλου, στον Άναυρο, τότε που η Τετάρτη Γυμνασίου έγινε Πρώτη Λυκείου, τότε που το Καρελάκι το ισόγειο έκανε επτάμισι δραχμές τα δέκα τσιγάρα και η κασετίνα με τα είκοσι τσιγάρα έκανε δεκαπέντε δραχμές, και τότε που λίγο πριν άκουγες «Μ’ εργάτη, αγρότη, φοιτητή/ και πρώτον το στρατιώ-ώ-τη», ενώ τώρα ακούς «Η πλατεία ήταν γεμάτη/ με το νόημα  που ’χε κάτι/ απ’ τις φωτιές// Στις γωνίες, και στους δρόμους// από συντρόφους, οικοδόμους, φοιτητές.// Κι εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου/ κι ήσουν φως μου/ κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή/ σε γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μου τη σκυφτή».

 

Ο εν λόγω Σαμουηλίδης, πάντα με γραβάτα, με βραχνή φωνή, με πράσινα μάτια, αεικίνητα, ενίοτε βουρκωμένα (κάτι που πάντα πρόσεχαν δύο, τρεις συμμαθητές και ο Οδυσσέας Γεωργίου), μιλούσε για τις κοινότητες, για τις παρέες, για την αλληλοπεριχώρηση, για τη χαρμολύπη, ναι, για τη χαρμολύπη. Και για τον Μάη του Εξηνταοχτώ. Το μουστάκι του ήταν πελώριο, σαν δύο μουστάκια του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, γνωστού ως Κόμπα, και κάποτε φέροντα το όνομα Σταύρος Παπαδόπουλος, του Στάλιν με μια λέξη, αλλά είχε αραιά μαλλιά, μια περήφανη φαλάκρα, ας πω, και μάλλον έφερνε του Ανδρέα Μπελεζίνη πιο πολύ. Ο γιος του ήταν επίσης βραχνός, αλλά με πλούσια παλιά, μακριά ίσαμε τον κόκκυγα, τον έλεγαν Γιώργο, ήταν φανατικός φωτογράφος, χαμογελούσε πάντα πλατιά, και για ένα διάστημα μέλος στο δυναμικότερο ελληνικό ροκ συγκρότημα όλων των εποχών, όπου τραγουδούσε ιδίως Doors, και ακόμα πιο ιδίως, και επιτυχώς, το Been Down So Long It Looks Like Up To Me, άσμα ηρωικό και πένθιμο, αλλά πιο πολύ προς το ηρωικό, εμπνευσμένο όπως ξέρουμε όλοι από το θρυλικό βιβλίο του Richard Fariña, που φυσικά κι οι πέτρες ξέρουν ότι ήταν φίλος επιστήθιος του commander Thomas Pynchon, ο οποίος άλλωστε του αφιέρωσε το πιο αγιασθήτω-το-όνομά-σου-και-τα-ρέστα-δικά-σου μυθιστόρημα του δευτέρου ημίσεως του Εικοστού Αιώνα που δεν είναι άλλο από το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας.

 

 

Συνεχίζεται. Αύριο: We few, we happy few, we band of brothers