Το Γενναίο Γλέντι της Γλώσσας

 

 

 

Την Κυριακή διαβάζεις εφημερίδες, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, πίνοντας απανωτούς καφέδες, κάνοντας απανωτές άηχες προσευχές, ακούγοντας απανωτά το Τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, πασχίζοντας να το εξιχνιάσεις. «Σ’ το ’πα και το εξήντα έξι/ με τραγούδια βραχνιασμένα/ είσαι σχήμα του θανάτου/ δεν μπορείς χωρίς εμένα».

 

Την Κυριακή, εδώ και έξι, εφτά Κυριακές, είναι ακόμη χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά και είσαι φοιτητής πρωτοετής, και λογαριάζεις να παραμείνεις πρωτοετής εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν, ήδη ένα βήμα πίσω από τον Μάνο και τη Φιόνα που αποφάσισαν να μην γίνουν καν πρωτοετείς, να μην δώσουν καν εξετάσεις, με το αταλάντευτο, τίγκα στα χαμόγελα και στα γέλια επιχείρημα, «Αφού είμαστε ερωτευμένοι, δεν θα σπουδάσουμε», τόσο πρώιμα μεγαλοφυές επιχείρημα, μια τόσο πρώιμα σπουδαία κατάφαση στη ζωή, ένας τόσο πρώιμος αίνος στον οίνο της ποιήσεως και της ρομαντικής κάβλας.

 

Την Κυριακή, είσαι εγελιανός. «Η πρωινή ανάγνωση των εφημερίδων είναι η πρωινή προσευχή του πολίτη», αποφάνθηκε ο Hegel. Ανάβεις τσιγάρο. Πίνεις μια γουλιά καφέ. Γυρίζεις σελίδα.

 

Την Κυριακή, στην πόλη Αθήνα, θυμάσαι ότι έχεις δει την ταινία Τι Απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν και είχες αποσβολωθεί από την ερμηνεία της Μπέτυ Ντέιβις, από την προσωπικότητα της Μπέτυ Ντέιβις, από τα μάτια της Μπέτυ Ντέιβις, από την αυτάρκεια της Μπέτυ Ντέιβις. Να ζήσεις μονάχα με την προσωπικότητά σου, σπουδαία υπόθεση, το Ne travaillez jamais απαιτεί πλούσια και πολλά ταλέντα, είπε ο άλλος ύστερα από μια ζωή που έζησε πιστός σ’ αυτόν τον κανόνα, πιστός στο potlatch, αν μ’ εννοείς.

 

Την Κυριακή, κάθε Κυριακή, όλο τον Δεκέμβριο του δύο χιλιάδες εφτά και όλο το δύο χιλιάδες οχτώ και το δύο χιλιάδες εννέα και το δέκα, πρωί στις οχτώ, άνοιγες το βιβλίο και διάβαζες δυνατά: «Πλην η ζωή του νου δεν είναι η ζωή που σκιάζεται μπρος στον θάνατο και φυλάγεται καθαρή από την φθορά, αλλά εκείνη που τον αντέχει και διατηρείται μέσα του. Ο νους κερδίζει την αλήθεια του μόνον εφόσον βρίσκει τον εαυτό του μες στον απόλυτο σπαραγμό. Ο νους δεν είναι αυτή η ισχύς ως το θετικό που δεν κοιτάζει το αρνητικό, όπως όταν λέμε για κάτι ότι δεν είναι τίποτα ή είναι λάθος, πάει τελείωσε, πάμε παρακάτω σε κάτι άλλο. Είναι αυτή η ισχύς μόνον εφόσον αντικρίζει το αρνητικό καταπρόσωπα, εφόσον μένει σ’ αυτό».

 

Την Κυριακή, κάθε Κυριακή, όλο τον Δεκέμβριο του δύο χιλιάδες εφτά και όλο το δύο χιλιάδες οχτώ και το δύο χιλιάδες εννέα και το δέκα, το βιβλίο είναι η Φαινομενολογία του Νου του Εγέλου, του Hegel, και το έχει μεταφράσει ο Γιώργος Φαράκλας και το έχει εκδώσει το Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

 

Την Κυριακή, φτάνοντας στο δύο χιλιάδες δέκα τέσσερα, εδώ και τόσα χρόνια, δεκαετίες, βάζεις τα καλά σου, τα κυριακάτικά σου, και τρέχεις στο τρελό, στο γενναίο γλέντι της Γλώσσας. Θαυμαστικό!

 

Την Κυριακή, Οδυσσέα Γεωργίου, ακούς τις τρελές τρίλιες των λέξεων, είσαι οι τρελές τρίλιες των  λέξεων – αυτό σε λέει, αστέρι μου, σε κρένει η έπαρσίς σου!

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Σαβουρογάμης Αναμνήσεων, Ι