ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ

Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη
Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη

 

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

«Η Εφταλού έχει μαυρίσει από τις βάρκες»: την ίδια φράση την ακούω διαρκώς από διαφορετικά στόματα. Μιλάνε για 4.000 πρόσφυγες τη μέρα. Μιλάνε για περισσότερους: 10 ή 12.000 το διήμερο. Ο καιρός βοηθάει. Η θάλασσα είναι λάδι. Το κέντρο της Μυτιλήνης έχει ξαναρχίσει να γεμίζει. Τα κινητά μας βουίζουν διαρκώς: ο δρόμος από το Μόλυβο στην Καλλονή γεμάτος από το βράδυ. Οι πρόσφυγες ξαπλώνουν στις άκρες, κάποιοι ανάβουν φωτιές. Στο Μανταμάδος χίλια άτομα στην πλατεία. Λένε πως οι Χρυσαυγίτες ετοιμάζουν επίδειξη ισχύος με μηχανές. Ίσως περάσουν από την Καλλονή. Χωρίζουμε τα γυναικόπαιδα, τα συγκεντρώνουμε στη μέσα αίθουσα. Οι άντρες έξω. Δεν είμαστε ψύχραιμοι. Δεν μπορούμε να είμαστε.

 

Κάθε στιγμή συμβαίνει και κάτι άλλο. Μια γυναίκα από τη Συρία εμφανίζει σημάδια έντονης δυσφορίας. Πριν από ένα μήνα έχασε τον μικρό της γιο σε βομαρδισμό στη Δαμασκό. Είναι μόνη της. Η Πέπη τη ρωτάει τι της συμβαίνει. Εκείνη ανοίγει διστακτικά την μπλούζα της. Η μαστεκτομή δεν έχει θρέψει ακόμη. Η ουλή έχει αρχίσει να μολύνεται. Τη βάζουν στο αυτοκίνητο και τη στέλνουν στην κλινική. Η Βάνια τρέχει στο φαρμακείο για γάζες.

 

Μέχρι το βράδυ η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο. Είμαστε όλοι μαζί, αλλά και πάλι είμαστε λίγοι. Οι πρόσφυγες μπορεί και να ξεπερνάνε τους 700 της προηγούμενης μέρας. Να φτάνουν τους χίλιους. Οι νέοι δείχνουν ανυπομόνοι. Όσοι δεν είναι κουρασμένοι, είναι οξύθυμοι. Εριστικοί. Τα πούλμαν φτάνουν το ένα μετά το άλλο. Ανεβαίνω, μετράω άδεια καθίσματα: εδώ χωράνε άλλοι δέκα ή πέντε ή στείλε μου ακόμα δύο.

 

Όλοι τους είναι αριθμοί· όλοι μας είμαστε αριθμοί. Νομίζω ότι κρατάω έναν κουβά και προσπαθώ ν' αδειάσω το πέλαγος.

 

Διώχνω τη σκέψη. Δεν βοηθάει.

 

Η νύχτα προχωράει. Δεν πρόκειται να έρθουν άλλα πούλμαν. Γύρω στους 250 θα κοιμηθούν απόψε στην Αγκαλιά.

 

Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη
Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη

 

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015, 8:00 μ.μ.

Μέσα στη νύχτα ο χώρος της Αγκαλιάς γέμισε μέσα κι έξω. Φτάνουν ο Πάτρικ, η Βάνια και η Μυρτώ. Ο Γιώργος στέλνει διαρκώς κι άλλα πούλμαν. Πρέπει να διευκολύνουμε τη μετάβασή τους στη Μόρια και στο Καρά Τεπέ. Οι αποφάσεις είναι σαφείς: πρώτα οι οικογένειες με τα παιδιά, οι άρρωστοι, οι ανάπηροι, οι ηλικιωμένοι. Τελευταίοι οι νέοι και οι άντρες που ταξιδεύουν μόνοι τους.

 

Δυο ώρες αργότερα, μου τα περιγράφουν σαν ταινία. Κάποιοι νέοι, μάλλον Ιρακινοί, αντιδρούν. Επιχειρούν να μπουκάρουν στο πούλμαν, τσαλαπατούν γυναίκες, περνάνε πάνω από τα παιδιά. Σπρώχνουν τη Μυρτώ στο πλάι του λεωφορείου. Οι άλλοι ακούνε τις κραυγές της. Ορμάει ο Πάτρικ και λέει στον οδηγό να κλείσει την πόρτα. Αρχίζουν οι διαπληκτισμοί. Ένας νεαρός τον χτυπάει στο κεφάλι. Οι φίλοι του ενώνονται μαζί του. Του ρίχνουν γροθιές στο κεφάλι, στο στήθος, στο στομάχι, κλοτσιές στις κνήμες και στα γόνατα. Καταφεύγει στο διπλανό αστυνομικό τμήμα για να σωθεί. Λίγο αργότερα αστειεύεται, «ήταν η πρώτη φορά που πήγα από μόνος μου στην αστυνομία.»

 

Ο Γιώργος κλείνει την Αγκαλιά μέχρι τις 5 απόγευμα. Κάνει αυτό που πρέπει να κάνει: δεν επιτρέπει να κινδυνεύσει η σωματική μας ακεραιότητα.

 

Τον επίλογο τον «γράφει» ένας εβδομηντάχρονος Άραβας. Ταξιδεύει με τα δυο του αγόρια. Απολογείται θλιμμένα: «Οι χώρες μας μάς έχουν εξαντλήσει. Μας έχουν κάνει ζώα.»

 

1:00 μ.μ.

Μαζευόμαστε σ' ένα καφέ. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνουν. Καινούργια σάντουιτς να ετοιμαστούν στην αποθήκη. Σκέφτομαι πως ένας άνθρωπος αρκεί να φτιάξει τον κόσμο. Κι ένας να τον χαλάσει.

 

Μένω μόνος με τη Βάνια. Έχει ξεπεράσει το όριο της κούρασης και της αντοχής. Είναι 4 χρόνια μεγαλύτερη από τον γιο μου. Της κάνω τον πατέρα. Τη διώχνω. Της λέω να πάει στο δωμάτιό της στο Μόλυβο. Να κάνει μπάνιο στη θάλασσα, η θάλασσα τα παίρνει όλα. Να φάει ένα κανονικό φαγητό. Να κοιμηθεί. Τα μάτια της τρέχουν ασταμάτητα. Δεν ξέρω τι να το κάνω.

 

Περιμένω τη Γιούλα να με βγάλει στον flash. Είμαι απίστευτα φορτισμένος. Της μιλάω για την απουσία του κρατικού μηχανισμού. Την έλλειψη οποιασδήποτε κρατικής βοήθειας. Επαλαμβάνω, με όλο και περισσότερο θυμό, σαν σε λούπα:

Η Μυτιλήνη είναι μόνη της.

 

Η Μυτιλήνη είναι μόνη της.

 

Η Μυτιλήνη είναι μόνη της.

 

Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη
Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη

 

5:00 μ.μ.

Ξανανοίγουμε την Αγκαλιά. Ο χώρος γεμάτος σκουπίδια μέσα κι έξω. Φοράμε πλαστικά γάντια της μιας χρήσης. Γεμίζουμε και πετάμε πάνω από σαράντα μεγάλες μαύρες σακούλες. Σφουγγαρίζουμε. Σκουπίζουμε. Είναι η Christine μαζί, αγγλίδα γιατρός, η Σουζάνα από τη Δανία, κι ένας συνταξιούχος από τη Νορβηγία. Αυτός αναλαμβάνει τον πλαϊνό χώρο με τις σκηνές.

 

Με βρίσκει ένας εικοσιπεντάχρονος από το Αφγανιστάν. Μου ζητάει γάντια και χλωρίνη. Του τα δίνω. Πηγαίνει στην τουαλέτα και την τρίβει από πάνω μέχρι κάτω. Του φωνάζω «μπράβο». Του κάνω νόημα να έρθει να του δώσω ένα ροδάκινο. Χαμογελάει συνεσταλμένα και κρύβεται ανάμεσα στους φίλους του.


Φτάνουν καινούργιοι, αλλά η ροή πια είναι αντιμετωπίσιμη. Ο Μωχάμετ από τη Συρία είναι 20 χρονών. Μιλάει αγγλικά. Φτάνει κατάκοπος στον πάγκο. Τον καλωσορίζω και του δίνω ένα σάντουιτς κι ένα χυμό. Δεν τον παίρνει. Λέει πως έρχεται πίσω του μια οικογένεια με παιδιά. Καλύτερα να πιει ένα μικρό τον δικό του χυμό. Δεν μπορώ να με δω εκείνη τη στιγμή, αλλά σίγουρα έχω ένα ύφος χαμένο.

 

10:00 μ.μ.

Ο Γιώργος μαζεύει τους εθελοντές σ' ένα εστιατόριο στη Σκάλα. Πλάι μας η θάλασσα, ήσυχη πια. Το πρώτο πιάτο που έρχεται είναι ντολμαδάκια. Από τη Μεγάλη Πέμπτη που πέθανε η μάνα μου δεν έχω ξαναφάει ούτε μια φορά. Ήταν εξπέρ σ' αυτά. Τούτα δω μου θυμίζουνε τα δικά της. Πέφτω πάνω τους κι αδειάζω το πιάτο. Το πένθος είναι πρόσφατο και καλά κρυμμένο. Δε νιώθω τίποτα.

 

Ξεκινάνε οι ιστορίες. Η Ειρήνη μου λέει για την οικογένεια ενός γιατρού από τη Συρία. Έρχεται με τη γυναίκα του και τη μικρή τους κόρη. Τη ρωτάνε το όνομά της, εκείνη τους το λέει πρώτα στα ελληνικά κι ύστερα μεταφράζει τη σημασία του: «Peace». Την προηγούμενη νύχτα, η Ειρήνη ήτανε όρθια σ' ένα πούλμαν. Μετρούσε κεφάλια. Βοηθούσε τους πρόσφυγες να καθίσουν. Τη φωνάζει ο γιατρός. Δίπλα του η γυναίκα του. Το κοριτσάκι τους κοιμάται στην αγκαλιά τους. Της λέει: «Μπορεί να ξεχάσουμε πολλά ονόματα, αλλά το δικό σου δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ. Την ειρήνη που δεν βρήκαμε στη χώρα μας, τη βρήκαμε εδώ. Όταν μεγαλώσει η κόρη μας, θα της μιλήσουμε για σένα. Θα φροντίσουμε να σε θυμάται για πάντα.» Οι πρόσφυγες εξακολουθούν να μπαίνουν στο πούλμαν. Η Ειρήνη δεν μπορεί να τους μετρήσει. Την έχουν πάρει τα κλάματα.

 

Ο Γιώργος λέει για μια γυναίκα από τη Σκάλα Καλλονής. Τον πρώτο της μεγάλο έρωτα τον γνώρισε στο πρόσωπο ενός Σύριου τουρίστα. Εκείνος γύρισε στην πατρίδα του. Εκείνη παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, παιδιά. Τώρα ο Σύριος έφτασε στο ίδιο μέρος, σαν πρόσφυγας αυτή τη φορά. Είχε κρατήσει το τηλέφωνό της. Το πέρασε από δυο χώρες. Το πέρασε από τη θάλασσα. Της τηλεφώνησε κι εκείνη έτρεξε για να τον δει. Όση ώρα έμειναν μαζί, δεν σταμάτησε να κλαίει. Δεν περιγράφω άλλο. Είμαι πολύ κουρασμένος, και οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα. Χρειάζεται ένα διήγημα, μια νουβέλα, χρειάζεται ένα σκηνοθέτης ν' αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Και όλες τις άλλες.

 

Με τον Γιώργο μοιράζομαστε τον ενθουσιασμό, το θαυμασμό για τους Σύριους. «Αυτοί οι άνθρωποι θ' αλλάξουν το πρόσωπο της Ευρώπης, μέσα στον αιώνα» μου λέει. Το συμμερίζομαι απόλυτα. Αλλά και πάλι, μπορεί να είμαστε απλώς και μόνο δυο ουτοπιστές, πλάι σε μια θάλασσα, που γι' απόψε το βράδυ δεν θα ξεβράσει άλλα πτώματα.

 

Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη
Φωτο: Λιάνα Μαρκάκη