(διαβάστε και το πρώτο μέρος)

 

 

 

Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

 

Στη Νιγηρία πάντως, η ζωή έχει ελάχιστη αξία. Το διαπίστωσα πικρά κατά την παραμονή μου στην πολύβουη μητρόπολη του Λάγκος, από τις πρώτες μέρες κιόλας.

 

To διεθνές αεροδρόμιο Murtala Muhammed του Λάγκος, που μας υποδέχθηκε εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου του 2004, έχει μακρά ιστορία κωμικοτραγικών νυχτερινών περιστατικών. Τι να πρωτοθυμηθώ: μια νύχτα λόγω διακοπής του ρεύματος οι υπεύθυνοι του αεροδρομίου είχαν βάλει τα ταξί της περιοχής να φωτίσουν τον αεροδιάδρομο, μια άλλη φορά ένα αεροπλάνο προσγειώθηκε πάνω σε ένα κοπάδι αγελάδων που προτίμησαν το χορταράκι του  αεροδιαδρόμου από το διπλανό χωράφι και μια τρίτη φορά, μια συμμορία επιτέθηκε στον χώρο αποσκευών ενός άρτι αφιχθέντος αεροπλάνου με λοστάρια και αξίνες, παραβίασαν την πόρτα, πήρε ο καθένας τους από δυο βαλίτσες και έφυγαν μέσα στο μαύρο σκοτάδι.

 

Λένε ότι η πρώτη εντύπωση μιας χώρας είναι η μυρωδιά της: η Νιγηρία χαρακτηρίζεται από μια βαριά, χαρακτηριστική μυρωδιά τροπικής υγρασίας, μούχλας, ιδρώτα. Στις δυτικές κοινωνίες του λεγόμενου «πρώτου κόσμου», η αναγνώριση μέσω της όσφρησης έχει πλέον αχρηστευτεί. Για τους κατοίκους της Αφρικής, όμως, αυτό δεν ισχύει. Οι ντόπιοι σε ψυχογραφούν πρωτίστως από τη μυρωδιά σου και δευτερευόντως από την εμφάνιση, το βλέμμα ή την ομιλία σου. Tο τί τους λες δεν έχει σχεδόν καμία σημασία! Η μυρωδιά της έκπληξης, του θυμού, του φόβου, της αποστροφής αλλά και του οίκτου, της συμπάθειας και της κατανόησης είναι ανιχνεύσιμη στους οσφρητικούς τους αισθητήρες. Βίωσα την εμπειρία της «ψυχολογικής ακτινογραφίας» αμέτρητες φορές στις λαϊκές τους αγορές. Μόνο όταν προσαρμόστηκα πια ύστερα από κάποιο διάστημα και τους μιλούσα άνετα, χωρίς φόβο και πάθος, όταν πλέον τους κοιτούσα ευθαρσώς στα μάτια και τους ρωτούσα γελώντας «do you want to have business with me or not?*», τότε έπαψαν και αυτοί να με αντιμετωπίζουν ως υποψήφιο «θήραμα».

 

Ειδικά στο περίφημο Lekki Market του Λάγκος, με τα ασύγκριτα arts & crafts αντικείμενα από ξύλο, δέρμα κι ελεφαντόδοντο, τα οποία λάτρευα κάθε Σάββατο πρωί να θαυμάζω, ήμουν στις αρχές η λευκή κοπέλα την οποία «ρίχνανε» πάντα οι επιτήδειοι πωλητές στα παζάρια και από την οποία όλα τα μικρά παιδιά έτρεχαν να ζητιανέψουν μερικά νάϊρα (σημ. το τοπικό νόμισμα) και να αγγίξουν με την ευκαιρία το δέρμα της που τους  φαινόταν τόσο διαφορετικό.

 

Και όλα αυτά γιατί; Επειδή όλοι αυτοί οι γεννημένοι «ψυχολόγοι», μικροί και μεγάλοι, καταλάβαιναν από μακριά την ταραχή, την έκπληξη, τον οίκτο ή τη συμπάθειά μου!

*χαρακτηριστική έκφραση διαπραγμάτευσης στις τοπικές αγορές

 

 

 

ΑΝ ΣΕ ΡΙΞΟΥΝ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΚΟΛΥΜΠΑ!

 

Νοικιάσαμε ένα σπίτι στην οδό Amodu Tijani στο Victoria Island, στο θεωρητικά ασφαλέστερο και καλύτερο προάστιο του Λάγκος, πολύ κοντά σε  μια μεγάλη παραλία, την Bar Beach. Ήταν ένα περίεργο σπίτι βαμμένο σε ένα χρώμα ανοιχτό λαδί, ψηλόλιγνο, με τρία πατώματα και κάγκελα εσωτερικά σε κάθε παράθυρο. Είχε μια αυλή και ένα σπιτάκι στην είσοδο για τον φύλακα και έναν μαντρότοιχο τρία μέτρα ψηλό, με σπασμένα γυαλιά τσιμεντωμένα πάνω-πάνω για τους επίδοξους «εισβολείς». Το σπίτι ήταν στο τέρμα ενός κακοτράχαλου δρόμου-αδιεξόδου που μετατρεπόταν σε λίμνη με την κάθε τροπική βροχή. Τέλος, γειτόνευε με τη βίλλα ενός Σύρου επιχειρηματία, που πουλούσε γεννήτριες για κατοικίες από τη μια και ενός ντόπιου Chief (φύλαρχου) από την άλλη, που διοργάνωνε θορυβώδεις γιορτές κάθε Σάββατο βράδυ.

 

Η κατοικία ήταν πολύ μεγάλη για δύο άτομα αλλά το ενοίκιο, παραδόξως, ήταν στα «μέτρα» μας. Άλλωστε, οι κατοικίες σε οργανωμένα οικιστικά συγκροτήματα (compounds) αποτελούσαν επιλογή μόνο για τα συμβόλαια και τους παχυλούς μισθούς των εργαζομένων expats σε πετρελαϊκές εταιρείες (Shell, Chevron, Texaco). Γενικά μιλώντας, οι expatriates σε τέτοιες χώρες ζούνε στο δικό τους, προστατευμένο- στο μέτρο του δυνατού- κόσμο, ομαδοποιημένοι και κάπως απομονωμένοι από την κοινωνία υποδοχής. Εμείς όμως δεν εμπίπταμε σ' αυτή την κατηγορία λόγω της φύσης του επαγγέλματός μας αλλά και των γενικότερων συνθηκών και μοιάζαμε περισσότερο με ζευγάρι «αλεξιπτωτιστών». Ήμασταν μόνοι μας. Από πρακτικής πλευράς πάντως, αγοράσαμε μια γεννήτρια από τον Σύρο γείτονα για να έχουμε ρεύμα σε περίπτωση διακοπής (συχνότατο φαινόμενο), βρήκαμε μια εταιρεία να μας γεμίζει με νερό τα τεράστια βυτία στην ταράτσα, καθώς το κίτρινο νερό από το δίκτυο συχνά δεν έφτανε ούτε για να πλύνεις ένα ποτήρι, και οργανωθήκαμε σιγά- σιγά.

 

Βρήκαμε κι ένα νεαρό φύλακα, τον Αλί, μουσουλμάνο, με καταγωγή από το Νίγηρα, της φυλής Touareg, ο οποίος ήταν υπερευχαριστημένος με τα 60 ευρώ μηνιαίως που του δίναμε, ασχέτως αν δούλευε το μισθό του κοιμώμενος την περισσότερη ώρα. Στην αρχή νόμισα ότι τον είχε τσιμπήσει μύγα tse-tse (sleeping illness) αλλά στην πορεία κατάλαβα ότι όλοι οι ντόπιοι, λόγω της υγρασίας και της τροπικής ζέστης, κοιμούνται απίστευτες, άσχετες ώρες και όπου να΄ναι, ακόμη και πάνω στα μηχανάκια, στο έδαφος, στα δέντρα. Η αποχαυνωτική ατμόσφαιρα ευθύνεται, άλλωστε, για τη συνεχή χρήση κλιματιστικών στους κλειστούς χώρους, καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου.

 

Σε κάθε περίπτωση, 60-80-100 ευρώ ήταν τότε οι μηνιαίοι μισθοί για τέτοιου είδους εργασίες (φύλακες, οδηγοί, κηπουροί, κλπ) και αμφιβάλλω αν από το 2006 έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα.

Η εκτίμησή μου για τον Αλί ανέβηκε κατακόρυφα όταν, μια μέρα χωρίς να μας πει τίποτα, πήγε να βγάλει τις πυορροούσες αμυγδαλές του σε έναν γιατρό του δρόμου (μάγο τον λέγανε αυτοί, κομπογιαννίτη θα τον έλεγα εγώ). Κι όμως: του τις έκοψε εν ψυχρώ με ένα ξιφίδιο, τού 'δωσε κάτι βότανα και ο Αλί σε λίγες μέρες ήταν περδίκι!

 

Ακολουθώντας τη συμβουλή των Ελλήνων που ζούσαν χρόνια στο Λάγκος, θελήσαμε να προσλάβουμε κι έναν οικιακό βοηθό.  Βρήκαμε τελικά έναν γαλλόφωνο Μπενινέζο, τον Αντρέ, ο οποίος ανέλαβε να μας ψωνίζει, να μας καθαρίζει και να μας μαγειρεύει. Ο μισθός του ήταν γύρω στα 180 ευρώ μηνιαίως, θυμάμαι, και με αυτά τα χρήματα συντηρούσε μια εξαμελή οικογένεια στο Μπενίν και πλήρωνε τα σχολικά δίδακτρα των παιδιών του. Ήταν σεμνός, ήσυχος, ευγενικός και διακριτικός, ποτέ δεν μας δημιούργησε πρόβλημα και μας έλυσε τα χέρια στο βασικό ζήτημα της προμήθειας τροφίμων.

 

Κι εξηγούμαι: αν πήγαινα εγώ στις λαϊκές αγορές να ψωνίσω φρούτα και λαχανικά, θα τα πλήρωνα τρεις έως πέντε φορές ακριβότερα από έναν ντόπιο, μόνο και μόνο εξαιτίας του λευκού δέρματός μου (white people are rich people). Στέλνοντας τον Αντρέ γλυτώναμε τα ατελείωτα καθημερινά παζάρια και την απογοήτευση που νιώθει κάποιος όταν αντιλαμβάνεται ότι οι υπόλοιποι τον βλέπουν σαν ένα γεμάτο πορτοφόλι και τίποτε άλλο.

 

 

 

ΓΡΟΘΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ

 

Κάθε μέρα για να πάμε στη δουλειά μας διασχίζαμε τη Falomo Bridge, τη γέφυρα που ενώνει το Victoria Island με το Ikoyi, όπου βρισκόταν το γραφείο μας. Εννοείται ότι όλες οι μετακινήσεις μας γίνονταν πάντα με αυτοκίνητο και μάλιστα μεταχειρισμένο για να μη δίνουμε «στόχο».

 

Πριν αγοράσουμε αυτοκίνητο, χρησιμοποιήσαμε το πρώτο διάστημα ταξί και okada. Έτσι αποκαλούνται τα μηχανάκια-ταξί, πολύ βολικά για να αποφεύγεις την αφόρητη κίνηση στους δρόμους του Λάγκος και πολύ καλή λύση γενικώς, άσε που το ασυνήθιστο θέαμα μιας λευκής κοπέλας αγκαλιά με έναν ντόπιο πάνω σε οκάντα, προκαλεί τη γενική έκπληξη για διάφορους λόγους. Δεν μπορώ να πω, χόρτασα απολαυστικές διαδρομές μέσα στις λακκούβες του Λάγκος για μισό ευρώ!

 

Στην πιάτσα των ταξί, ωστόσο, η ταρίφα για τους λευκούς είναι ενιαία, οπότε το παζάρεμα είναι χαμένος κόπος. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις που σταματάς ταξί στο δρόμο και τους λες εκ των προτέρων προορισμό και τιμή. Συνήθως, κάνουν τότε τους δύσκολους, βάζουν πρώτη να φύγουν και μετά από μερικά μέτρα σταματάνε και σου λένε «OΚ, get in!».

 

Λοιπόν, έχω μπει σε πολλών ειδών ταξί αλλά σε τέτοια «μνημεία» ευρεσιτεχνίας ποτέ: χιλιοτρακαρισμένα, με μισά φώτα, χωρίς κλιματισμό, με χαλασμένα παράθυρα, με σπασμένες πόρτες που κρατούν οι ίδιοι οι επιβάτες για να μην καταλήξουν στο δρόμο, με καθρέφτες δεμένους με σκοινιά και πολύχρωμες κορδέλες, με κόρνες γηπέδων στην οροφή, με πορτ-μπαγκάζ τίγκα στο κατσικοκούραδο, γιατί φορτώνουν και ζωντανά, βεβαίως (σημ. στις φωτογραφίες σας έχω πάντως το ομορφότερο ταξί που βρήκα ποτέ!)

 

Κάθε πρωί, λοιπόν,  πάνω στη γέφυρα συναντούσαμε ένα πολύχρωμο μπουλούκι, ξυπόλητο και ρακένδυτο: γυναίκες  που πουλούσαν ψωμί και φυτικό λίπος (το πρωινό των εργατών) μέσα σε τεράστιες λεκάνες τις οποίες ισορροπούσαν με δεξιοτεχνία πάνω στο κεφάλι τους, με  βυζανιάρικα μωράκια στην αγκαλιά ή δεμένα στην πλάτη, τυφλούς, κουτσούς, παιδάκια  με ανύπαρκτα, μαραμένα πόδια λόγω της πολιομυελίτιδας  που ζητιάνευαν, χαμογελώντας πάντα,  πάνω σε σανίδες του skate.

 

Ποιον να πρωτοβοηθήσεις και ποιον να πρωτολυπηθείς; Δεκάδες τραγικές εικόνες απόλυτης ένδειας και αρρώστιας έσταζαν  καθημερινά σαν πικρές σταγόνες δηλητήριου στην άμαθη σε τέτοια σκληρότητα ψυχή και λογική μου. Κάθε βράδυ τον πρώτο καιρό έκλαιγα από τα σπασμένα νεύρα μου, γιατί συνειδητοποιούσα το μέγεθος της ανημποριάς μου μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία. Ο άνθρωπος είναι τόσο αδύναμο, ανυπεράσπιστο πλάσμα κι εκεί στη μαύρη Αφρική, ο νόμος της ζούγκλας αποτελεί αμείλικτη πραγματικότητα.

 

 

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ

 

Δεν είχα συμπληρώσει καν μια βδομάδα στη χώρα, όταν ένα υγρό, αποπνικτικό  πρωινό κοιτούσα με αποστροφή την βρωμερή λιμνοθάλασσα (lagoon) ανάμεσα στο Ikoyi και το Victoria Island, η επιφάνεια της οποίας ήταν όλη σκεπασμένη με πλαστικά μπουκάλια και μαύρες σακούλες. Ξαφνικά παρατήρησα έναν μαυρούλη κοιλαρά ανάσκελα στη θάλασσα με τα ρούχα και αναρωτήθηκα αμέσως με τη λογική ενός καλομαθημένου first world girl:

 

«Καλά, πώς κάνει μπάνιο ο άνθρωπος, με τα ρούχα κιόλας, μέσα σ' αυτόν τον οχετό; δεν έχει μυαλό;»

Κοίταξα καλύτερα. Δεν είχε μυαλό, ούτε κεφάλι.

Και δεν ήταν κοιλαράς ο δύστυχος, ήταν απλώς ένα τουμπανιασμένο πτώμα, που παρασυρόταν από το ρεύμα.

 

Αργότερα έμαθα ότι κάθε Σαββατόβραδο κάποιες θρησκευτικές αιρέσεις κάνουν μυστικιστικές τελετουργίες πάνω σε ανθρώπινα κεφάλια. Τα ακέφαλα πτώματα συνήθως πετιούνται στη θάλασσα ή στα κανάλια του lagoon, ιδανική τροφή για τα μεγάλα ψάρια (barracuda). Τα άτυχα θύματα είναι κυρίως άστεγοι που ζουν κάτω από τις γέφυρες, άνθρωποι που δεν θα τους αναζητήσει κανείς σε περίπτωση εξαφάνισης. Υπάρχει και ταρίφα για τα κεφάλια, μάλιστα: το ξανθό κεφάλι (σαν και του λόγου μου, καλή ώρα) κοστίζει 500 δολλάρια. «Κυνηγοί κεφαλών» βγαίνουν τα βράδια σαν τους αρουραίους από τους ανοιχτούς υπονόμους της πόλης και ψάχνουν για τη λεία τους.

 

Oι διεφθαρμένοι και κακοπληρωμένοι αστυνομικοί αδυνατούν να επιβάλλουν την τάξη. Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, όταν οι ίδιοι δίνουν το κακό παράδειγμα; Κάθε απόγευμα Παρασκευής έκαναν οι ίδιοι μπλόκο πάνω στη γέφυρα του Φάλομο για να ζητήσουν χαρτζιλίκι για το Σαββατοκύριακο. Σταματούσαν το αυτοκίνητό μας κι ένας αστυνομικός μας ρωτούσε χαμογελώντας «somethin' fοr da weekend?» ή "somethin' for a beer?" Δίναμε τον οβολό μας (100,200 νάϊρα, γύρω στα 1-2 ευρώ) και έτσι περνούσαμε, ανενόχλητοι κατά τ' άλλα.

 

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες του απόλυτου χάους, της ανομίας και της διαφθοράς, ο νόμος της αυτοδικίας είναι το έσχατο καταφύγιο των ντόπιων. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια πόλη 10 εκατομμυρίων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία πάμφτωχων, που ζουν μέσα σε άθλιες συνθήκες, χωρίς πόσιμο νερό και ρεύμα. Οι κλοπές, οι ληστείες, η πορνεία αντί ευτελούς τιμήματος είναι καθημερινά φαινόμενα. Διασχίζαμε κάποτε έναν πολυσύχναστο δρόμο στο mainland του Λάγκος, όταν ξαφνικά είδαμε ένα μπουλούκι να καταδιώκει με μανία έναν δυστυχή, να του φοράει λάστιχα φορτηγού με το ζόρι, να τον περιλούζει με βενζίνη και να τον καίει μπροστά στα μάτια του αλαλάζοντος πλήθους. Ρωτήσαμε έναν περαστικό τι είχε συμβεί: ήταν απλώς ένας κλέφτης που πιάστηκε επ' αυτοφώρω και εκτελέστηκε με «συνοπτικές διαδικασίες» από το αγριεμένο πλήθος. Τσιμουδιά.

 

 

 

Η ΔΙΑΙΤΑ ΤΗΣ ΑΜΟΙΒΑΔΑΣ

 

Δεν είχα κλείσει ένα μήνα στο Λάγκος όταν ένα πρωί σηκώθηκα με αφόρητους πόνους στην κοιλιά, υψηλό πυρετό και διάρροια. Το προηγούμενο βράδυ είχαμε φάει σε ένα φιλικό σπίτι έξω στον κήπο, όπου τα κουνούπια ζουζούνιζαν ασταμάτητα γύρω μας παρά τους τόνους εντομοαπωθητικής κρέμας που είχαμε πασαλείψει τα εκτεθειμένα μέρη του σώματός μας.

 

Τηλέφωνο αμέσως στην, συγχωρεμένη πια, Πετρούλα Χατζηπανταζή, γιατρό ειδικευμένη στην ταξιδιωτική ιατρική: σύμφωνα με τα συμπτώματα, έπρεπε να κάνω εξετάσεις αίματος και κοπράνων. Ένας Έλληνας που δούλευε σε ένα ξενοδοχείο του Λάγκος, ο Danny (από το Ιορδάνης) μας παρέπεμψε στη γιατρό του ξενοδοχείου, μία χαμογελαστή Φιλιππινέζα, η οποία αφού έστειλε τα δείγματα για ανάλυση, απεφάνθη:

Αμοιβάδωση και ελονοσία, δύο σε ένα. Τί καλά!

 

Εκείνη τη στιγμή μετάνιωσα πικρά για την απόφασή μου να μην πάρω τα χάπια για την ελονοσία επειδή με ενοχλούσαν στο συκώτι, παρά τις συμβουλές της Πετρούλας να τα παίρνω τακτικά στην αρχή για 3 μήνες, μέχρι να συνηθίσει ο οργανισμός μου στις νέες συνθήκες. Και όσον αφορά τις αμοιβαδούλες, δεν ξανάφαγα σαλάτα σε ξένο σπίτι για πολύ καιρό μετά το πάθημά μου. Έμαθα επίσης ότι είναι καλό όχι μόνο να σαπουνίζονται αλλά και να απολυμαίνονται τα πάντα (φρούτα, λαχανικά, ποτήρια, πιάτα, μαχαιροπήρουνα). Τα έβαζα όλα σε μια μεγάλη λεκάνη με νερό και Milton και τα άφηνα για μια ώρα τουλάχιστον.

I learned the hard way.

 

Η ιστορία αυτή με άφησε πολύ αδύναμη, κίτρινη σαν το λεμόνι. Είχα μια γνωστή  στην Ελλάδα που παντρευόταν σε λίγο καιρό και θυμάμαι ότι την είχα πάρει τότε τηλέφωνο για να μάθω νέα της, όταν μου εκμυστηρεύθηκε ότι είχε πανικοβληθεί γιατί δοκίμασε το νυφικό και έπρεπε να χάσει επειγόντως πέντε κιλά μέχρι την ημέρα του γάμου. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε τόσο first world problem το πρόβλημά της, που χωρίς να το θέλω, γέλασα και της είπα:

 

«Δεν πετάγεσαι μια βόλτα προς τα δω; Σου υπόσχομαι ότι με την κατάλληλη «θεραπεία» σε λίγο καιρό θα έχεις γίνει Kate Moss».

Από τότε και για πολύ καιρό το αγαπημένο μου αναψυκτικό έγινε το bitter lemon (μπίτα λέμον, για τους ντόπιους) με κινίνο. Το ανθελονοσιακό συστατικό αναγράφεται και πάνω στην πράσινη φιάλη:  contains quinine.

 

 

 

ΟΦΘΑΛΜΟΝ ΑΝΤΙ ΟΔΟΝΤΟΣ!

 

Πέρα από τις περιπέτειες υγείας και προσαρμογής, είχα σοβαρά προβλήματα και με τους επιτόπιους συναδέλφους στη δουλειά μου. Πόσα απειλητικά φαξ είχαμε λάβει, εγώ και ο σύζυγός μου, με ζωγραφισμένες νεκροκεφαλές και τα ονόματά μας γραμμένα φαρδιά-πλατιά! Το ιδιότυπο αυτό καθημερινό bullying με είχε κάνει κομπόδεμα νεύρων. Ήταν φανερό ότι οι αποστολείς προέρχονταν από το γραφείο, απλώς έβαζαν κάποιον «εξωτερικό συνεργάτη» να τα στέλνει από ένα άσχετο νούμερο. Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι είναι λίγο αστείο, αλλά τότε είχα φρικάρει. Υποψιαζόμουν ως ιθύνοντα νου όλης αυτής της σκηνοθεσίας την γραμματέα που τύχαινε να είναι και η μακροβιότερη εκεί μέσα, σύντομα θα συμπλήρωνε 30 χρόνια υπηρεσίας. Δεν είχα όμως αποδείξεις, μοναχά ενδείξεις και δεν μπορούσα να της κάνω τίποτα.

 

Το ένστικτό μου δεν με διέψευσε στο τέλος, ένα τέλος που ήρθε με έναν τρόπο τραγελαφικό σχεδόν:

Ένα πρωί βρήκα έξω από την πόρτα του γραφείου μου έναν περίεργο σωρό από άσπρα βοτσαλάκια (έτσι, νόμισα στην αρχή, τουλάχιστον). Μπαίνοντας στη συνέχεια στο γραφείο, αντίκρισα το πληκτρολόγιο του υπολογιστή μου καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα μαύρης σκόνης. Αηδιασμένη φώναξα τον καθαριστή, τον Innocent, να έρθει να σκουπίσει, ο οποίος πριν ακόμη μπει στο γραφείο, άρχισε να φωνάζει τρομαγμένος από την πόρτα «juju Madame, juju Madame».Τί είχε συμβεί;

 

Αυτά που πέρασα εγώ στην αρχή για «βοτσαλάκια» δεν ήταν τίποτα άλλο από δόντια ανθρώπου ή  πιθήκου (δεν το έψαξα να σας πω την αλήθεια, το μόνο που ήθελα ήταν να τα ξεφορτωθώ το συντομότερο δυνατόν), η δε γενικότερη «περιποίηση» του γραφείου μου αποδόθηκε  σε επίκληση σκοτεινών δυνάμεων  (τζούτζου, στην τοπική διάλεκτο των Γιορούμπα).

 

Πλατς! Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ειλικρινά ακόμη δεν ξέρω πώς βρήκα το θάρρος και το θράσος για να κάνω αυτό που έκανα, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να μ' έσπρωχνε ένα κύμα δίκαιης αγανάκτησης. Οργισμένη άρπαξα σκούπα και φαράσι από τα χέρια του αποσβολωμένου Innocent (όνομα και πράμα), μάζεψα τις σκόνες και τα δόντια και αλλόφρων πήγα και τα πέταξα πάνω στο γραφείο της γραμματέως, χωρίς να πω λέξη.

 

Εκείνη έντρομη, πήρε την τσάντα της κι έφυγε. Την επομένη γύρισε με ένα μάτι πρησμένο, κατακόκκινο και γεμάτο πύον. Οι υπόλοιποι του γραφείου τρόμαξαν σαν την είδαν σ' αυτά τα χάλια.

An eye for a tooth!

 

Η συγκεκριμένη έλειψε ένα μήνα από το γραφείο με σοβαρά οφθαλμολογικά προβλήματα, στη συνέχεια μάλιστα έσπασε και το πόδι της και μας άφησε ήσυχους για κανένα εξάμηνο. Τώρα ήταν σύμπτωση, τυχαίο γεγονός, αυθυποβολή, αυτοεκπληρούμενη προφητεία, πραγματική μαγεία, θα σας γελάσω!

Γεγονός όμως είναι ότι τα απειλητικά φαξ κόπηκαν «μαχαίρι» από εκείνη τη μέρα!

 

 

 

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

 

Από τη διετή μου όμως περιπέτεια στη Νιγηρία, δεν συγκράτησα μόνο αρνητικά, κάθε άλλο. When in Rome, do as the Romans do. Κατ' αρχήν, σταμάτησα να είμαι τελειομανής, αγχώδης, ανυπόμονη και απαιτητική. Σταμάτησα, γενικώς, να «βασανίζομαι» για ο,τιδήποτε. Άλλωστε, κάτι τέτοια «πρωτοκοσμικά σύνδρομα» σβήνουν αυτομάτως μετά από λίγες εβδομάδες παραμονής διότι χάνεται ο λόγος που τα συντηρεί (το περίφημο for what?).

 

Θα φανεί κοινότοπο, ίσως, αλλά στη Νιγηρία έμαθα να εκτιμώ απεριόριστα τα απλά πράγματα της ζωής, τον ήλιο, τη βροχή, το πόσιμο νερό, το φαγητό, το χαμόγελο, τη μουσική, μέσα από την  αισιόδοξη και χαρούμενη ιδιοσυγκρασία των κατοίκων. Οι ντόπιοι δεν μιλάνε, τραγουδάνε. Δεν περπατάνε, χορεύουν. Η κίνηση και ο ρυθμός είναι μέσα στα τορνευτά τους σώματα, τα σμιλεμένα από τη φύση και την ανάγκη.

 

Όσο για τα χρώματα, τί πρωτόγονη ομορφιά συναντάει κανείς στις αχυρένιες καλύβες των μικρών χωριών με τις χορταρένιες στέγες, στα φρεσκοβρεγμένα από την τροπική  βροχή φύλλα των φοινικόδεντρων, στα κόκκινα λουλούδια των flamboyant trees και στα λαμπερά ακτινωτά φύλλα των traveller's plants που είναι παραδόξως πάντοτε στραμμένα προς την Ανατολή, στα μπατίκ υφάσματα των ντόπιων με τα έντονα χρώματα και τα ευφάνταστα σχέδια!

 

Δεν έχω δει στη ζωή μου πιο καλοσχεδιασμένα και καλοσκαλισμένα έπιπλα και αντικείμενα, πιο εντυπωσιακά κοσμήματα, πιο περίτεχνα «δεσίματα», όλα βγαλμένα από το μεράκι και την αυτοδίδακτη τεχνική μιας ακατέργαστης ψυχής που βγάζει καλλιτεχνικά αριστουργήματα –όλα δείγματα της αιώνιας ομορφιάς, του αρχέγονου κλασικού (βλ. και σχετικές φωτογραφίες του κειμένου).

 

Θα τολμούσα να πω ότι στην αφρικανική αισθητική θεώρηση των πραγμάτων εντοπίζει κανείς την αρχετυπική έννοια του ωραίου, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή.

Αναμφισβήτητα από τη Νιγηρία έφυγα, αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον σοφότερος άνθρωπος.

 

 

 

Bonus track: Παροιμίες και γνωμικά από τη Νιγηρία

 

«Η τεμπελιά απλώνει το χαλί για να ξαπλώσει η πείνα»

«Εάν η σοφία κρινόταν από το μέγεθος, τότε το μυρμήγκι θα ένιωθε ηλίθιο μπροστά στον ελέφαντα»

«Στο σπίτι που καταρρέει δεν γλιτώνει η σκεπή»

«Η ομόνοια στο κοπάδι κάνει το λιοντάρι να κοιμάται νηστικό»

«Η αλήθεια είναι σαν το λάδι, δεν έχει σημασία πόσο νερό θα του ρίξεις, αυτό πάντα θα επιπλέει»

«Η ευτυχία είναι ένα άρωμα που πρέπει να το ρίξεις πάνω σου για να το εκτιμήσουν οι άλλοι»

«Ποτέ μην αγοράζεις μαϊμού στο δέντρο»

«Μην παζαρεύεις γιαμ* που είναι ακόμη στο έδαφος»

«Ένας άντρας που νομίζει ότι τα ξέρει όλα τελικά παντρεύεται τη μητέρα του»

«Όσο ψηλό καπέλο κι αν φοράς, όλοι ξέρουν τι κεφάλι έχεις»

«Στην κατσαρόλα ακόμη και το πιο σοφό κοτόπουλο δείχνει ηλίθιο»

*βολβός με γεύση  γλυκοπατάτας