Αυτό το είδος χεριού, τροφαντό σαν φουσκωμένο ζυμαράκι έτοιμο να μπει στο φούρνο, λίγο ταλαιπωρημένο από τα σημάδια του χρόνου αλλά αγέροχο και δυναμικό, με τα χρυσαφικά και το περιποιημένο μανικιούρ, το χέρι της μαμάς, της θείας, της Χρύσας Παραδείση, της Βέφας και κάθε Βέφας, το έχω ταυτίσει με το “χέρι” της μαγειρικής.

 

Από μέσα του έχουν περάσει δεκάδες κουτάλες, μαχαίρια και τόνοι από πατάτες, σκόρδα και κρεμμύδια, βουνά το αλατοπίπερο, πεδιάδες τα ζαρζαβατικά, χιλιόμετρα τα μακαρόνια, το φαγητό της κάθε μέρας, το κέικ της γιορτής, ο μπακλαβάς των Χριστουγέννων και το τσουρέκι της Λαμπρής.

 

Αυτό το χέρι έχει μεγαλώσει παιδιά, έχει τραπεζώσει σόγια, έχει ανοίξει φύλλο για τυρόπιτες, έχει κάψει το κοκκινιστό, έχει βουλιάξει στο ζυμάρι του ψωμιού, έχει ταξιδέψει μίλλια πολλά στις αφρισμένες σαπουνάδες του νεροχύτη. Έχει καεί, έχει κοπεί. Τη νοστιμιά την “πιάνει” στην άκρη των δαχτύλων, εκεί αγγίζει τον ήχο της, όπως ο πιανίστας τη μουσική μιας φούγκας.

 

Αυτό το χέρι εμπιστεύεσαι πάνω από ο,τιδήποτε όταν ψάχνεις το δικό σου δρόμο μιας συνταγής, αυτό θα σηκώσει το τηλέφωνο για να καθοδηγήσει τα πρώτα σου βήματα στο δρόμο της μπεσαμέλ, σ’αυτό θα επιστρέφεις όταν χαθείς στη μετάφραση της συνταγογραφίας.

 

Στο σίγουρο δρόμο μιας κατσαρόλας που σιγοψιθυρίζει το σωστό δέσιμο του φρικασέ, εκεί όπου μαγειρεύεται η βεβαιότητα πως ο κόσμος είναι ακόμα στη θέση του, γυρίζει στη σωστή φορά, από την ανατολή στη δύση και πάλι από την αρχή, στο φαγάκι της κάθε καινούριας μέρας.