Τη Δευτέρα 23/06 όσοι έκαναν κέφι να παρακολουθήσουν μια καλοκαιρινή συναυλία διχάστηκαν. Είναι που την ίδια βραδιά η πλατεία Νερού φόρεσε τη hard rock - heavy metal στολή της (Heavy by the Sea – Deftones, Ghost, Behemoth, Nightstalker, Planet of Zeus) και ο Bob Dylan εμφανίστηκε στη σκηνή του Terra Vibe. Μπορεί να υπάρχει χιλιομετρική απόσταση μεταξύ τους μουσικά, όμως οι μεν Deftones είναι ένα σημαντικό συναυλιακό απωθημένο και ένα συγκρότημα που θεωρείται από τα καλύτερα live acts παγκοσμίως, ο δε Dylan είναι απλά o Dylan, ένας «ποιητής» με Πούλιτζερ και ενδεχομένως ο μεγαλύτερος εν ζωή μουσικός μύθος. Καταλαβαίνω ότι για πολλούς το δίλημμα που εμένα με προβλημάτισε φαντάζει ιεροσυλία, αλλά, όπως λέει και ο Dylan, «The times are changing».

 

Εν τέλει, επέλεξα τον Bob Dylan. Πρώτη φορά είδα τόσο λίγο κόσμο στο Terra Vibe και ενδεχομένως αυτός να ήταν και ο λόγος που η λέξη που κυριάρχησε και διαμόρφωσε τη συναυλία ήταν ο «σεβασμός». Σεβασμός στην αναπάντεχη απαγόρευση φωτογραφιών της τελευταίας στιγμής, σεβασμός στο χρονικά περιορισμένο live αλλά και στην αντι-σουξέ επιλογή των τραγουδιών.

  

Υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, μια ορατή διάκριση του κόσμου. Φανατικοί πιστοί του Dylan, ρομαντικοί νοσταλγοί, παλιοί χίπις, άνθρωποι με βιώματα από τις μαγικές μουσικά δεκαετίες του 1960 και 1970, άνθρωποι που ενδεχομένως να τον είχαν ξαναδεί, αλλά δεν θα έχαναν μια ακόμη ευκαιρία. Ένα θερμό νεανικό κοινό, στυλιστικά ομοιογενές με την αισθητική παρακαταθήκη του ροκά και μια ευδιάκριτη λεζάντα αριστερός και επαναστάτης, παρά την αντίθετη τα τελευταία χρόνια πολιτική πορεία του καλλιτέχνη. Φυσικά και ήξεραν όλα τα λόγια και σιγο-τραγούδησαν ακόμα και τα πιο άγνωστα τραγούδια της βραδιάς και, φυσικά, αρνήθηκαν ότι το live δεν ήταν δα και τίποτα το σπουδαίο. Η τελετουργία δεν αφήνει χώρο για ειλικρίνειες. Και η βραδιά ήταν κάτι σαν λαϊκό προσκύνημα. Σαν μια σημαντική μουσειακή βραδιά που απαιτούσε την παρουσία μας. Τέλος, υπήρχε και ένα μέρος του κόσμου που απλώς βρέθηκε εκεί για να δει τον Dylan. Για να βάλει τη βραδιά στο συναυλιακό του βιογραφικό. Δεν είναι και λίγο να έχεις δει τον Dylan live (ακόμα και στα 73 του). 

 

Όπως και να ’χει, η συμπεριφορά του κόσμου ήταν εξαιρετική. Χωρίς καφρίλες, μπουκάλια και γιούχες, το κοινό μπήκε πολύ γρήγορα στη λογική τού να τιμήσουμε τη μουσική ιδιοφυΐα του Bob και να απολαύσουμε ό,τι έχει να μας δώσει τώρα. Η μουσική έπαιξε χαμηλά, δίνοντας τη δυνατότητα στον κόσμο να μιλάει χωρίς να ψιθυρίζει, η σκηνική παρουσία της μπάντας εξαιρετική, οι εκτελέσεις τους υψηλού επιπέδου και ο ίδιος ο Dylan, ενεργός, ακόμα και όταν θρονιάστηκε στο πιάνο του και έδειχνε να μην είναι (πια) ο frontman, παρότι όλη η ορχήστρα ήταν στραμμένη πάνω του. Σχεδόν όλοι όρθιοι υποκλίθηκαν στα 73 χρόνια του καλλιτέχνη, παρά το ότι η διάρκεια της συναυλίας ήτα μικρή και δεν ακούστηκαν τα τραγούδια-ορόσημα του καλλιτέχνη. Στιγμές-στιγμές, ανάμεσα στις παύσεις των τραγουδιών, έβλεπα τον κόσμο να είναι έτοιμος να φωνάξει το «Blowing in the wind» ή το «Like a rolling stone», όμως όλοι κρατήθηκαν. Τελικά, ακούστηκαν ορισμένα πιο σύγχρονα και λιγότερο γνωστά τραγούδια, όπως τα «Desolation Row», «The Levee’s gonna break», «Shelter from the storm», «Summer Days», «Tweedle Dee & Tweedle Dum», «Thunder on the mountain», «Visions of Johanna» και «All along the watchtower». H μπάντα έκανε ένα και μοναδικό ανκόρ με ένα τραγούδι και ο κόσμος σταμάτησε να φωνάζει «κι άλλο» μόνο με τη γνωστή τακτική του σκληρού προβολέα που σε χτυπάει στα μάτια σαν μια εξίσου βίαιη παράφραση της φράσης «δίνε του». Γενικώς, η βραδιά κύλησε ευχάριστα, η διοργάνωση ήταν εξαιρετική, χαρήκαμε και το testing που έκανε η Smirnoff στους χώρους της συναυλίας. Για πρώτη φορά η επιστροφή από τη Μαλακάσα έγινε απρόσκοπτα, χωρίς να κολλήσουμε σε μποτιλιάρισμα, και αυτό που συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο, όσο περνούσε η ώρα, ήταν πως είχα μόλις δει τον Bob Dylan live. Και, μάλλον, το live ενός τέτοιου σπουδαίου καλλιτέχνη δεν μπορεί να είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι απλώς η συναυλία ενός ζωντανού μύθου. Ας μην το σκεφτούμε περισσότερο.