«Και με ποιον είμαστε, τελικά; Ποιος είναι μαζί μας;» ρώτησε, κάποτε, ο Σωτήρης Κακίσης, τον Νίκο Χουλιαρά.

 

«Εγώ νομίζω κανένας», αποκρίθηκε εκείνος, και εξήγησε: «Σαν να έχουμε βρεθεί στο κενό, όσοι επιμένουμε στην ουσία της τέχνης μας. Σαν να έχουμε συμπτύξει μια ομάδα παιδιών καθυστερημένων, και μας πάνε από 'δω κι από 'κει, από το ΠΙΚΠΑ σε διάφορες εκδηλώσεις, κι άντε πίσω πάλι. Κάπως έτσι».

 

Η πεζογραφία του Χουλιαρά μου φανερώθηκε πρόσφατα, δηλαδή αργά, με ένα έργο που αγαπώ ιδιαιτέρως, τον Λούσια: ένα καθυστερημένο παιδί.

 

Αυθαίρετα, εντάσσω αυτό το πρόσωπο στη χορεία των παπαδιαμαντικών σαλών, όπως τον Ζάχο με το μπουζούκι του, ή τον Γιάννη με το Χριστός Ανέστη.

 

Σκέφτομαι τον Χουλιαρά μέσα στην παράδοση που αγαπώ, γιατί πιστεύω ότι της ανήκει – ισχύει, βεβαίως, και το αντίστροφο.

 

Προηγουμένως, με απασχολούσαν οι άλλες ιστορίες του Χουλιαρά, δηλαδή οι εικόνες του, οι στίχοι, και η μουσική του. Η τρέλα της ζητιανιάς. Ο μέγας πλούτος.

 

Ακούω ότι ο Χουλιαράς θεωρείται είδος «αναγεννησιακού» ανθρώπου, μα θα μου επιτραπεί να διαφωνήσω – καίτοι συμφωνώ.

 

Εγώ πάντοτε τον σκεφτόμουν, και εξακολουθώ, ως έναν τεχνίτη, ή, μάλλον, έναν πολυτεχνίτη βυζαντινής κοπής, όπως, ας πούμε, ο Φώτης Κόντογλου.

 

Σκέφτομαι τον Χουλιαρά μέσα στην παράδοση που αγαπώ, γιατί πιστεύω ότι της ανήκει – ισχύει, βεβαίως, και το αντίστροφο.

 

Το άλλο όνομα για τον τεχνίτη είναι ο μάστορας, ή ο μαΐστορας. Θέλω να σκεφτούμε την περίφημη μαστορική των ψυχών, έργο της
κοινότητας, και της παρέας.

 

Δεν γίνεται να διαλυθεί η κοινότητα. Δεν γίνεται να σκορπίσει η παρέα.

 

Ο Νίκος Χουλιαράς, όπως ο Λούσιας του, εγγράφεται σε μιαν άλλη χορεία σαλών, από τον Μακρή ως τον Κατσαρό, και τόσους ακόμα.

 

Το κακό με τους θαυμάσια σκοτωμένους είναι ο θάνατος. Τι θα γίνουμε χωρίς αυτούς;

 

Ο Χουλιαράς μας καθησυχάζει, όταν, και αφού διαγράψει τον ζόφο γύρω μας, απαντά στην ερώτηση του Κακίση: «Κατόπιν τούτου;»

 

Νίκος: «Κατόπιν τούτου, περνάμε όλο και πιο δύσκολα, αλλά όλο και πιο ωραία!»

 

Συνεπώς, καλή ανάσταση.