Ο Πέτρος Μοροζίνης (γεννημένος στην Αθήνα το 1941) είναι πεζογράφος και ποιητής. Κυρίως ποιητής. Σημαντικός ποιητής. Γι’ αυτό είναι απορίας άξιον πώς και δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικό για ’κείνον στο δίκτυο, αν εξαιρέσεις μιαν απλή αναφορά σε μια παράγραφο κειμένου τού Στέλιου Ελληνιάδη (ο γνωστός δημοσιογράφος, εκδότης κ.λπ.). Διαβάζουμε εκεί:

«Πριν ακόμα ενταχθώ στο δυναμικό της Lyra, διάβαζα με δέος τα δελτία τύπου που ο Τάσος Φαληρέας και ο Πέτρος Μοροζίνης, ο ποιητής, έγραφαν για τον Φρανκ Ζάπα, τον Τζον Λι Χούκερ, τον Λόρκα και τον Ελύτη, αναλύοντας τα πνευματικά και καλλιτεχνικά ρεύματα με πρωτότυπο και διεισδυτικό τρόπο, στριμωγμένοι σε δυο μικρά γραφεία σ’ ένα στενό, πολύ στενό δωμάτιο του πρώτου ορόφου (της Κριεζώτου 11). Μ’ αυτούς ως πρότυπα, συνέχισα από το 1972 την παράδοση να διαλέγω τους προς έκδοσιν δίσκους με ποιοτικά κριτήρια, χωρίς το βραχνά της εμπορικότητας, αφού ο Πατσιφάς ποτέ δεν μας έκανε παρατήρηση για τις πωλήσεις, ενώ καμιά φορά μας ειρωνευόταν για την ποιότητα των επιλογών μας».

 

Ποιητής και πεζογράφος, με δράση από τα τέλη του '60 μέχρι τις μέρες μας, ο Πέτρος Μοροζίνης ήταν από εκείνους που επέστησαν εγκαίρως την προσοχή ενός «δικτύου» ανθρώπων στην περίπτωση "Bob Dylan". Και όπως σημείωνε ο φίλος του Τάσος Φαληρέας... «το φως της ειλικρίνειας, της αγάπης, του ρεαλισμού και της φαντασίας, είναι που κάνει τα κείμενά του να λάμπουν».

 

Μερικά λόγια για τον ίδιο τον Μοροζίνη, εκείνα τα παλιά αλλά τόσο καθοριστικά χρόνια (στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70) αφήνονται να φανούν σ’ ένα επιμνημόσυνο κείμενο που στάλθηκε από τον ίδιο τον ποιητή στην «Καθημερινή» τής 6/8/2000, λίγες ημέρες δηλαδή μετά το θάνατο τού φίλου του Τάσου Φαληρέα. Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Τάσος Φαληρέας: Χαριστική Βολή» [Ιστός, 2011]. Γράφει ο Μοροζίνης:

«Τον Τάσσο (τ’ όνομά του το ’θελε με δύο σίγμα) τον γνώρισα στο “Βυζάντιο” μια βραδιά του ’68 αργά μετά τα μεσάνυχτα (η ζωή μας εκείνη την εποχή εκτυλισσόταν μάλλον τέτοιες ώρες). Μια τέτοια καλή ώρα μας είχε φέρει στο ίδιο τραπέζι, όταν το μόνο που είχα ακούσει για τον Τάσσο τον Φαληρέα ήταν ότι είχαμε κοινούς γνωστούς απ’ την “παρέα του Συντάγματος”(…). Πιάσαμε συζήτηση κι εκείνος υποστήριξε τη διαλυτική σάτιρα του Ζάππα (“σουρεαλισμό του σούπερ-μάρκετ” την είπε σε κάποια στιγμή) κι εγώ, υπό την επήρειαν των τραγουδιών αμφισβήτησης, απελπισίας και σαρκασμού, τον Ντύλαν.

Τέλος πάντων δεν τσακωθήκαμε, γίναμε φίλοι και μάλιστα καλοί. Ακολούθησαν ατέλειωτες συζητήσεις και εξοντωτικά ξενύχτια όταν όλα παίζονταν κάθε στιγμή μονά-ζυγά. Όταν υπόγεια και ντεσιμπέλ ήταν συγγενείς έννοιες κι ακόμη, δύσκολοι καιροί: συλλήψεις, άσπρες μπλούζες, καταρρεύσεις, απώλειες (ο κίνδυνος είχε χάσει τα γαλόνια του) κι εκείνος ο ήχος του περιπολικού σάμπως να σάλπιζε το μηδέν, αυτό το στόμιο της τρομπέτας του χάους.(…)

Μείναμε κάτω από την ίδια στέγη για καμιά δεκαριά φεγγάρια, εκείνος με την Ισμήνη κι εγώ με την ευγνωμοσύνη στην τύχη μου να βρίσκομαι κοντά τους(…).

Κάναμε τότε σχέδια επί σχεδίων, “πώς να βοηθήσουμε την κατάσταση” ανοίγοντας κέντρο με μουσική (το rhythm n’ blues ήταν το μεράκι του Τάσσου) μαζί με τον Μπαράκο, είτε εκδίδοντας περιοδικό (είχαμε βρει τον τίτλο “Η Σκηνή” καθώς και το υλικό, αλλά οι συνεχείς επεμβάσεις στην λεπτομέρεια, όπως και άλλες ανεξήγητες αιτίες, δεν το άφησαν να εκδοθεί παρά μόνο ύστερα από χρόνια και κάτω από την φιλοξενία του “Σήματος” του Νίκου Παπαδάκη), είτε τέλος σαν επιχειρηματίες με κατάστημα δίσκων και βιβλίων.

Έτσι αποφασίστηκε και το “Pop 11” (ο τίτλος ανήκει στον Θεοφιλόπουλο, και το θαυμάσιο σχέδιο στα χαρτιά περιτυλίγματος στον Κουτρουμπούση). Τον ίδιο καιρό (σ.σ. περί το 1971) εργαζόμασταν και στη “Λύρα” του Αλέκου Πατσιφά, προσπαθώντας, συχνά με επιτυχία, να “περάσουμε τη γραμμή μας” προτείνοντας δίσκους φίλων που άλλοι γίναν φίρμες και άλλοι χάθηκαν πρόωρα, αφήνοντας τα ανεξίτηλα σημάδια μιας ουτοπίας που ακόμα τρέφει συνειδήσεις(…)».

 

 

 

Το 1975 ο Μοροζίνης τυπώνει σε δική του ανεξάρτητη έκδοση το πρώτο (πεζό και ολιγοσέλιδο) βιβλίο του, που έχει τίτλο «Το Σκαρί» – ένα παράξενο όσο και ιδιοσυγκρασιακό ανάγνωσμα, μια μάχη κατά βάση με τη γλώσσα και του πώς εκείνη (η γλώσσα) μπορεί να περιγράψει μια καινούρια κουλτούρα (ας την πούμε underground), έναν νέο τρόπο αντίληψης της ίδιας της καθημερινότητας.

 

Την ίδια εποχή ο Μοροζίνης συμμετέχει στο ιστορικό τεύχος του περιοδικού «Σήμα / αφιέρωμα Η ΣΚΗΝΗ» (τεύχος 9, Σεπτέμβριος 1975) με το κείμενό του «Δύο Εγγραφές της Έλσας (Στερεοφωνία και Στερεογραφία)». Στην αρχή ένα τσιτάτο του Roland Barthes για την αναγκαιότητα της πολλαπλότητας της γραφής, και εν συνεχεία μία διττή ανάλυση  (συμβολική, αναφορά) του γνωστού τραγουδιού του Διονύση Σαββόπουλου «Έλσα σε φοβάμαι». Παράξενα πράγματα…

 

Την επόμενη χρονιά (1976) ο Πέτρος Μοροζίνης με το βιβλίο του «Η Απόσταση», συνεχίζει να βαθαίνει στα άδυτα της γλώσσας. Όπως έγραφε και ο Μιχαήλ Μήτρας σ’ ένα επόμενο τεύχος τους «Σήματος» (#18, Ιούλιος-Αύγουστος 1977):

«Η γλώσσα του Πέτρου Μοροζίνη εξυπηρετώντας πότε το Γεγονός (της καθημερινότητας) και πότε τη Φαντασίωση (της ονειρικής υπέρβασης) ερεθίζει τόσο τη διαίσθηση, όσο και την αντιληπτικότητα του αναγνώστη. Κι αυτό, πρώτιστα, την καθιστά δημιουργική».

 

Στη δεκαετία του ’80 ο Πέτρος Μοροζίνης κυκλοφορεί τρία τουλάχιστον βιβλία στις εκδόσεις τής Denise Harvey, βασικά ποιητικά. Οι τίτλοι τους «Η Συνάντηση» (1981), «Τα Τρία Τέταρτα του Δρόμου» (1983), «Το Μικρό Βιβλίο» (1986).

 

 

Στο περιοδικό «Ντέφι» (τεύχος 6, Απρίλης-Μάης 1983), που είχε για υπεύθυνο σύνταξης τον Στέλιο Ελληνιάδη, ο Τάσος Φαληρέας παίρνει αφορμή από την έκδοση του ποιητικού βιβλίου τού Μοροζίνη «Τα Τρία Τέταρτα του Δρόμου» δίνοντας ένα από καρδιάς κείμενο, αναφορά στο φίλο του, τοποθετώντας τον μέσα σ’ εκείνη την ομάδα των ανθρώπων (το «δίκτυο» όπως το λέει), που μετασχημάτιζε τη θλιβερή πραγματικότητα. Μεταφέρω ένα μεγάλο μέρος του:

 

(…) Κάθε φορά που πάω να γράψω κάτι, θέλω να τα χωρέσω όλα γιατί πάντα ελπίζω ότι δεν θα ξαναγράψω. Ποιο ήταν λοιπόν αυτό το Δίκτυο μ’ αυτές τις απίστευτες φιλοδοξίες, να επιβιώσουμε, σ’ αυτό το καμίνι; Ω, μα δεκάδες άτομα, καμιά εκατοστή, που μ’ έκαναν καλύτερο και εδώ ακριβώς, ενώ οι σάλπιγγες ηχούν στριγγά και το συναισθηματικό φοξ-τροτ δίνει και παίρνει, θα ονομάσω τον ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟ, τον ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΚΡΗ, την ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΡΑ, τον διάσημο ΔΙΟΝΥΣΗ, τον Έλληνα ΠΑΝΟ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗ, τον ΓΡΗΓΟΡΗ, το φωταγωγημένο επαρχιώτικό μου σπίτι, το ΘΑΝΟ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, την πανίσχυρη ΙΣΜΗΝΗ, τον αγγελικό και επικίνδυνο ΔΕΝΕΓΡΗ και τον ΠΕΤΡΟ ΜΟΡΟΖΙΝΗ. Τους χρωστάω τα μύρια όσα, δεν μου χρωστάνε τίποτα.

 

Ας είμαστε λοιπόν, εμείς ΠΕΤΡΟ, σ’ αυτή τη φωτεινή πατρίδα, που θα δημοσιοποιήσουμε την αγάπη μας, σ’ αυτό το απέραντο γαλανόλευκο ντράιβ-ιν. Σκεπασμένοι από τη σημαία που μας ένωσε, πλαστική και πολύχρωμη, τα μέλη μας ενώνονται, σαν τεράστια τόξα γεμίζουν τις αποστάσεις.

 

Η πίστη σώζει, η γλώσσα σώζει.

 

Γνωριστήκαμε μπροστά σ’ ένα περίπτερο. Πιάσαμε συζήτηση για τον DYLAN, η συζήτηση συνεχίστηκε και συνέβηκαν πολλά, ή δεν κουνήθηκε ούτε φύλλο, εξαρτάται από πού θα κοιτάξεις το γήπεδο.

 

Ήταν η εποχή αυτή του ’60, σκοτεινή. Σωστά πλανημένοι μ’ έναν HUNTER THOMPSON της τσέπης, αναλώσαμε την περιέργειά μας σε πράγματα φαινομενικά άσχετα, που δεν κόλλαγαν μεταξύ τους. Δοκιμάζαμε τον θάνατο στην αισθητική διαδικασία, τον ακουμπάγαμε νέοι, και άπραγοι, κοιτάζαμε μόνο μέσα μας, τα κίνητρά μας θολά, μας έσωζε το θεϊκό χέρι της ορθοδοξίας, που σιωπηλό και αμείλικτο φρόντιζε για μας πριν από μας, ενώ οι απόγονοι των σταυροφόρων καβαλώντας άβολα στις πλάτες μας χώνονταν στο ΑΙΓΑΛΕΩ και στο ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, ανάβοντας στείρες φωτιές, εμείς βασισμένοι στην πεντάμορφη –στην επιφάνεια– φιλελεύθερη ευρωπαϊκή παράδοση, συνεχίζαμε τον τυρβασμό μας, ενώ φίλοι μας πεθαίνανε, φεύγανε αρρωστημένοι, χάνονταν.

 

Και κει γύρω στο ’72 έφυγες, πήγες στην Αίγινα και δεν ξανάρθες. Και όμως σαν ένα τραγουδάκι των BLUES PROJECT, «πόσο πιο κοντά μας ήρθες φεύγοντας».

 

Μέσα από τα πρώτα σου βιβλία δεν βρήκα αυτό που μου έλειπε από την καθημερινή σου επαφή. Ήταν κείμενα σχολαστικά, γλωσσοκεντρικά, είχαν μια σκοτεινή αφαίρεση, που λειτουργούσε αντίστροφα, από την επώδυνη ανάδυση από την λίμνη της μεταφυσικής που επιχειρούσα.

 

Βέβαια ήταν κείμενα στοχαστικά, παλεμένα, πολλές φορές λάμπανε, αλλά σ’ ένα άλλο μήκος κύματος από μας εδώ, λες και θελημένα τραβούσες την πρίζα, ενώ πληρώναμε τον ίδιο λογαριασμό.

 

 

 

Βέβαια, έκανες ένα βήμα μπροστά και φώτιζες με το φωτεινό σου παράδειγμα την πραγματική ταπεινότητα, που θα ’πρεπε να πάρει η εξαΰλωση και όχι η εξιδανίκευσή μας. Βέβαια, αποκαθιστούσες χωρίς δισταγμό και ιδιοτέλεια την σωματική μας σχέση με τα κόκαλα των όποιων παππούδων μας.

 

Κι ακόμα μας έδινες επιχειρήματα για να αντέξουμε τη φοβερή κατηγορία τού να είσαι καλλιτέχνης και φιλότεχνος, εμείς που λέγαμε τότε ότι η εμπειρία μετράει και μόνο αυτή, εγώ έλεγα αυτές τις μαλακίες, λες και η φαντασία δεν είναι ο ρεαλισμός, λες και δεν είμαστε δέκα χιλιάδες άνθρωποι με μια μάπα, μια μυρωδιά, ένα περαστικό και βιαστικό άγγιγμα.

 

Είναι απλό, Πέτρο, η μόνη νομοτέλεια στο σκεπτικό εκείνων των χρόνων θα ήταν ένας βιαστικός και άσκοπος θάνατος, ενώ έξω τα πουλάκια θα κελαηδούσαν, τα νησιά θα ταξίδευαν με τις κοπέλες στους τροχούς τους, δεν θα είχαν ανασάνει τα παιδιά.

 

Αυτό το κλίμα, η μυθολογία της εμπειρίας, είναι το φίδι που τρώει τα σωθικά των τίμιων νέων. Δεν προλαβαίνουνε να αντιληφθούν τη λούμπα, να ολοκληρώσουν την έρευνα και σαν νεοσταλινικοί πηδάνε στο χαντάκι της συνέπειας με τον ΑΔΗ. Μόνο αν το ροκ με την μεγάλη παράδοση της τέχνης και της ζωής, αν γίνει εκλεκτικό θα διασωθεί.

 

Αν ακολουθήσουμε τον απλοϊκό δρόμο, της επιφανειακής συνέπειας ζωής και έργου, δεν έχουμε τέχνη, αλλά έχουμε τον ΠΑΓΚΑΝΙΝΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ με το βιολί του, σαν υπόδειγμα καλλιτέχνη έχουμε την ξεραΐλα, γιατί πάντα υπάρχει μια σοβαρή σχέση ζωής και έργου, αλλά αυτή θέλει σοβαρό ψάξιμο στο έργο, γι’ αυτό και πρέπει να υπάρχει έργο. Πρέπει κάποτε να στήσουμε τον DYLAN, τον Άγιο ΙΣΑΑΚ τον Σύρο, τον ΣΑΙΞΠΗΡ, τον ΜΠΛΑΙΗΚ, τον ΣΕΦΕΡΗ δίπλα στον ΤΣΙΤΣΑΝΗ, το ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟ, τον ΤΣΑΡΟΥΧΗ, τον DOS PASSOS, ήταν ανάγκη κι έγινε.

 

Δεν του πέρασε του ΝΤΕΜΠΟΡ και της παρέας του. Οι ΘΩΜΑΔΕΣ εξαφανίστηκαν και μεσ’ στα χρόνια άρχισε να λάμπει σαν μόνος ρεαλισμός, σαν μόνη πνοή, η φαντασία.

 

Κράτησαν πριν φύγεις μια φράση σου: «Να πίνεις ένα ποτήρι νερό και να το φχαριστιέσαι».

 

Ήταν για μένα μια αρχή. Και ύστερα ήρθαν οι ΑΧΑΡΝΗΣ, και το λαϊκό μας τραγούδι, τραγούδι ενός λαού, που είναι βαθιά αποφασισμένος να αποκαταστήσει τα δικαιώματα της τέρψης και της χαράς εκεί που κανένας δεν το επιτρέπει. Κακοί οι άρχοντες και ανέκφραστοι. Στείροι, αρχαιολάτρες της τεχνολογίας, όμως το φως πλήθαινε όσο τα αντικειμενικά προβλήματα για τον καθένα μας συσσωρεύονταν.

 

Εγώ καλά, οι άλλοι γύρω μου τι κάνουνε;… αρχίσαμε να λέμε σε μια νέα ανθρωπιστική και ανιδιοτελή φάση, απορρίψαμε την προσωποκρατική ψευτοειλικρίνεια της Δύσης και είδαμε φως μες στο σκοτάδι. Διαλέξαμε τη ζωή. Τυλιγμένοι στα μωβ άμφια ενός διάκου, με τον ηλεκτρισμό στο μεδούλι μας, αρχίσαμε να τραγουδάμε τα θαυμάσια τραγούδια του φωτός.

 

Αυτά τα πεταμένα λόγια, αυτές οι ανασούμπαλες κουβέντες, ας είναι το ξερό προσάναμμα της φιλίας μας.

 

Αυτό το νέο Ελληνικό και μοναχικό φως είναι που μας φωτίζει. Ας μας μάθουν οι ξένοι φίλοι μας στη γλώσσα μας. Δεν θα χάσουν. Όπως έχασαν οι γάλλοι υπερρεαλιστές που δεν μάθανε ελληνικά.

 

Γιατί τότε ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ και ο ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ θα είχαν βοηθήσει και τιμήσει την Φραγκιά.

 

Αυτό το φως της ειλικρίνειας, της αγάπης, του ρεαλισμού, της φαντασίας, είναι που κάνει τα κείμενα του ΠΕΤΡΟΥ ΜΟΡΟΖΙΝΗ να λάμπουν.

 

Είμαι περήφανος που γεννήθηκα στη χώρα σου. Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

 

Τάσος Φαληρέας

 

Το 1991 ο Πέτρος Μοροζίνης θα τυπώσει ένα ακόμη ποιητικό βιβλίο (θα έρθουν και άλλα δύο στη Νεφέλη αργότερα), στις εκδόσεις «Χειρόγραφα» της Θεσσαλονίκης. Ο τίτλος του «Ένα Ήσυχο Πρωί». Απ’ αυτό αντιγράφω, κλείνοντας, ένα δικό του ποίημα…

 

 

 

 

ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ

 

Στο πλοίο για την Αίγινα, χτες βράδυ
με πήρε ένας υπνάκος, γιατ’ είχα κουραστεί
κι εκεί στο κάθισμα γερτό με βρήκαν
κάτι φίλοι μου παλιοί – όλοι τώρα χαμένοι
και γελάσαμε σαν πρώτα, και μες στον ύπνο μου
όταν φύγαν είπα μια προσευχή, ορθός στην πόρτα.

Κι έλεγ’ η προσευχή: Φρόντισε, Παναγιά μου
για τ’ ανίσκιωτα παιδιά Σου, στείλε
τον Ταξιάρχη Σου μήπως και βάλει τάξη
στα όνειρά τους που έχουνε ρημάξει
σαν τις ψυχές μες στην πολύβουη ερημιά
που μόνο Συ μπορείς να καταστήσεις κόσμο.

Άλλοι σεργιάνισαν σε κάμαρες γυμνές
κι ένα βράδυ αμίλητοι ζαρώσαν στην γωνιά,
άλλοι γίνανε ξένοι με τη μάνα τους
κι ατέλειωτη της καρδιάς η νοσταλγία,
κι άλλοι παραμιλούσανε σαν τελευταίοι ρήτορες
μες στα ερημωμένα καφενεία.

Γιατί, απ’ την αλλοίθωρη αγωνία τους
δοκίμασαν το άλλο δέντρο – που ειν’ το ίδιο,
και ο καρπός, σαν το γυαλί σκληρός
αντί παραμυθίας, δυνάμωσε την πίκρα
πως γεννήθηκαν άχρηστοι, δίχως ειρμό
και τα μυαλά τους μίσεψαν σαν τον Ρεμπώ.

Γιατί απόκαμαν και το έργο ήταν μεγάλο
και μες στο λιγοστό κορμί τους
ένα άλλο σχήμα πιο πολύ, μπάλευε
για να βγει, γιατί η ζωή είναι στενή
γιατί κάτι κρυφό πίσω από κάθε φανερό
εμφανίζεται κι ύστερα εξαφανίζεται.

Γιατί σκαλίσαν τη φωτιά έξω από μέτρο
και το λεβέτι της ψυχής δε βάσταξε
άνοιξε σαν χαρτόνι και χύθηκε στο χώμα
πολύ προτού να ξοδευτεί το σώμα
κι υποψιάστηκαν τα χέρια τους και πίνανε
ό,τι βρεθεί μπροστά τους, σα λοστρόμοι…

Δεν σκότωσαν, Δέσποινά μου, δεν λήστεψαν
στο πέρασμα των Διευθυντών δεν σκύψαν
το κεφάλι, δεν στήσανε μες στην αυλή Σου
πάγκο κολλυβιστή, μοναχ’ αστόχησαν
όταν δεν είδαν οι τρελλοί πως εδώ κάτω
κάνεις λάθος, ό,τι σωστό κι αν πεις…

Κανείς μην πει πως ο σφυγμός τους στο κενό
χτυπά, ωστόσο για το που είναι τώρα, δεν ξέρω
τι να πω, αφήνω αυτή την έγνοια σε Σένα
όμως το κοντανάσασμά τους με φτάνει
από παντού, περνά εντός μου απ’ τους αγκώνες
και τα γόνατα σαν φάντασμα ηλεκτρικό.

Βόηθα λοιπόν να ’ρθουν απόψε εδώ – γιατί
τους αποθύμησα κι ας είναι για το βράδυ μοναχά
κι αφού τινάξουν απ’ τους ώμους τούς σκονισμένους
δρόμους και τιναχτώ κι εγώ, να μας πάρουνε
τα σύννεφα, να ξαναρχίσουμε τα σοβαρά μας
χωρατά και να ξεκαρδιστούμε γι’ ακόμη μια φορά.

 

Ιανουάριος ’91