Ο Ρoτ ήταν ένας Εβραίος της Γαλικίας με ιδιάζουσα τύχη, μακριά από το κυνηγητό των Ναζί...
Ο Ρoτ ήταν ένας Εβραίος της Γαλικίας με ιδιάζουσα τύχη, μακριά από το κυνηγητό των Ναζί...

 

Η διασπορά της εβραϊκής συνειδήσεως απανταχού της Ευρώπης αποτελεί ένα από τα συνταρακτικά κεφάλαια της ιστορίας των Εβραίων που, τελικά, όσοι επέζησαν, κατέληξαν στις ΗΠΑ, όπου βρήκαν μια χώρα-πατρίδα με απόλυτη κατάφαση στο εβραϊκό στοιχείο. Αντίθετα, οι Εβραίοι που συνελήφθησαν εκτελέστηκαν στα κρεματόρια, οι δε διαφυγόντες είχαν κατά κανόνα «καλή τύχη». Μία από τις τύχες που διέσωσε πολλούς Εβραίους ήταν κι εκείνη της Γαλικίας (σημερινή Ουκρανία). Εκεί χάθηκαν μεν πολλοί Εβραίοι από το μένος των Γερμανών και των Ουκρανών [όπως αφηγείται το περίφημο χρονικό του Μέντελσον, Χαμένοι, (εκδ. Πόλις)], αλλά ταυτόχρονα διασώθηκε σοβαρός αριθμός Εβραίων που διέφυγαν στην Αμερική.

 

Ο Ρoτ ήταν, μπορούμε να πούμε, ένας Εβραίος της Γαλικίας με ιδιάζουσα τύχη, μακριά από το κυνηγητό των Ναζί. Ο συγγραφέας γεννιέται το 1894, φοιτά στο σχολείο της εβραϊκής κοινότητας και κατόπιν παρακολουθεί μαθήματα σε δύο γερμανόγλωσσα γυμνάσια της Γαλικίας. Εκεί εκδηλώνεται και η συγγραφική του ικανότητα, καθώς διαβάζει Χάινε, Γκαίτε, Σίλλερ, Σαίξπηρ, Λέσινγκ, Χέλντερλιν, Πετράρχη κ.λπ. Θα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο χωρίς να είναι τακτικός στις παραδόσεις, πλην όμως μετέχει, όπως και ο Φραντς Κάφκα, στο 11ο Σιωνιστικό Συνέδριο στη Βιέννη. Από πολύ νωρίς στρέφεται στο ποτό –που τελικά θα τον ξαποστείλει–, ενώ συνάμα συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες.

 

Ψυχρά και λογοτεχνικά μπορούμε να πούμε ότι ο Ροτ ήταν χαμένος από χέρι. Το χώμα που πατούσε δεν ήταν ποτέ στέρεο, οι γυναίκες που αγάπησε ουδέποτε ένιωσαν ασφάλεια μαζί του, όσο για τους εκδότες και τις εφημερίδες με τις οποίες συνεργάστηκε, ήταν ένα παιχνίδι μεταξύ γλωσσών, μετακινήσεων, χαμένων χειρογράφων, παρεξηγήσεων, πολεμικών επιχειρήσεων, εθνοτήτων και ό,τι βάλει ο νους μας.

 

Ο Ροτ ήταν καθημαγμένη συνείδηση. Στην περίπτωσή του το ποτό δεν έπαιξε τον ρόλο που έπαιξε, για παράδειγμα, στην περίπτωση του Φώκνερ ή άλλων αλκοολικών. Αλλά και για τις γυναίκες ισχύει κάτι ανάλογο. Ο Ροτ ερωτεύεται πολύ συχνά και εξίσου συχνά διαλύει τους δεσμούς του, καθότι η δύναμη του αλκοόλ έδενε ιδανικά με τις ατυχίες του (λόγω αλκοολισμού, έχασε κάποια χειρόγραφά του μέσα σε ένα ταξί).

 

Ψυχρά και λογοτεχνικά μπορούμε να πούμε ότι ο Ροτ ήταν χαμένος από χέρι. Το χώμα που πατούσε δεν ήταν ποτέ στέρεο, οι γυναίκες που αγάπησε ουδέποτε ένιωσαν ασφάλεια μαζί του, όσο για τους εκδότες και τις εφημερίδες με τις οποίες συνεργάστηκε, ήταν ένα παιχνίδι μεταξύ γλωσσών, μετακινήσεων, χαμένων χειρογράφων, παρεξηγήσεων, πολεμικών επιχειρήσεων, εθνοτήτων  και ό,τι βάλει ο νους μας. Υπ' αυτή την έννοια, ο αναγνώστης, παρότι θέλγεται από το στυλ του Ροτ, σπανίως έχει την αίσθηση ότι το βιβλίο που έχει στα χέρια του μπορεί να ανταποκριθεί στα υπεσχημένα και να φέρει σε πέρας μια ιστορία ολοκληρωμένη. Απεναντίας, τα πρώτα κεφάλαια κατά κανόνα είναι επιτυχή, αλλά η συνέχεια, ως είθισται, αποδεικνύεται κατώτερη του αναμενομένου.

 

Αν εξαιρέσουμε το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, προφανώς το καλύτερο βιβλίο του, τα υπόλοιπα είναι για τον έναν ή τον άλλο λόγο οιονεί αδούλευτα, πρόχειρα, χωρίς στέρεο σκελετό και με ανολοκλήρωτους ήρωες. Άραγε, η «γραφή» υπερτερούσε απέναντι στα πρόσωπα του Ροτ, που τα επινοούσε μεν με ευκολία, αλλά τελικά ξεθύμαινε στα τελευταία κεφάλαια; Κάτι τέτοιο έχει ειπωθεί επανειλημμένα από τους κριτικούς του που, παρά ταύτα, αναγνωρίζουν τη σπάνια ικανότητά του. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο Ροτ ενσαρκώνει το πολιτιστικό μνημείο των Εβραίων της Γαλικίας, όπως λέγει ο Χάρολντ Μπλουμ.

 

Ο κεντρικός ήρωας, ονόματι Μέντελ Σίνγκερ, είναι Εβραίος δάσκαλος, ευλαβικός, θεοσεβούμενος, ένας Εβραίος σαν όλους. Στο σπίτι του δίδασκε στους μαθητές του τη Βίβλο. Γυναίκα του είναι η Δεββώρα, έγκυος στο τελευταίο παιδί της και ανεξάρτητη για Εβραία. Όσο για τα υπόλοιπα παιδιά της, αυτά είναι ο Γιόνας και ο Σεμάργια. Σχετικά με το τελευταίο παιδί, τον Μενουχίμ, είχε χίλια δυο κουσούρια και, κυρίως, την ανικανότητα της ομιλίας. Τα αδέλφια του Μενουχίμ κάνουν το παν για να ξεπαστρέψουν τον αδελφό τους, πλην όμως αυτός μένει ανάπηρος αλλά ζωντανός. Ο αναγνώστης, μπορούμε να πούμε, τρίβει τα χέρια του για το έμψυχο υλικό που παρουσιάζει η αφήγηση, ελπίζοντας σε μια πολλαπλότητα όπου κάθε πρόσωπο θα εμπλακεί δυναμικά ή, όπως θα έλεγε ο Ροτ, θα νιώθει ότι ο Θεός τού ρίχνει «χρυσά πετραδάκια» από τον ουρανό.

 

Ο Γιόνας υπηρετούσε τον Τσάρο στο Πασκόβ και δεν ήταν πια ο Γιόνας. Ο Σεμάργια κολυμπούσε στις ακτές του ωκεανού και δεν τον έλεγαν πια Σεμάργια. Η Μίριαμ είχε καρφώσει τα μάτια της στον Αμερικάνο κι ήθελε να φύγει για την Αμερική. Μόνο ο Μενουχίμ έμενε αυτό που ήταν από τη γέννησή του, ένας σακάτης, όσο για τον Μέντελ Σίνγκερ, έμενε ίδιος και απαράλλαχτος: ένας δάσκαλος. «Τι σχέση έχω εγώ με όλους αυτούς τους ανθρώπους; αναρωτήθηκε ο Μέντελ. Με τον γιο μου, τη γυναίκα μου, την κόρη μου, με αυτόν τον Μακ; Είμαι ακόμα ο Μέντελ Σίνγκερ; Πού είναι ο γιος μου; Ο Μενουχίμ;». Ένιωθε λες και είχε βρεθεί ξαφνικά έξω από τον εαυτό του, λες κι ήταν πια αναγκασμένος να ζήσει έξω από τη ζωή του. Ήταν σαν να έχει μείνει πίσω στο Τζούχνοβο, με τον Μενουχίμ... Ήταν ήδη ολομόναχος ο Μέντελ Σίνγκερ – ήταν ήδη στην Αμερική...

 

Προφανώς ο Ροτ ουδέποτε ταξίδεψε στην Αμερική, οπότε όλες οι καταστάσεις που ζουν τα πρόσωπά του στη νέα πατρίδα είναι πλαστές, από δεύτερο χέρι, ακόμα και όταν ο Μέντελ μιλάει στη Δεββώρα: «Εγώ έκανα παιδιά, η κοιλιά σου τα έφερε στον κόσμο, ο θάνατος τα πήρε. Δεν είμαι πια ο Μέντελ Σίνγκερ. Η Αμερική μας σκότωσε γιατί δεν είναι πατρίδα, παρά πατρίδα θανάσιμη.

 

- Κύριε Κόσακ, μια κι έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε απόψε στο σπίτι μας έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο, όπως εσείς, θα μας κάνετε τη χάρη να μας μιλήσετε λίγο και για τη ζωή σας; Πώς έγινε και βγήκατε ζωντανός από τον πόλεμο, την επανάσταση και όλους τους υπόλοιπους κινδύνους;

 

- Δεν έχω τίποτα σπουδαίο να πω. Μικρός ήμουν πολύ άρρωστος. Ο πατέρας μου ήταν ένας φτωχός δάσκαλος, σαν τον κύριο Μέντελ Σίνγκερ, με του οποίου τη γυναίκα συγγενεύω. Με λίγα λόγια, εξαιτίας της αρρώστιας μου, κι επειδή ήμασταν φτωχοί, βρέθηκα σε μια μεγάλη πόλη, σε ένα δημόσιο ιατρικό ίδρυμα. Μου φέρονταν πολύ καλά, ένας από τους γιατρούς με συμπάθησε ιδιαίτερα, έγινα καλά κι ο γιατρός με κράτησε σπίτι του. "Εκεί", στο σημείο αυτό ο Κόσακ χαμήλωσε τη φωνή και το κεφάλι του, σαν να μιλούσε πια μόνο στο τραπέζι – κι όλοι αναγκάστηκαν να κρατήσουν ακόμα και την ανάσα τους για να τον ακούσουν, "εκεί κάθισα μια μέρα στο πιάνο και άρχισα να παίζω τραγούδια που τα έβγαζα από το μυαλό μου. Η γυναίκα του γιατρού τα έγραψε σε νότες, ο πόλεμος ήταν η καλή μου τύχη. Γιατί με πήραν στον στρατό και μου ανέθεσαν τη διεύθυνση μιας μπάντας. Όλο τον καιρό τον πέρασα στην Πετρούπολη. Μερικές φορές έπαιξα και για τον ίδιον τον Τσάρο. Μετά την επανάσταση οι μουσικοί της ορχήστρας μου κι εγώ φύγαμε στο εξωτερικό. Κάποιοι μας εγκατέλειψαν, ήρθαν καινούργιοι..."».

 

 

Joseph Roth, Ιώβ – Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου. Μτφρ.: Μαρία Αγγελίδου. Εκδόσεις Άγρα. Σελ.: 230. Τιμή: €15,50Διόλου τυχαίες οι επιφυλάξεις των κριτικών για το δεύτερο μέρος του Ιώβ. Ενώ η φυγή από τη Γαλικία υπόσχεται στον αναγνώστη μια νέα συνέχεια της οικογένειας, το δεύτερο μέρος δεν προσθέτει τίποτα στα ήδη γνωστά, απεναντίας έχουμε μια σύγχυση που μειώνει το βιβλίο, δεν αποδίδει τους χαρακτήρες και, περιέργως πώς, ο αναγνώστης έχει την ισχυρή εντύπωση ότι οι ήρωες (ακόμα και ο Μέντελ Σίνγκερ) ανήκουν σε άλλο βιβλίο. Ωστόσο, το βιβλίο, παρά τις επιφυλάξεις των κριτικών και του αναγνωστικού κοινού, μεταφράζεται πολλάκις και μεταφέρεται στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ως απάντηση στις υποτιμητικές κριτικές, ο συγγραφέας είχε την τόλμη να ομολογήσει ότι το συνέγραψε σε κατάσταση διαρκούς και αθεράπευτης μέθης.

 

«Ήταν η πρώτη βδομάδα του μήνα Αβ. Οι Εβραίοι μαζεύονταν μετά τη βραδινή προσευχή και γιόρταζαν το νέο φεγγάρι. Κι επειδή η βραδιά ήταν ευχάριστη, σωστό βάλσαμο μετά την κάψα της ημέρας, συμμορφώνονταν με προθυμία μεγαλύτερη απ' ό,τι συνήθως στην εντολή του Θεού να χαιρετίζουν την αναγέννηση του φεγγαριού έξω από τα σπίτια τους κι όχι στα στενά δρομάκια της γειτονιάς τους, αλλά σε χώρο ανοιχτό, όπου ο ουρανός μοιάζει ψηλός κι απέραντος (...). Κι άρχισαν να λένε μουρμουριστά τον χαιρετισμό του φεγγαριού, κουνώντας δεξιά-αριστερά τα κορμιά τους, που έμοιαζαν λες και τα φυσούσε πέρα-δώθε κάποιος αόρατος άνεμος. Εχθρικό το δάσος που τους κοίταζε ασάλευτο. Απειλητικά τα γαβγίσματα των σκυλιών, που η ακατανόητη μάζωξη είχε τσιτώσει τα καχύποπτα αυτιά τους. Μόνο το φεγγάρι δεν τους ήταν ξένο, αυτό το φεγγάρι που σήμερα γεννιόταν σε τούτο τον κόσμο όπως και στη γη των πατέρων τους...».