Τους Απόντες τους είδα στο σινεμά όταν προβλήθηκαν και στη Θεσσαλονίκη, πριν από 20 περίπου χρόνια. Παρουσίαζε ανθρώπους που ήξερα, γεγονότα που θυμόμουν από παιδί, καταστάσεις που είχα ζήσει. Καμία «ξένη» ταινία δε θα μου μιλούσε τόσο άμεσα: οι ταβέρνες, ο τελικός του Γιουρομπάσκετ του '87, η καθημερινή ζωή - όλα σήμαιναν κάτι για μένα, τίποτα δεν χανόταν στη μετάφραση. 

 

Το 1996 είχα μόλις τελειώσει το Λύκειο και είδα τους Απόντες, νομίζω στο Φαργκάνη, με τον συμμαθητή μου τον Χρίστο με τον οποίο ήμασταν σούπερ κολλητοί για χρόνια. Νομίζω ότι μας τάραξε και τους δύο η πορεία μιας παρέας που ορκιζόταν ότι θα είναι για πάντα μαζί - και το πώς στην πορεία του χρόνου ο καθένας έζησε τη ζωή του, απομακρύνθηκε, αποξενώθηκε. Το τέλος του φιλμ είναι απ' τα πιο έξυπνα και πικρά που θα μπορούσαν να υπάρξουν, καθώς βλέπουμε μια νέα παρέα να γιορτάζει βλέποντας έναν νέο τελικό μπάσκετ, πιστεύοντας ότι αυτοί σίγουρα θα αντέξουν στο χρόνο...

 

Βγαίνοντας απ' το σινεμά, είπαμε κάτι του στυλ «Εντάξει, αυτό ήταν ταινία, ποτέ δεν θα συμβεί σε μας, ποτέ δεν θα απομακρυνθούμε», και το πιστεύαμε. 

 

Όμως με το σχολείο να έχει τελειώσει και με την πολυαναμενόμενη ενηλικίωση μας να μας έχει συναρπάσει, με τον Χρίστο τηλεφωνιόμασταν πλέον όλο και πιο σπάνια. Αυτός πέρασε στο πανεπιστήμιο στην Πελοπόννησο, εγώ προετοιμαζόμουν για τις σπουδές που θα ξεκινούσα στο Λονδίνο. Δεν θυμάμαι πια, 20 χρόνια μετά, τι ακριβώς είχε παιχτεί. Πρέπει να ψυχρανθήκαμε πολύ όμως, γιατί μια φορά βρεθήκαμε τυχαία στο Φρουτότυπο, ένα καφέ στη Ναυαρίνου και παραλίγο δε θα μιλούσαμε. Καθόμουν με τους νέους φίλους και φίλες απ' το Foundation, που ήταν όλοι ακραίοι και γεμάτοι ζωντάνια κι ενθουσιασμό και είχαμε όλοι κοινά όνειρα (να δουλέψουμε στο αγγλικό MTV στο Λονδίνο, να βγαίνουμε στα κλαμπ, να γίνουμε δημοσιογράφοι, να μην ησυχάσουμε ποτέ).

 

Στα μάτια μου πλέον έμοιαζε ένας απλός παλιός συμμαθητής, σαφώς πιο ασήμαντος απ' τους νέους και πολύ προχωρημένους φίλους μου. Δεν καιγόμασταν πια να κάνουμε παρέα - ήταν τόσο απλό.

 

Φεύγοντας, έγραψα το (τότε) τηλέφωνό μου σε ένα χαρτάκι -Άρης 428819- και το άφησα δηκτικά στο τραπέζι που καθόταν ο Χρίστος κι η παρέα του. Ήξερα πολύ καλά πως το θυμόταν, ήθελα απλώς να τονίσω -όχι χωρίς κάποια κακία- ότι δεν με έπαιρνε όταν ερχόταν Θεσσαλονίκη. Ούτε μετά απ' αυτό με πήρε, ούτε κι εγώ. Στα μάτια μου πλέον έμοιαζε ένας απλός παλιός συμμαθητής, σαφώς πιο ασήμαντος απ' τους νέους και πολύ προχωρημένους φίλους μου. Δεν καιγόμασταν πια να κάνουμε παρέα - ήταν τόσο απλό.

 

Μετά από καιρό, βρεθήκαμε τυχαία κάπου, και με μια άλφα αμηχανία προσπαθήσαμε να κάνουμε κουβεντούλα περί ανέμων και υδάτων. Και τότε, σαν αποτυχημένο αστείο, κάποιος απ' τους δυο μας, είπε: «Να, μας συνέβη κι εμάς αυτό που βλέπαμε στους Απόντες», και κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε εκείνη τη στιγμή και κατάλαβα ότι όσο και να έμοιαζαν πιο ενδιαφέροντες οι καινούργιοι φίλοι, ποτέ δεν θα γίνονταν καλύτεροι απ' αυτόν. Ο Χρίστος με είχε στηρίξει σε απίστευτα ρεζιλευτικές στιγμές μου, ήταν ο πιο αστείος άνθρωπος που είχα γνωρίσει, ήταν πανέξυπνος και ενδιαφέρων. Κι όλα αυτά τα συνειδητοποίησα με το που έγινε η αναφορά στους Απόντες και μου ήρθαν σε φλασμπάκ όλα τα συναισθήματα της ταινίας. Νομίζω συνέβη κάτι παρόμοιο και σ' αυτόν. 

 

Να μην τα πολυλογώ. 20 χρόνια μετά, είμαστε ακόμα κολλητοί, μιλάμε κάθε μέρα, και γελάμε όπως τότε που καθόμασταν στο ίδιο θρανίο. 

 

Ο Χ.Θ. το 1996
Ο Χ.Θ. το 1996

  

Κι όταν πρόσφατα γνώρισα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον σεναριογράφο των Απόντων (τους έγραψε μαζί με τον Γραμματικό), του αφηγήθηκα, μισομεθυσμένος, πόσο με είχε σημαδέψει η ταινία και το πώς νομίζω ότι, τελικά, χάρη σ' αυτήν δεν έχασα τον καλύτερό μου φίλο.

 

Κι αυτός με ευχαρίστησε και μου είπε χαμογελώντας: «Πρέπει να το πω και στον Γραμματικό, να φτιάξουμε ένα πόστερ της ταινίας με την ατάκα: "Αυτή η ταινία έσωσε τη φιλία μου! - Άρης Δημοκίδης / LIFO"». Το έλεγε για πλάκα, αλλά, γιατί όχι;