Η Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί να προχωρήσει στον «αυτόματο πιλότο». Η οικονομία έχει διαλυθεί. Τραπεζικό σύστημα δεν υπάρχει. Η δημόσια διοίκηση έχει διαχρονικές αδυναμίες. Η δυναμική της οικονομίας δεν μπορεί να τραβήξει τη χώρα μπροστά. Η πολιτική είναι που πρέπει να το κάνει. Κι όμως, παρά το ότι η χώρα κρέμεται ακόμα από μία κλωστή, οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα.

 

Ας δούμε ποια είναι η κατάσταση σήμερα:

 

Η Κυβέρνηση έχει ουσιαστικά απωλέσει την αυτοδυναμία, καθώς μεγάλος αριθμός βουλευτών έχει διαφοροποιηθεί με θεμελιακό και απόλυτο τρόπο στο μείζον ζήτημα του νέου μνημονίου. Το δε ρήγμα είναι τόσο βαθύ που ακόμα και αν επιτευχθεί κάποια ανακωχή, είναι βέβαιο πως όταν έρθουν στη Βουλή οι εφαρμοστικοί νόμοι, τα προβλήματα θα επανεμφανιστούν. Αδιέξοδο πρώτο, λοιπόν.

 

Ακόμα και μεταξύ όσων στηρίζουν τον Πρωθυπουργό, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Ορισμένοι βουλευτές συμπεριφέρονται ως «drama queens», περιφέροντας από κανάλι σε κανάλι την οδύνη τους που αναγκάζονται να λάβουν δύσκολες αποφάσεις – λες και βουλευτές βγήκαν για να λένε και να ψηφίζουν μόνο ευχάριστα πράγματα. Κάποιοι άλλοι, αν και στην παρούσα φάση συντάχθηκαν με την Κυβέρνηση, δηλώνουν ότι διαφωνούν με επιμέρους μέτρα (η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ, ιδιωτικοποίηση περιφερειακών αεροδρομίων, κλπ) παρά το ότι έχουμε ήδη συμφωνήσει σε αυτά! Αδιέξοδο δεύτερο.

 

Έχουμε συνεπώς μια κυβέρνηση μειοψηφίας, βαθιά διχασμένη, η οποία έχει υπογράψει μια συμφωνία που δεν πιστεύει και που νομοθετεί με την ανοχή μιας προβληματικής αντιπολίτευσης. Και όλο αυτό ενόψει ενός πραγματικού οικονομικού και διαχειριστικού Γολγοθά

 

Τα προαπαιτούμενα και πιθανότατα και το νέο μνημόνιο θα ψηφιστούν με την στήριξη της αντιπολίτευσης. Της ίδιας αντιπολίτευσης στην οποία ο Πρωθυπουργός επιτίθεται με κάθε αφορμή για να συσπειρώσει το εσωτερικό του! Ούτε η πιο καλοπροαίρετη και υπεύθυνη αντιπολίτευση στον πλανήτη, δεν θα δέχονταν να παίζει για πολύ καιρό αυτό το ρόλο. Να στηρίζει τα δύσκολα μέτρα, να εισπράττει το κόστος και να τη βρίζουν και από πάνω! Όπως, φυσικά, ούτε ο κ. Τσίπρας μπορεί να δεχτεί να εξαρτάται συνεχώς από αυτήν. Σήμερα είναι ισχυρός πολιτικά, αλλά κανείς δεν εγγυάται ότι αυτό θα ισχύει πάντα. Οπότε δεν θα ρισκάρει να αδειαστεί μεγαλοπρεπώς σε μια μελλοντική δύσκολη γι αυτόν περίσταση. Αδιέξοδο τρίτο, συνεπώς.

 

Η ίδια η αντιπολίτευση, στην παρούσα φάση τουλάχιστον, δεν αποτελεί εναλλακτική επιλογή, καθώς έχει σημαντικά προβλήματα εικόνας και αξιοπιστίας, τόσο ως πολιτικό «προϊόν», όσο και σε στελεχιακό επίπεδο. Γεγονός που την εμποδίζει να ακουστεί και περιορίζει και τις τακτικές κινήσεις της. Τέταρτο αδιέξοδο αυτό.

 

Έχουμε συνεπώς μια κυβέρνηση μειοψηφίας, βαθιά διχασμένη, η οποία έχει υπογράψει μια συμφωνία που δεν πιστεύει και που νομοθετεί με την ανοχή μιας προβληματικής αντιπολίτευσης. Και όλο αυτό ενόψει ενός πραγματικού οικονομικού και διαχειριστικού Γολγοθά.

 

Μπορούν να ξεπεραστούν εύκολα αυτά τα αδιέξοδα; Για να δούμε τις εναλλακτικές.

 

Ορισμένοι εισηγούνται στον κ. Τσίπρα εκλογές, λέγοντας ότι αυτές θα τον ισχυροποιήσουν. Ότι θα «καθαρίσει» το κόμμα από την εσωκομματική αντιπολίτευση και θα ξεκαθαρίσει τις σχέσεις του με τους πολίτες, αφού η νέα νομιμοποίηση θα αφορά υπαρκτά δεδομένα και όχι υποσχέσεις που απεδείχθησαν μη-ρεαλιστικές.

 

Ωστόσο το σενάριο αυτό έχει κάποιες δυσκολίες. Πρώτον, θα πάει την οικονομία ακόμα πιο πίσω. Αυτό όλο το ξεχνάμε. Κάνουμε ασκήσεις επί χάρτου, ξεχνώντας ότι η οικονομία έχει τους δικούς της κανόνες, ο βασικότερος εκ των οποίων είναι ότι παραμονές εκλογών τα πάντα παγώνουν. Αν κάνουμε και εκλογές το 2015 θα είναι ένα χαμένο, ένα απολύτως καταστροφικό οικονομικά έτος.

 

Δεύτερον, τίποτα δεν προοιωνίζει ότι η επόμενη βουλή θα είναι πιο «λειτουργική» από την σημερινή. Αφενός μεν τα προβλήματα συνοχής θα υπάρχουν και πάλι, καθώς τα σκληρά μέτρα είναι αναπόφευκτα. Επίσης δεν ξέρει κανείς τι θα βγάλει η κάλπη, ειδικά αν το ζήτημα της πρώτης θέσης είναι δεδομένο, γεγονός που θα λειτουργήσει αποσυσπειρωτικά για όλους. Μπορεί να δούμε μια Βουλή – «λούνα παρκ»...

 

Δεν έχει γίνει ακόμα απολύτως αντιληπτό – ιδίως από την κυβερνητική πλευρά – το μέγεθος της διαχειριστικής δυσκολίας που έχουμε μπροστά μας. Ακόμα και σήμερα μιλάμε περισσότερο για τα κόμματα, τα «ψυχολογικά» τους προβλήματα και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και πολύ λιγότερο για το τι έχουμε μπροστά μας. Αν δεν γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος δεν θα γίνουν ούτε οι αναγκαίες υπερβάσεις.

 

Ακόμα όμως και αν ο κ. Τσίπρας κάνει περίπατο, θα πρόκειται για πύρρειο νίκη. Θα έχει κερδίσει 6 επιπλέον μήνες θητείας, αλλά με τρομερό κόστος για την οικονομία (που αυτό το εξάμηνο διαλύθηκε), αλλά και για τη συνοχή της παράταξής του, καθώς μετά τις εκλογές πιθανότατα θα έχει ανοίξει μια μόνιμη πληγή στα αριστερά του.

 

Μια άλλη λύση είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας με επικεφαλής τον Τσίπρα και συμμετοχή των κομμάτων του «ευρωπαϊκού τόξου». Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει αν μιλούσαμε για μια συμφωνία με μεγάλη χρονική διάρκεια. Όχι για μια συγκυριακή πλειοψηφία που απλώς θα περάσει τα μέτρα, αλλά για μια συμφωνία που θα διασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα για ένα διάστημα τουλάχιστον 2 ετών και θα συγκροτήσει μια ομάδα που θα εργαστεί για να μείνει η χώρα όρθια.

 

Είναι πιθανό να συμβεί αυτό; Κατά τη γνώμη μου, όχι.

 

Πρώτον διότι δεν υπάρχει ούτε κουλτούρα συνεργασιών, ούτε η αναγκαία ωριμότητα στο πολιτικό σύστημα. Η πλειοψηφία των εμπλεκομένων στην πολιτική την αντιμετωπίζει ως μια αέναη πάλη για την εξουσία. Η λογική των συναινέσεων της είναι άγνωστη. Η δε αντίληψη αυτή έχει περάσει και σε μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων που αντιμετωπίζει την πολιτική με απολύτως οπαδικούς όρους, σαν να ξορκίζει τις όποιες «ατομικές ήττες» της, μέσα από μια «κομματική νίκη». Με τόσο ισχυρές αντιθέσεις και τόση πολιτική «τοξικότητα» που έχει χυθεί τα τελευταία χρόνια, άντε να εξασφαλίσεις συνθήκες έντιμης και αποτελεσματικής συνεργασίας...

 

Δεύτερον, διότι δεν έχει γίνει ακόμα απολύτως αντιληπτό – ιδίως από την κυβερνητική πλευρά – το μέγεθος της διαχειριστικής δυσκολίας που έχουμε μπροστά μας. Ακόμα και σήμερα μιλάμε περισσότερο για τα κόμματα, τα «ψυχολογικά» τους προβλήματα και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και πολύ λιγότερο για το τι έχουμε μπροστά μας. Αν δεν γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος δεν θα γίνουν ούτε οι αναγκαίες υπερβάσεις.

 

Ακόμα και αν προχωρούσαμε, όμως, σε μια τέτοια συνεργασία και πάλι τα αποτελέσματα δεν θα ήταν εγγυημένα. Επίσης, μια τέτοια πολιτική εξέλιξη πιθανότατα θα ενίσχυε τα άκρα του πολιτικού συστήματος τα οποία θα αναλάμβαναν ρόλο (δεξιάς και αριστερής) αντιπολίτευσης και αυτό μακροπρόθεσμα θα επανέφερε τα ίδια προβλήματα, ειδικά αν στο ενδιάμεσο η κατάσταση στη χώρα δεν βελτιώνονταν.

 

Από όποια σκοπιά και αν το δει κανείς το τοπίο μοιάζει με εξίσωση χωρίς λύση. Είναι πολύ δύσκολο να δει κάποιος πώς θα ξεκολλήσουμε από αυτή την κατάσταση. Θα πρέπει το πολιτικό σύστημα – κυρίως αυτό – να μας εκπλήξει και πολύ και ευχάριστα δείχνοντας σύνεση αλλά κυρίως διαχειριστική επάρκεια. Η οικονομία να δείξει ότι έχει σφυγμό, αντοχές, ευελιξία και δημιουργικότητα. Και η κοινωνία να αντιδράσει με συνοχή και ψυχραιμία στα όσα δύσκολα ακολουθήσουν.

 

Μόνο που όλο αυτό μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο παρά με πιθανό ενδεχόμενο. Και όταν κάνουμε  αναλύσεις δεν πρέπει να είμαστε ούτε αισιόδοξοι, ούτε απαισιόδοξοι, αλλά απλώς ρεαλιστές.