ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ξεκίνησα να δουλεύω στο γραφείο του, ο βουλευτής Τζον Λιτς φώναξε το καινούργιο προσωπικό για μια μπίρα στη βεράντα της Βουλής. Γύρισε κάποια στιγμή προς το μέρος μου και με ρώτησε (στα αγγλικά): «Θύμιο, πόσο έχει μια φουντμπακίτα στην Ελλάδα;». Τον κοίταξα για ένα δευτερόλεπτο και του ζήτησα να επαναλάβει, μήπως και πιάσω την άγνωστη λέξη.

 

Ο Τζον επανέλαβε την ερώτηση με το ίδιο, φυσικό ύφος: «Πόσο έχει μια φουντμπακίτα στην Ελλάδα;». Είχα μπλέξει. Να του ζητήσω να ρωτήσει και τρίτη φορά δεν μπορούσα. Θα ξεφτιλιζόμασταν: και εγώ που δεν μπορούσα να σταυρώσω μια ανάλαφρη κουβέντα στα αγγλικά και εκείνος που με είχε φέρει στη Βουλή για να μιλάω για λογαριασμό του γραφείου του.

 

Τον κοίταξα ξανά, και βουτηγμένος στη θολούρα του αγνώστου και της πρώτης μέρας, τα έπαιξα όλα για όλα. «Όσο και στην Αγγλία», απάντησα. Σκέφτηκα με τρόμο ότι ο Τζον μπορεί να με είχε μόλις ρωτήσει πόσο έχει η ξαπλώστρα στη Μύκονο. Κούνησε το κεφάλι και είπε: «Θέλω να πάρω μία του Ολυμπιακού, με τις ρίγες». Κατάλαβα ότι ρωτούσε για ποδοσφαιρικές στολές. Είχα σωθεί.

 

Ο Τσίπρας ξέρει ότι κινδυνεύει όχι μόνο να μη δει δεύτερη τετραετία αλλά να χαθεί για πάντα, να τον θυμούνται ως έναν πολιτικό που πήγε να καταστρέψει την Ελλάδα το 2015 και όταν τελικά ήρθε στα συγκαλά του, ήταν άνευρος και άσχετος με τα τεκταινόμενα, αφού η πολιτική ζωή τον είχε προσπεράσει πια. 

 

Αυτό το περιστατικό δίπλα στον παγωμένο όσο και το αίμα μου Τάμεση είναι ο λόγος που δεν θα κοροϊδέψω ποτέ τον Τσίπρα για το Βατερλό του με τον Μπιλ Κλίντον. Γιατί βρέθηκα στο δικό μου χαράκωμα και ξέρω τον τρόμο. Και όταν τον είδα να σωριάζεται στην καρέκλα του Μαξίμου με τον Ομπάμα, σκέφτηκα ότι μπορεί και να φοβάται, να πάσχει από το γνώριμο σύνδρομο «τώρα θα ανακαλύψουν ότι υπήρξα μια παντοτινή απάτη».

 

Ούτε θα κοροϊδέψω τον Τσίπρα για τη Μυτιλήνη και τη Λέσβο, γιατί και στη γεωγραφία μπορεί να μας πιάσουν όλους κάποια στιγμή αδιάβαστους, άλλον για την πρωτεύουσα της Βοιωτίας, άλλον για τη λίστα με τα Δωδεκάνησα, και πάει λέγοντας. Για την ακρίβεια, τα περισσότερα λάθη του Τσίπρα μού φαίνονται γνώριμα, σαν να μου φαίνεται ότι τα έχω κάνει κι εγώ.

 

Πρέπει ο πρωθυπουργός να ξέρει καλύτερα από τον μέσο Έλληνα; Το κυριότερο, είναι αυτή η γνώση κριτήριο για την επάρκειά του; Μήπως όμως δεν είναι απόδειξη ταλέντου και σκληρής δουλειάς η άνοδος στο πιο ψηλό πόστο της χώρας, χωρίς τη γνώση;

 

Είναι περισσότερο ασυνάρτητος ο Τσίπρας από τον Βαρουφάκη, ο οποίος χαίρει παγκόσμιας εκτίμησης ως διανοούμενος (στο tοp 10 για τους αναγνώστες του περιοδικού «Prospect»). Είναι χειρότερος λαϊκιστής από τον Μπόρις Τζόνσον του Ίτον, της Οξφόρδης και των φαρσί αρχαίων ελληνικών; 

 

Το ατού του Τσίπρα δεν είναι η παιδεία ή η ευρυμάθειά του. Ο Τσίπρας είναι στην πολιτική αυτό που ήταν οι Clash στη μουσική. Τον βλέπεις και λες: μισό λεπτό, αν αυτός μπορεί να το κάνει, τότε γιατί όχι κι εγώ; Δεν εμπνέουν μόνο τα αβίαστα αγγλικά του Μητσοτάκη, οι σπουδές στο Χάρβαρντ και το κουλ στυλ του στο ITV, υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι για να εμπνεύσεις και να εμπνευστείς. Είναι σπουδαίο να ξέρεις ότι η πολιτική τούς χωράει όλους, ειδικά μάλιστα στα ρετιρέ της.

 

Εδώ βρίσκεται η κρίσιμη γραμμή ανάμεσα στην αριστεία και τον ελιτισμό. Μια ζωή έλεγε η αριστερά ότι έχει όλους τους διανοούμενους και πως στη δεξιά δεν υπάρχει ούτε ένας. Αυτό μας είπε προχθές και ο Τσίπρας, όταν τουίταρε ότι φώναξε «τα καλύτερα μυαλά στην Ελλάδα». Ούτε αυτογκόλ είναι ούτε διάψευση της πολεμικής του κόμματος σε βάρος της αριστείας, όπως ειπώθηκε. Είναι ένας γνώριμος ελιτισμός από τα κάτω, όπως ακριβώς και με το ηθικό πλεονέκτημα.

 

 

Το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν μπορεί μόνο οι «γαλλικά και πιάνο» να κυβερνούν την Ελλάδα. Τώρα, αν αυτό το επιχείρημα το τραβήξεις προς τη λάθος κατεύθυνση, κινδυνεύεις να τα βάλεις όχι με τα πρόσωπα αλλά με το πιάνο και τα γαλλικά τους. Να επιτεθείς στα εφόδια ενός ανθρώπου και όχι στο πώς τα χρησιμοποιεί.

 

Βρίσκεις, επίσης, δικαιολογία για να μη μάθεις ποτέ γαλλικά και πιάνο, να τα κάνεις όλα ίσιωμα, να αρνείσαι να σε αξιολογήσουν στη δουλειά σου και να δέχεσαι ότι θα περάσεις όλη σου τη ζωή χωρίς να σε κρίνουν, αιώνιος φοιτητής, με ή χωρίς πτυχίο. Είναι και αυτός κυρίαρχος τρόπος σκέψης στην ελληνική αριστερά. Και ο Τσίπρας έκανε σεκόντο και σε αυτή την τάση, όπως επίσης χτυπούσε παλαμάκια στα μπλόκα της Κερατέας, τους Δεν Πληρώνω, τους ψεκασμένους αλά Ραχήλ Μακρή.

 

Αν διαβάσει κανείς με προσοχή το tweet του Τσίπρα, θα δει ότι το απευθύνει κυρίως στο κόμμα: «Γιατί δεν αρκεί μόνο να έχουμε πίστη στις ιδέες μας αλλά και τεχνοκρατική επάρκεια για να τις κάνουμε πράξη» λέει στα στελέχη και οπαδούς του ΣΥΡΙΖΑ για να τους θυμίσει ότι οι κορόνες δεν φτάνουν πια. Το λέει και στον εαυτό του. Ξέρει ότι δίνει τη μάχη της πολιτικής του επιβίωσης σε ομαλές συνθήκες ως statesman και όχι ως πανκ που ξέβρασε το κύμα της οργής.

 

Κάπως σαν τους Clash μετά τον πρώτο δίσκο. Στον δεύτερο δίσκο φαίνονται τα συγκροτήματα. Στη δεύτερη τετραετία και οι πολιτικοί. Και με αυτά τα ακούνητα νούμερα στις δημοσκοπήσεις ο Τσίπρας ξέρει ότι κινδυνεύει όχι μόνο να μη δει δεύτερη τετραετία αλλά να χαθεί για πάντα, να τον θυμούνται ως έναν πολιτικό που πήγε να καταστρέψει την Ελλάδα το 2015 και όταν τελικά ήρθε στα συγκαλά του, ήταν άνευρος και άσχετος με τα τεκταινόμενα, αφού η πολιτική ζωή τον είχε προσπεράσει πια. Είναι η πιο σημαντική μάχη του.

 

Αυτήν τη φορά δεν υπάρχει η δικαιολογία της άγουρης νιότης, ούτε «στερνή μου γνώση» και «πού μυαλό τότε». Τώρα τα μυαλά ήρθαν στη θέση τους και αν ο Τσίπρας δεν τα καταφέρει, δεν θα επιστρέψει ποτέ.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.