ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΕΝ ΕΤΕΙ 2021, να ηγεμονεύουν απόψεις που θεωρούν ότι στην Ελλάδα υπάρχει ρουμάνικη ή έστω ρουμανίζουσα βλάχικη μειονότητα; Αν κρίνει κανείς από τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, την υπόθεση μικρής χορηγίας στην Επιστημονική Εταιρία Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων, όχι μόνο υπάρχουν, αλλά φαίνεται πως και η ίδια η υπουργός εκ των πραγμάτων τις ενστερνίζεται.

 

Η κυρία Μενδώνη, αφού πρώτα ενέκρινε μετ’ επαίνων την πρόταση της Επιστημονικής Εταιρίας Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων, της μόνης επιστημονικής ομάδας που ασχολείται με τη βλάχικη γλώσσα στην Ελλάδα, με πρόεδρο τον καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Βασίλη Νιτσιάκο, που ζήτησε επιχορήγηση για τη δημιουργία μιας ψηφιακής βάσης δεδομένων μνημείων του λόγου των Ελλήνων Βλάχων, στη συνέχεια ανακάλεσε την απόφασή της με προσχηματικούς ισχυρισμούς πως τάχα η Εταιρία δεν εκφράζει το σύνολο των Βλάχων και άλλα συναφή. Αυτά ισχυρίστηκε η υπουργός στη Βουλή κατόπιν. Η τυπική ανάκληση της απόφασης επιχορήγησης ήταν απλώς αναιτιολόγητη. 

 

Λες και υπάρχει περίπτωση ένα οποιοδήποτε επιστημονικό ή μη σωματείο να εκφράζει το σύνολο των απόψεων της κοινωνίας στην οποία απευθύνεται.

 

Το επιχείρημα όμως δεν είναι απλώς έωλο. Είναι και βαθιά αντιδημοκρατικό καθώς υπονοεί ότι η επιστημονική έρευνα για να διεξάγεται χρειάζεται και πιστοποιητικά –αν όχι νομιμοφροσύνης, όπως παλιότερα, αλλά– αντιπροσώπευσης. 

 

Η Εταιρία Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων παλεύει να γράψει τη γλώσσα αυτή αλλά οι ύστεροι χωροφύλακες της εθνικοφροσύνης επειδή, ανάμεσα σε άλλα, φοβούνται ότι θα βγούνε στη φόρα τα άπλυτα των πολιτικών και βιολογικών τους προγόνων, προσπαθούν να λογοκρίνουν κάθε αναφορά στη γλώσσα.

 

Το χειρότερο όμως είναι ότι με την απόφαση αυτή η υπουργός είναι σαν να παραδέχεται ότι θεωρεί πως μια υποτιθέμενη μειονότητα «ρουμανίζοντων Βλάχων» ζητάει να γίνει γραπτή η γλώσσα της και για τον λόγο αυτό, το υπουργείο τελικώς απορρίπτει την πρόταση με φοβερό επιχείρημα ότι τα βλάχικα δεν είναι γλώσσα, αλλά «διάλεκτος» ή «ιδίωμα». Επομένως, αφού δεν είναι γλώσσα αλλά κάτι υποδεέστερο, τότε δεν χρήζει προστασίας. Αν όμως υποθέσουμε πως τα βλάχικα δεν είναι γλώσσα αλλά διάλεκτος, τίθεται το αμείλικτο ερώτημα τίνος γλώσσας είναι διάλεκτος ή ιδίωμα;

 

Εδώ, λοιπόν, φαντάζομαι εν τη άγνοια της αυτή τη φορά, η υπουργός ολισθαίνει στο επιχείρημα που θα σκορπίζει χαμόγελα σε ρουμάνικους εθνικιστικούς κύκλους πως τάχα τα βλάχικα δεν είναι γλώσσα διότι είναι ρουμάνικα. Διότι, ελληνική διάλεκτος τα βλάχικα δεν είναι με κανένα θεό. Με κανέναν απολύτως! 

 

Η θέση της υπουργού λοιπόν δεν δείχνει απλώς άγνοια αλλά γεννά και προβλήματα συνάμα. Αυτά τα οποία κόπτεται να προλάβει! Οι Βλάχοι σε όλα τα Βαλκάνια έχουν μια πολύ ιδιαίτερη και όχι ομοιογενή συνείδηση για το πώς καθορίζουν την ταυτότητά τους. Στη χώρα μας υπάρχουν Έλληνες Βλάχοι με βούληση να κρατήσουν τη γλώσσα τους για την οποία είναι περήφανοι.

 

Οι Βλάχοι ωστόσο παντού στα Βαλκάνια έχουν μια συνείδηση γλωσσικής ετερότητας που συγκροτεί μια ταυτότητα που δεν έχει καμία σχέση με εθνικά ή εθνικιστικά χαρακτηριστικά: οι Βλάχοι δεν διεκδίκησαν έδαφος. Σχεδόν πάντα ενσωματώνονταν στις εθνικές κοινότητες του κράτους που ζούνε και μάλιστα με προνομιακό τρόπο, και η ζωή συνεχίζονταν. Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα με μικρές εξαιρέσεις ως τη δεκαετία του ’40: 80 ολόκληρα χρόνια πίσω. 

 

Ακριβώς λοιπόν επειδή το μόνο που διακρίνει τους Βλάχους από τους υπόλοιπους Έλληνες είναι η γλώσσα, σε ένα σημαντικό τμήμα του 20ού αιώνα, η προπαγάνδα του ρουμανικού κράτους προσπαθούσε να προσεταιριστεί την ταυτότητά τους σβήνοντας ή απωθώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Η Ρουμανία δηλαδή ήθελε να βλέπει τους Βλάχους ως μια ρουμάνικη εθνότητα ενώ η Ελλάδα έβλεπε στους Χριστιανούς Ορθόδοξους Βλάχους των Βαλκανίων πάντα ένα έρεισμα μιας αυτοτελούς ταυτότητας συγγενώς προσκείμενης στην ελληνική (λόγω ορθοδοξίας), πλην όμως ατελώς λόγω της βλάχικης γλώσσας.

 

Στην Ελλάδα όμως σήμερα δεν υπάρχουν «Ρουμανόβλαχοι». Υπάρχουν άνθρωποι με την πεποίθηση ότι αξίζει να διατηρήσουν τη γλώσσα τους και για τους οποίους η Ρουμανία είναι όσο ξένο κράτος είναι και για έναν βέρο Αθηναίο ή η Αλβανία για έναν Αρβανίτη των Μεσογείων.

 

Υπάρχουν, τέλος, και κάποιοι άλλοι που έχουν αυτόκλητα ή με τη συνέργεια κάποιων κρατικών υπηρεσιών χριστεί θεματοφύλακες του ελληνικού πατριωτισμού, όταν θεωρούν πως «ανακινείται» βλάχικο ζήτημα. Έτσι λοιπόν καταφέρνουν οι ίδιοι με τις παραληρηματικές τους αντιδράσεις να το ανακινούν.

 

Πώς να δημιουργείτε «βλαχικό ζήτημα» εκ του μη όντος;
Νέοι Αρμάνοι (Βλάχοι) από τη Βέροια, 1900-1910. Φωτ.: Συλλογή Λαογραφικού Συλλόγου Βλάχων Βέροιας

 

Έτσι ακριβώς, από τη μανία τους να μην υπάρχει τίποτε που να θυμίζει την ύπαρξη μιας γλώσσας (επειδή αυτό θεωρείται ύποπτο και φέρνει μνήμες ενοχής διότι ένα τμήμα της κοινότητας συνεργάστηκε με τον κατακτητή στην κατοχή), φτάνουν στο σημείο να μην ανέχονται να ακούγεται στη δημόσια σφαίρα της χώρας απόψεις που διαφέρουν με τη δική τους. Και κυρίως, να μην ακούγεται ότι υπάρχει βλαχική γλώσσα!

 

Οι φορείς αυτού του παροξυσμού –στους οποίους προστέθηκε και η νυν υπουργός Πολιτισμού– για να λύσουν το πρόβλημά τους μας βεβαιώνουν πως οι Βλάχοι δεν έχουν γλώσσα αλλά ένα «σύνολο προφορικών ιδιωμάτων», επομένως τίποτε άξιο λόγου που να χρήζει προστασίας ή προβολής.

 

Και ξαναρωτάω λοιπόν: τίνος γλώσσας ιδιώματα; Της ελληνικής αποκλείεται, καθώς τα βλάχικα ανήκουν στη νεολατινική οικογένεια γλωσσών της λατινικής. Επομένως, έτοιμο το δωράκι σε όποιους Ρουμάνους εθνικιστές βλέπουν στην Ελλάδα να μιλιούνται ρουμάνικα. Συγχαρητήρια στην κυρία Μενδώνη και τους όποιους υποβολείς της!

 

Σε όλα τα Βαλκάνια οι περισσότεροι Βλάχοι παλεύουν να γράψουν τη γλώσσα τους και να δώσουν το στίγμα που θα την διακρίνει από τις συγγενικές της. Στην Ελλάδα αυτό θεωρείται εθνικώς επικίνδυνο από τους καθ’ έξιν θεματοφύλακες της νέας εθνικοφροσύνης, διότι τάχα δεν μιλάμε για γλώσσα!

 

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η υπουργός τελικά ανακάλεσε την αρχική της απόφαση: διότι της μετεφέρθη «αρμοδίως» –αφού προηγουμένως είχε εκτεθεί εγκρίνοντας την πρόταση– ότι ο εγγραμματισμός της γλώσσας είναι «αντεθνική δουλειά» υπόπτων επιστημόνων που είτε αφελώς ανακατεύονται στα νερά των βαλκανικών αλυτρωτισμών είτε συνειδητά δουλεύουν για κείνους. 

 

Τι είναι όμως που κάνει τη φοβική αντίδραση της υπουργού να διαφέρει από μια ανώδυνη μανία καταδίωξης που παντού βλέπει εχθρούς; Το πρώτο είναι ότι έτσι δίνει όντως πάτημα για αναβίωση ενός ζητήματος που ουσιαστικά εδώ και χρόνια δεν τίθεται σοβαρά από κανέναν. Το δεύτερο κρίσιμο είναι ότι με τον τρόπο αυτό φαλκιδεύεται το συστατικό της δημοκρατίας δικαίωμα η επιστημονική έρευνα να είναι ελεύθερη, με την ανάπτυξη και την προαγωγή της να αποτελεί υποχρέωση του κράτους (Άρθρο 16 Συντάγματος). Το θλιβερό είναι ότι το 2021, ανοίγει πάλι μια πόρτα στιγματισμού «αντεθνικώς δρώντων» Ελλήνων. 

 

Η Εταιρία Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων παλεύει να γράψει τη γλώσσα αυτή αλλά οι ύστεροι χωροφύλακες της εθνικοφροσύνης επειδή, ανάμεσα σε άλλα, φοβούνται ότι θα βγούνε στη φόρα τα άπλυτα των πολιτικών και βιολογικών τους προγόνων, προσπαθούν να λογοκρίνουν κάθε αναφορά στη γλώσσα.  

 

Δεν τους το κάνουμε το χατίρι. Θα μιλάμε για όποια γλώσσα θέλουμε και σε όποια γλώσσα θέλουμε. Δεν θα χαριστούμε στους όψιμους εμπόρους της εθνικοφροσύνης, τους ταγούς της λογοκρισίας και του εμπορίου του εθνικού παροξυσμού. Αν μπορεί κάποιος να μιλήσει στα βλάχικα, με γεια του, με χαρά του. Αν θέλει να γράψει τα βλάχικα στα λατινικά, επίσης. Αν θέλει να τα γράψει ελληνικά, το ίδιο. Αν ο άλλος θέλει να μιλάει τη γλώσσα του και να ασχολείται με το να τη διασώσει, δεν θα ακούσει εκείνους που του λένε ότι «κάνεις λάθος, δεν μιλάς γλώσσα αλλά σύνολο προφορικών διαλέκτων». Αυτά είναι ανοησίες.

 

Αν κάποιοι πάλι θέλουν να ξεχάσουν τη γλώσσα τους, διότι θέλουν να μιλάνε ελληνικά και αγγλικά πιθανώς, κανένα πρόβλημα. Αν κάποιοι επιστήμονες θέλουν να γράψουν τη γλώσσα και να την κωδικοποιήσουν, θα το κάνουν και δεν θα πάρουν την άδεια των τροχονόμων της εθνικοφροσύνης στην Ελλάδα του 2021.

 

Στις δημοκρατίες οι άνθρωποι είθισται να διαφωνούν, οι απόψεις να διασταυρώνονται στη δημόσια σφαίρα και, κάπως έτσι, η δημόσια σφαίρα να συγκροτείται. Η δημοκρατία με τη σιωπή δεν συμβαδίζει. Η λογοκρισία βλάπτει σοβαρά την υγεία του πολιτεύματός μας.

 

Βλέπουμε λοιπόν πόσο εύκολα ολισθαίνουμε σε πρακτικές ενός ακροδεξιού λόγου που παντού ψάχνει εχθρούς μέσα στην ίδια την επιστημονική έρευνα. Ενός λόγου που έχει μάθει να αναπνέει στις υπόγειες διαδρομές των μανδαρίνων του κράτους και του βαθέος κράτους που φυσικά δεν έχει το σθένος να διαλεχτεί, διότι ξέρει ότι η δύναμή του είναι η σιωπή μας. Δεν θα τους τη χαρίσουμε.