ΘΥΜΑΣΑΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ κόλπο που ζωγραφίζεις στην άκρη των σελίδων ενός βιβλίου ή ενός τετραδίου ένα ανθρωπάκι, με ελαφρώς διαφορετική στάση κάθε φορά, κι όταν το ξεφυλλίζεις γρήγορα είναι σαν να βλέπεις ένα αυτοσχέδιο καρτούν, μια μικρή ιστορία; Το ίδιο συμβαίνει αν αρχίσεις να κοιτάς φωτογραφίες από τα γιορτινά τραπέζια. Κλασική περίπτωση οικογενειακών συγκεντρώσεων όπου όλοι κάθονται στην ίδια θέση, τρώνε το ίδιο μενού και το μόνο που αλλάζει είναι μικρές λεπτομέρειες από χρόνο σε χρόνο.
Σε αυτές τις φωτογραφίες τα μωρά μεγαλώνουν, τα παιδικά χαμόγελα γίνονται εφηβική βαρεμάρα, τα μαλλιά κονταίνουν, μακραίνουν, ξανακονταίνουν, τα μάτια γίνονται λίγο πιο βαριά, πιο κουρασμένα, εμφανίζονται τα επόμενα μωρά, τα πρώτα άσπρα μαλλιά των παππούδων, ίσως και κανένα μπαστούνι, αλλά και πάλι είναι όλοι εκεί, στις ίδιες θέσεις, να κοιτούν την κάμερα για άλλη μια φορά, ώστε να αποτυπωθεί η στιγμή, να απαθανατιστεί το «είμαστε εδώ, μαζί, για άλλη μια χρονιά». Κι έπειτα εμφανίζονται οι πρώτες άδειες καρέκλες.
Πάντα έκλαιγα όταν άκουγα το «Πάει ο παλιός ο χρόνος». Χωρίς να το θέλω, μού έρχονταν δάκρυα στα μάτια. Τώρα καταλαβαίνω ότι ο παλιός χρόνος παίρνει μαζί του ένα κομμάτι της ζωής σου που δεν θα ξαναζήσεις κι αυτό αξίζει τουλάχιστον ένα υποτυπώδες βούρκωμα.
Οι άδειες καρέκλες όχι από εκείνους που έλειψαν για μια χρονιά επειδή γιορτάζουν με άλλους ή επειδή ταξιδεύουν ή έτυχε να μην είναι παρόντες στο συγκεκριμένο τραπέζι· είναι οι θέσεις εκείνων που δεν θα είναι ποτέ ξανά μαζί μας. Που δεν θα φάνε εκείνο το γιορτινό χοιρινό με δαμάσκηνα ή τη ζεστή κολοκυθόσουπα με τζίντζερ, δεν θα τσουγκρίσουν το ποτήρι τους, δεν θα έχουν το δικό τους κομμάτι στη βασιλόπιτα. Ένα κομμάτι λιγότερο, όπως κι ένα ποτήρι σαμπάνια λιγότερο.
Δεν το λέω με καμία δραματική διάθεση. Έτσι είναι τα πράγματα, αυτή είναι η ζωή και τυχεροί όσοι βλέπουμε τις άδειες καρέκλες εκείνων που έφυγαν όπως έπρεπε. Σκληρό, αλλά αναπόφευκτο. Δύσκολο, αλλά φυσιολογικό. Στενάχωρο, αλλά αναμενόμενο. Όταν νιώσεις αυτήν την απουσία, βλέπεις με διαφορετικό μάτι αυτές τις μέρες. Νιώθεις μια πρωτόγνωρη ευγνωμοσύνη, γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι το τραπέζι που από μικρός βαριόσουν, οι συγγενείς που με το ζόρι πρέπει να τους χαιρετήσεις έναν έναν, το ίδιο απαράλλαχτο μενού που δεν σου προκαλεί καμιά γευστική έκπληξη, όλα όσα ήταν πάντα κομμάτι των οικογενειακών γιορτών δεν είναι πια δεδομένα. Είναι στιγμές που εκτιμάς αλλιώς, με μια σοφία που δεν θέλησες να αποκτήσεις, αλλά ήρθε μόνη της ξαφνικά, για να σε παρηγορήσει με τον δικό της τρόπο.
Πάντα έκλαιγα όταν άκουγα το «Πάει ο παλιός ο χρόνος». Χωρίς να το θέλω, μού έρχονταν δάκρυα στα μάτια. Τώρα καταλαβαίνω ότι ο παλιός χρόνος παίρνει μαζί του ένα κομμάτι της ζωής σου που δεν θα ξαναζήσεις κι αυτό αξίζει τουλάχιστον ένα υποτυπώδες βούρκωμα. Τα φιλιά, τα «καλή χρονιά», τα «χρόνια πολλά» είναι ένα χαρμόσυνο καλωσόρισμα, αλλά τι γίνεται με όλα εκείνα που πέρασαν και πάνε; Τι κάνεις τώρα με την άδεια καρέκλα;
Είμαι σίγουρη ότι καθένας έχει να παλέψει με τη δική του κενή θέση, τα δικά του φαντάσματα που έρχονται τις γιορτές όπως ακριβώς στην ιστορία του Εμπενίζερ Σκρουτζ. Σε ταξιδεύουν στο παρελθόν, στο μέλλον και στο παρόν κι εσύ διαλέγεις τι θα κρατήσεις απ’ όλα όσα σου έδειξαν. Κι όπως στη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», εκείνο που τελικά μπορείς να κάνεις είναι να μείνεις στο παρόν, να απολαύσεις κάθε στιγμή, να κρατήσεις τις άδειες καρέκλες στο τραπέζι, στην ίδια ακριβώς θέση, και να ποζάρεις για εκείνη τη γιορτινή φωτογραφία που θα μπει στη σειρά, ώστε να θυμάσαι τους ανθρώπους με τους οποίους πέρασες αυτές τις μέρες, αλλά κι εκείνους που έλειπαν, που θα λείπουν από δω και πέρα, αφήνοντας πίσω μια άδεια καρέκλα κι ένα κομμάτι βασιλόπιτα για να το μοιραστούμε όσοι ήμασταν εδώ, ξανά, μαζί.