ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ο Οδυσσέας Βλαχονικολός, φοιτητής και μέλος της Πανελλήνιας Ανεξάρτητης Κίνησης Σπουδαστών, ξυλοκοπήθηκε από αγνώστους στην ΑΣΟΕΕ. Ο Βλαχονικολός φώναξε την αστυνομία, αλλά του είπαν ότι «δεν μπορούν να κάνουν κάτι γιατί είναι μέσα φοιτητές». Δηλαδή οι αστυνομικοί φοβήθηκαν μην τους πάρει κανένα μάτι, ενώ προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους.

 

Είναι το κλασικό επιχείρημα για το πανεπιστημιακό άσυλο. Υποτίθεται ότι αν η αστυνομία αρχίσει να μπαινοβγαίνει στα πανεπιστήμια, θα απειληθεί η ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Δηλαδή: σήμερα οι αστυνομικοί θα μπουν για να προστατέψουν έναν άνθρωπο από το ξύλο, αύριο για να καταστείλουν μια κίνηση διαμαρτυρίας, μεθαύριο για να διακόψουν μια ομιλία που δεν θα αρέσει στον πολιτικό τους προϊστάμενο.

 

Αυτή η κλιμάκωση του επιχειρήματος είναι αστήρικτη. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι αν το κράτος προστατέψει σήμερα τη φυσική ακεραιότητα ενός φοιτητή, αύριο θα αρχίσει να διώκει τους «αντιφρονούντες» συναδέλφους του. Είναι ένα φοβικό πολιτικό επιχείρημα πίσω από το οποίο κρύβονται με κεκτημένη ταχύτητα οι πανεπιστημιακές αρχές και κατά συνέπεια η αστυνομία, ώστε να μην μπλέξουν «αχρείαστα». 

 

Όχι ότι είναι δύσκολο να μπλέξεις στον παραλογισμό των ελληνικών πανεπιστημίων, ακόμη και αν είσαι αστυνομικός.

 

 

Στην πραγματικότητα, ο ξυλοδαρμός στα ελληνικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζεται από την πανεπιστημιακή κοινότητα, κατά συνέπεια και από την αστυνομία, ως δήθεν ιδεολογική διαφορά, ένα «δεν μπορεί, κι εσύ κάτι θα τους είπες», το οποίο είναι χειρότερο από τον ξυλοδαρμό. Γιατί με το ευκολάκι του «άσε, πού να μπλέξω», φυτεύουν σε έναν συμπολίτη την αμφιβολία ότι ίσως και να το άξιζε το ξύλο.

 

Ένα χαρακτηριστικό, χαμηλής κλίμακας, αλλά εξωφρενικό παράδειγμα από το 2010 στο πανεπιστήμιο στα Γιάννενα είναι το εξής: Ένας αστυνομικός της ομάδας ΔΙΑΣ πήγε στην πανεπιστημιούπολη για να δανειστεί ένα βιβλίο για λογαριασμό της συζύγου του, η οποία έκανε μεταπτυχιακό. Ήταν μεσημέρι και ο αστυνομικός τελείωνε τη βάρδια του μαζί με τους συναδέλφους του. Πήγε, λοιπόν, με το υπηρεσιακό μηχανάκι στη βιβλιοθήκη και τον ακολούθησαν δύο συνάδελφοί του με το δικό τους. Δανείστηκαν το βιβλίο, έφυγαν.

 

Κάποιοι φοιτητές είδαν τους αστυνομικούς και θεώρησαν ότι παραβίασαν το άσυλο. Και ξεκίνησε αμέσως, από το 0 έως το 100, η κλασική διαδρομή του επιχειρήματος: σήμερα οι ΔΙΑΣ για το βιβλίο, αύριο τα ΜΑΤ γι’ αυτά που γράφουν τα βιβλία.

 

Οι φοιτητές το ίδιο βράδυ έκαναν πορεία στο κέντρο των Ιωαννίνων. Ο εκπρόσωπος του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού δήλωσε πως «το πανεπιστήμιο δεν διδάσκει γρονθοκοπήματα και χρήση δακρυγόνων». Μετά ανέλαβε η σύγκλητος του πανεπιστημίου και το τερμάτισε. Απηύθυνε ψήφισμα στην τότε υπουργό Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου, με το οποίο την κατηγορούσε ότι έστειλε η ίδια τον αστυνομικό στη βιβλιοθήκη ως προβοκάτσια, ώστε να προετοιμάσει το έδαφος για το επικείμενο νομοσχέδιό της: «Θέλουμε να πιστεύουμε ότι μια τέτοια ενέργεια δεν εντάσσεται σε ένα μεθοδευμένο πλαίσιο καταστρατήγησης του ασύλου εν όψει και του ακαδημαϊκού διαλόγου στα πανεπιστήμια» έγραψε η σύγκλητος στη Διαμαντοπούλου. 

 

Αν αυτά τα απίθανα συμβαίνουν σε ένα ήσυχο πανεπιστήμιο στα Γιάννενα επειδή ένας αστυνομικός δανείστηκε ένα βιβλίο, τι ακριβώς περιμένουμε να σκεφτούν ο πρύτανης ή η αστυνομία σε θερμά μέτωπα, όπως αυτό της ΑΣΟΕΕ; Κανείς δεν θέλει να μπλέξει. Οπότε, ας την πληρώνει κάθε φορά ο Βλαχονικολός.

 

Παραδόξως, τρεις μέρες μετά τον ξυλοδαρμό στην ΑΣΟΕΕ, η αστυνομία μπήκε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, χωρίς να σκεφτεί κανένα άσυλο. Εκεί φοιτητές προσπάθησαν να χτίσουν ένα αυθαίρετο κυλικείο και οι αστυνομικοί, μετά από έκκληση του κοσμήτορα, βοήθησαν υπαλλήλους της πολεοδομίας να κατεδαφίσουν έναν τοίχο.

 

Δηλαδή είμαστε στο σημείο όπου η αστυνομία κάνει μια χαρά τη δουλειά της με τα τούβλα στα πανεπιστήμια, αλλά αδυνατεί να βοηθήσει τους ανθρώπους που βρίσκονται ανάμεσά τους.

 

Στην πραγματικότητα, ο ξυλοδαρμός στα ελληνικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζεται από την πανεπιστημιακή κοινότητα, κατά συνέπεια και από την αστυνομία, ως δήθεν ιδεολογική διαφορά, ένα «δεν μπορεί, κι εσύ κάτι θα τους είπες», το οποίο είναι χειρότερο από τον ξυλοδαρμό. Γιατί με το ευκολάκι του «άσε, πού να μπλέξω», φυτεύουν σε έναν συμπολίτη την αμφιβολία ότι ίσως και να το άξιζε το ξύλο.

 

Την περασμένη εβδομάδα κάναμε ένα βήμα, ξεκινήσαμε από τα τούβλα ‒ δεν είναι και μικρό, δεδομένου ότι το χτίσιμο καθηγητών στα γραφεία τους είναι συχνό φαινόμενο στα ελληνικά πανεπιστήμια. Αργά ή γρήγορα θα αρχίσουμε να βοηθάμε και τους ανθρώπους, γιατί κανένα αστήρικτο επιχείρημα, όπως αυτό της δήθεν απειλής του ασύλου, δεν αντέχει στον χρόνο. Είναι κι αυτός ένας τοίχος που πρέπει να ρίξουμε ως κοινωνία, πριν ζητήσουμε τη συνδρομή των αστυνομικών και πολεοδομικών αρχών.