ΚAΘΗΜΕΡΙΝΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ μιας ποικιλίας στάσεων που προκαλούν θυμό, έκπληξη, αγανάκτηση ή θαυμασμό. Ένα μέρος του πληθυσμού έχει πάψει να παίρνει στα σοβαρά τον ιό, ένα άλλο, μεγάλο, κομμάτι στέκεται αμφίθυμα και ένα τρίτο συνεχίζει σχεδόν στα ίδια μοντέλα αυτοπεριορισμού, περιμένοντας την έξοδο. Στο μεταξύ η ιδέα της Άνοιξης και του επικείμενου Πάσχα κάνουν κάθε περιορισμό να φαίνεται σαν παράταση μιας ποινής, ενισχύοντας τις αποσκιρτήσεις και τις επιλογές αγνόησης και εθελοτυφλίας. Σε ένα πιο γενικό πλάνο έχουμε δει πως οι συμπεριφορές δεν μπορεί να ρυθμιστούν ούτε από την αστυνομία, ούτε από τις συνειδήσεις των μεμονωμένων ατόμων. Βαδίζουμε λοιπόν μέσα σε συνεχή παράδοξα, σε αντιφατικές εκδοχές που συχνά η μια διαψεύδει την άλλη.  

 

Είναι αυτή την κατάσταση που κάποιοι την βλέπουν σαν απόδειξη της αποτυχίας μας να αυτοπειθαρχηθούμε και άλλοι σαν απόδειξη ότι μας «έκαναν τελικά» τα υπάκουα προβατάκια που ακολούθησαν τον βοσκό τους. Τα ίδια σημάδια της καθημερινότητας, οι ίδιες συμπεριφορές και στάσεις διαβάζονται με πάρα πολύ διαφορετικό τρόπο. Ένα βλέμμα πέφτει οργισμένο στα σκουπίδια και στο χάος της Πλατείας Βαρνάβα μετά από μια «άλλη μια νύχτα κορωνοπάρτι»- μια στις πολλές  των τελευταίων εβδομάδων. Ένα άλλο βλέμμα στέκεται αντιθέτως στους εκατοντάδες χιλιάδες που έσπευσαν και χρησιμοποίησαν τα self test για τα σχολεία και στους πολύ περισσότερους που θα ανατρέξουν στα self test ως εργαζόμενοι. Τι συμβαίνει; Οι εκτροπές της καθημερινότητας με την άρνηση των κανόνων συνυπάρχουν με νέους κανόνες που περνούν και τελικά εφαρμόζονται. Μήπως όμως ό,τι εφαρμόζεται είναι μόνο αυτό που δεν μπορεί να το αποφύγει κανείς γιατί έχει πραγματικό κόστος; Ο καχύποπτος θα μπορούσε να υποθέσει ότι όπου δεν υπήρχε αληθινό κόστος και καταναγκασμός για το άτομο, το "συλλογικό ήθος" δεν λειτούργησε.

 

Η ίδια η Δύση και όχι μόνο η ελληνική κοινωνία, επαναπαύεται στην καθησυχαστική ιδέα μιας ελευθερίας όπου βρίσκουν στέγη πλέον και οι ακροδεξιοί, οι αρνητές και οι διάφοροι αυτονομημένοι που λειτουργούν σαν φυλές μέσα στην επικράτεια. Οι κοινωνίες μας στηρίζονται στην ιδέα της ελευθερίας και αυτό είναι αναντικατάστατο δώρο. Ο τρόπος όμως που συχνά υπερασπιζόμαστε την ελευθερία την έχει φθείρει και κυρίως της ακυρώνει το κοινωνικό της νόημα.

 

Οι διπλές όψεις φέρνουν φυσικά στο νου την αιώνια συζήτηση για την ατροφική υστέρηση ή τις επιτεύξεις της ελληνικής κοινωνίας ως μοντέρνου κοινωνικού σχηματισμού. Αν υπερισχύουν οι αποτυχίες και οι ματαιώσεις ή αν πρέπει να σταθούμε στο θετικό αποτύπωμα παρά τα χάσματα και τις αρνητικές εξαιρέσεις. Οι διπλές όψεις μέσα στην πανδημία δείχνουν όμως πως το παράδοξο δεν είναι μόνο ελληνικό. Από την άποψη των φαινομένων αρνητικού ανορθολογισμού, η ελληνική κοινωνία δεν παρουσίασε κάτι ιδιαίτερο. Πρέπει να παραδεχτούμε  πως οι περισσότερες κοινωνίες που συνηθίζουμε να αποκαλούμε δυτικές, ανεξάρτητα από την παραγωγική τους δομή, τους θεσμούς ή το επίπεδο της υλικής τους ευημερίας, προσφέρουν πολλές και σκληρές εικόνες παραδόξων. Παντού οι αστυνομίες δεν μπορούν να εγγυηθούν την τάξη και οι ατομικές συνειδήσεις δυσκολεύονται να συντονιστούν σε κάποιον δημόσια αναγνωρισμένο στόχο. Προκύπτουν συνεχώς αντίρροπες δυνάμεις που δεν αποδέχονται ούτε καν την περιγραφή της κατάστασης και φυσικά ούτε τη μέθοδο χειρισμού αυτής της κρίσης.

 

Δεν ξέρω όμως αν αυτό μπορεί να το προσεγγίσει κανείς μιλώντας όπως κάνουμε συχνά για το "δυτικό μοντέλο" δημοκρατίας και αντιδιαστέλλοντάς το με εμπειρίες άλλων συστημάτων, πιο αυταρχικών και συλλογικών. Εδώ και ένα χρόνο έχει εκτυλιχτεί μια μεγάλη διεθνής συζήτηση για το ποιος τα πήγε καλύτερα σε αυτή την κρίση, οι κοινωνίες της συλλογικής κινητοποίησης και της κρατικής επιβολής ή αυτές που είναι πιο ατομικιστικές, κοινωνικά πλουραλιστικές και χαλαρές. Η απάντηση είναι συνήθως πως οι αυταρχικοί «κολεκτιβιστές» τα πηγαίνουν καλύτερα. Ο τρόπος όμως που χρησιμοποιούμε εμείς τέτοιες συζητήσεις και κυρίως τα όποια συμπεράσματά τους έχει αρχίσει να αναδίδει έναν τεμπέλικο κομφορμισμό. Νιώθει κανείς πως βολευόμαστε στην αυτοεικόνα του "ατομικιστικού μπάχαλου" είτε για να το κατακεραυνώσουμε, είτε για να το βαφτίσουμε πολύχρωμη δημοκρατική ζωή που δεν σηκώνει "ασιατικούς" δεσποτισμούς. Η ίδια η Δύση και όχι μόνο η ελληνική κοινωνία, επαναπαύεται στην καθησυχαστική ιδέα μιας ελευθερίας όπου βρίσκουν στέγη πλέον και οι ακροδεξιοί, οι αρνητές και οι διάφοροι αυτονομημένοι που λειτουργούν σαν φυλές μέσα στην επικράτεια. Οι κοινωνίες μας στηρίζονται στην ιδέα της ελευθερίας και αυτό είναι αναντικατάστατο δώρο. Ο τρόπος όμως που συχνά υπερασπιζόμαστε την ελευθερία την έχει φθείρει και κυρίως της ακυρώνει το κοινωνικό της νόημα.

 

Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν παράδοξα και διπλές όψεις που οδηγούν και στις πιο αντιφατικές κρίσεις. Το θέμα είναι ότι συχνά η αντικατάσταση της παλιότερης αντίληψης για τις αποτυχίες μας με μια καινούρια αυτοπεποίθηση οδηγεί στη βεβαιότητα πως στο «τέλος (πάντα) θα τα καταφέρνουμε». Και αυτή η ιδέα, όπως η άλλη που βλέπει πως η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα, μπορεί  να μας αποκοιμίζει αντί να μας δίνει έναν νέο τόπο να σκεφτούμε αναθεωρώντας. Η αντίληψη πως ακόμα και με τόσα παράδοξα, ακολουθούμε τελικά τον ίσιο δρόμο και δεν έχουμε να διορθώσουμε και πολλά, αυτή η αντίληψη μου φαίνεται αδύναμη και ένα καινούριο λάθος.  Λέγεται συχνά πως ο συμβιβασμός με την ατέλεια χαρακτηρίζει τις φιλελεύθερες κοινωνίες και αυτό τις διαχωρίζει από όλα τα συστήματα που επιδίωκαν κάποιας μορφής ηθική και πολιτική τελειότητα. Πραγματικά, η συμφιλίωση με την έλλειψη είναι μια σοβαρή παράμετρος ωριμότητας, όχι μόνο για τα δημόσια πράγματα αλλά και για τη ψυχική ζωή και την εξόφληση των προσωπικών μας λογαριασμών. Η συμφιλίωση με το ατελές και το παράδοξο δεν μπορεί όμως να ξεπλένει διάφορα φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης και αντικοινωνικού εγωισμού. Από ένα σημείο και μετά, μια ικανοποιημένη από τον εαυτό της δημοκρατία μπορεί  να είναι δείγμα κυνισμού παρά σημάδι ωριμότητας. Όταν παραιτείται από τις συγκρούσεις που πρέπει να δώσει με τους παλιούς και νέους εχθρούς της δεν είναι ώριμη αλλά δειλή και απλώς αυτοσυντηρητική. Αν και η αντικατάσταση του στερεότυπου της αποτυχημένης χώρας με μια θετικότερη εικόνα για τα συλλογικά μας επιτεύγματα ήταν απαραίτητη, πολλά από τα παράδοξα της Ελλάδας που είναι και ευρωπαϊκά, δείχνουν εδώ και καιρό και μιαν άλλη ανάγκη: την ανάγκη να δώσουμε ένα νέο και πιο πλούσιο νόημα στην εμπειρία της ελευθερίας, ενισχύοντας εκείνα τα συλλογικά ήθη που αντιστέκονται στους αρχαϊκούς αυταρχικούς τρόπους αλλά και στους διαλυτικούς ατομικισμούς.