Υπάρχουν μερικά ζητήματα που αν τεθούν ανοιχτά, με ειλικρίνεια και χωρίς απολογητικό ύφος από μία γυναίκα, μπορούν να προκαλέσουν βραχυκύκλωμα στους συνομιλητές της, ακόμη και τους πιο καλοπροαίρετους. Ένα από αυτά είναι η απόφαση να μην αποκτήσει παιδιά. Οχι επειδή μπορεί να υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας που εμποδίζει την τεκνοποίηση, αλλά επειδή απλώς δεν επιθυμεί να γίνει μητέρα.

 

Η κοινωνία εξακολουθεί να μπλοκάρει στο άκουσμα κάποιας περίπτωσης υπογονιμότητας, ωστόσο συμπάσχει και κατανοεί τις αλλεπάλληλες προσπάθειες για την απόκτηση ενός παιδιού. Τις ενθαρρύνει, τις στηρίζει, τις επιλέγει. Αν καμία εξωσωματική δεν φέρει ένα μωρό στα χέρια αυτής που το επιθυμεί τόσο πολύ, ο περίγυρος συμπονεί και ξεμπερδεύει με ένα «τι κρίμα». Στις σχετικές κουβέντες θυμάται την «καημένη Τάδε» που ήθελε, αλλά δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδιά. Η «καημένη Τάδε» μαζί με τη θλίψη της έχει να διαχειριστεί και ένα συγχωροχάρτι από την κοινωνία –λες και το χρειαζόταν- που δεν μπορεί να τής προσφέρει ακόμη ένα μέλος.

 

Κι αν η υπογονιμότητα αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση, συμπόνοια και ψιθύρους, η συνειδητή απόφαση μίας γυναίκας να μην αποκτήσει παιδιά –επειδή δεν θέλει, όχι επειδή δεν μπορεί- αντιμετωπίζεται με γνήσια απορία, με βροχή ερωτημάτων, πολύ συχνά με αποτροπιασμό.

 

Αν οι γυναίκες που θέλουν να αποκτήσουν παιδιά είναι η χαρά και η ανατολή της ζωής, οι γυναίκες που κατηγορηματικά δεν επιθυμούν να γίνουν μητέρες, αντιμετωπίζονται ως ο χειρότερος μορφασμός προς τη ζωή, ως μία ανωμαλία του συστήματος, ως ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί. Ή ως καμμένο χαρτί.

 

Αν οι γυναίκες που θέλουν να αποκτήσουν παιδιά είναι η χαρά και η ανατολή της ζωής, οι γυναίκες που κατηγορηματικά δεν επιθυμούν να γίνουν μητέρες, αντιμετωπίζονται ως ο χειρότερος μορφασμός προς τη ζωή, ως μία ανωμαλία του συστήματος, ως ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί. Ή ως καμμένο χαρτί.

 

Κατά καιρούς, διάφοροι ακτιβιστικοί σχηματισμοί έχουν ρίξει νερό στον μύλο αυτής της κουβέντας. Όπως οι γυναίκες της BithStrike, που υποστηρίζουν ότι δεν επιθυμούν να γίνουν μητέρες λόγω της κλιματικής αλλαγής. Αρνούνται –λένε- να γεννήσουν παιδιά σ’ έναν κόσμο που καταρρέει και δεν θα τους επιτρέψει να απολαύσουν τη ζωή που τούς αξίζει.

 

Οι γυναίκες του κινήματος FridaysForFuture, που ιδρύθηκε από τη μουσικό Blythe Pepino, αντιμετωπίστηκαν με χλεύη, όταν παρουσίασαν την ευρύτερη ατζέντα τους, βάσει της οποίας η τεκνοποιία στις μέρες μας είναι ένα ρίσκο, λόγω της κλιματικής κατάρρευσης του πλανήτη.

 

«Τεμπέλες», «λάθη της φύσης», «ανεύθυνες» ήταν οι αντιδράσεις του κοινού στο εξωτερικό, όταν είχε βγει στον «αέρα» η καμπάνια του κινήματός τους. Προσχηματική ή όχι η άρνησή τους στο να γίνουν μητέρες, είναι, ωστόσο, ένα γεγονός.

 

Σε κάθε περίπτωση, στο εξωτερικό η συζήτηση ταμπού «σπάει» σιγά – σιγά και πολλές γυναίκες, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, εισοδήματος ή επαγγέλματος ομολογούν απερίφραστα την επιθυμία τους να μη γίνουν μητέρες, χωρίς να επικαλούνται κάποιο ιερό σκοπό ή κάποιο πρόβλημα υπογονιμότητας.

 

«Δεν μου αρέσουν τα παιδιά», «δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου με παιδί», «είμαι σε μια πολύ καλή κατάσταση και δεν θυσιάζω την ανεξαρτησία μου», «δεν θεωρώ ότι το ιστορικό ασθενειών και κληρονομικότητας της οικογένειάς μου θα αποτελέσουν ακριβώς σπουδαίο εφόδιο σε ένα πιθανό παιδί μου» είναι κάποιες από τις κουβέντες που αρθρώνονται χωρίς φόβο και ντροπή.

 

Στην Ελλάδα πάλι, μόλις τα τελευταία χρόνια ξεκινήσαμε να συζητάμε για τις σκοτεινές πτυχές της μητρότητας. Για το ότι δεν υπάρχουν γαλάζια και ροζ λιβάδια με βρεφικά ταλκ και μωρομάντηλα μέσα στα οποία περπατά χαρωπή μία καινούρια μητέρα με το μωρό της.

 

Κυριολεκτικά, τώρα τελευταία, νέες μητέρες, ανεξάρτητες και δυναμικές, τολμούν να μιλήσουν για όλα εκείνα που δεν γράφουν τα εγχειρίδια της καλής μαμάς που δεν είναι πάντα υπομονετική, που δεν ξεχειλίζει πάντα από ψυχραιμία και που –ναι- τις ώρες της μεγάλης απελπισίας μπορεί και να μετανιώνει για την απόφασή της να αποκτήσει παιδί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν το αγαπά απεριόριστα.

 

Δυστυχώς, όσο το ρίσκο του να αποκτήσεις παιδί, τόσο του να ομολογήσεις ότι δεν θες παιδιά στη ζωή σου. Όσες το ξεστομίζουν, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό βιώνουν ένα είδος κοινωνικού αποκλεισμού και μία μορφή κριτικής που δύσκολα υποφέρεται.

 

«Τόσο η δική μου οικογένεια, όσο και η οικογένεια του συζύγου μου με αντιμετωπίζουν ως αιώνια έφηβη. Ως κάποια που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, Στα 47 μου εγώ –και στα 52 του ο σύζυγος- στις κοινές παρέες αντιμετωπιζόμαστε ως χίπις στην καλύτερη περίπτωση, ως αμετανόητα κοπρόσκυλα στη χειρότερη. Ακόμη και τα κομπλιμέντα τους είναι οδυνηρά. Δεν έχουμε ρυτίδες και περιττά κιλά, “γράφουμε”καλύτερα στις φωτογραφίες, επειδή δεν αποκτήσαμε έγνοιες, ακριβώς επειδή δεν κάναμε παιδιά. Τα κολακευτικά σχόλια για το σώμα και την εμφάνισή μου, συνοδεύονται πάντα από την ατάκα – κεντρί “ναι, αλλά εσύ δεν γέννησες”. Κάθε φορά που πηγαίνουμε κάποιο ταξίδι, τα σχόλια στα προφίλ μας στο Instagram πάνε κάπως έτσι: “ε, μα, για σας είναι η ζωή, guys! Παιδιά, σκυλιά δεν έχετε, δεν έχετε σκοτούρες!”. Και πάλι ως επί το πλείστον τα σχόλια αφορούν εμένα, όχι τον άντρα μου, που επίσης δεν ήθελε παιδιά. Ακόμη και γι’ αυτό, ευθύνομαι εγώ που δεν τον έπεισα, που δεν ήμουν αρκετά ικανή ώστε να τον οδηγήσω στο... πρέπον μονοπάτι ζωής», μου εξηγεί η Κ., συνάδελφος που πριν από λίγα χρόνια μεταπήδησε με επιτυχία στον τομέα της διαφήμισης.

 

Για τον περίγυρό της, η Κ. είναι κάποια που προτίμησε μια ζωή χωρίς έγνοιες, κάποια που αγνόησε το βιολογικό της ρολόι.

«Δεν νομίζω ότι είχα ποτέ τέτοιο πράγμα, αν με ρωτάς, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν είχα φανταστεί τη ζωή μου με ένα μωρό. Το πιο πληγωτικό είναι ότι πολύς κόσμος σε θεωρεί ακατάλληλο ακόμη και για να κρατήσεις το παιδί του μισή ώρα μέχρι να πεταχτεί σε κάποια δουλειά. Είσαι αυτή που «δεν ξέρει» να ταΐσει ή να κοιμήσει ένα παιδί, κάποια που μπορεί να μην το αγαπάει, επειδή... έτσι, ξέρω ΄γω. Γελάω με την έκπληξη στα πρόσωπά τους, όταν τα παιδιά έρχονται κοντά μου για να μου ζητήσουν κάτι ή για να παίξουμε. Σε λίγη ώρα, η έκπληξη θα έχει γίνει οίκτος. “Κρίμα, μωρέ Κ. που δεν κάνατε ένα παιδάκι. Αφού σού πήγαινε η μητρότητα”. Κάποτε τσακωνόμουν γι’ αυτήν την κουβέντα. Τι είναι το παιδί για να σού πηγαίνει ή όχι; Τσάντα ή παπούτσι; Τώρα πια λίγο με απασχολεί. Απλώς να, είναι απογοητευτικός αυτός ο τρόπος σκέψης, σήμερα».

 

Για την ακρίβεια είναι αδιάκριτος και οριακά μοχθηρός ο τρόπος σκέψης και η επιλογή να αντιμετωπίζεις έναν άνθρωπο ως μηχανή πολλαπλασιασμού, η οποία επιπροσθέτως πρέπει και να απολογείται για τις φορές που επέλεξε να μη «δουλέψει». Να μην πατήσει το κουμπί εκκίνησης μίας διαδικασίας που προϋποθέτει πολλά (χρόνο, χρήμα, αντοχές), κυρίως, όμως, εξαρτάται από την επιθυμία μίας γυναίκας να γίνει μητέρα ή όχι.

 

Για την ώρα οι «όχι μανάδες από επιλογή» -και όχι μόνο στην Ελλάδα- για κάποιους είναι μια ενοχλητική έως επικίνδυνη κατηγορία ανθρώπων που καλό είναι να μην πολυ-φαίνεται και κυρίως να μην πολυ-ακούγεται. Για κάποιους η επιλογή μίας γυναίκας να μην τεκνοποιήσει είναι μία μικρή νάρκη στα θεμέλια ενός συστήματος που τρέφει συνέδρια γονιμότητας, βαφτίσεις και πατρίδες ολόκληρες.

 

Στον αντίποδα, κάποιος βλέπει μια επιλογή, που πρέπει να γίνεται σεβαστή, όπως όλες όσες γίνονται από υπεύθυνους ανθρώπους, που έχουν χαράξει μία πορεία και εννοούν να τη βαδίσουν χωρίς κοινωνικές νουθεσίες και στερεοτυπικά βήματα. Και ναι, δεν είναι μια εύκολη κουβέντα, αλλά ίσως ήρθε η ώρα να ανοίξει, χωρίς απολογητικό πλαίσιο, αποκλεισμούς και κατήχηση.