ΗΤΑΝ ΠΕΡΙΠΟΥ ΒΕΒΑΙΟ από την αρχή, ήταν ίσως το πιο ασφαλές στοίχημα, ότι αργά ή γρήγορα –και παρά τον επείγοντα χαρακτήρα και την τεράστια σημασία και κρισιμότητά του– το ελληνικό #metoo θα κινδύνευε να εκτροχιαστεί και να μαγαριστεί, ως αποτέλεσμα της κακομεταχείρισής του στα πολιτικά γραφεία, στα ενημερωτικά μέσα και στα social media.


Το φριχτό περιεχόμενο και οι πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης Λιγνάδη απλά διασφάλισαν αυτό που όλοι φοβόμασταν. Ότι η πολιτική, η δικαιοσύνη και η δημοσιογραφία θα μπλέξουν (και πάλι) τα μπούτια τους με τον πιο θεαματικό τρόπο, παριστάνοντας η μία την άλλη. Ότι ο ηθικός πανικός θα επισκιάσει τα πάντα σχεδόν. Ότι τα μέσα –έντυπα, ηλεκτρονικά, τηλεοπτικά– θα καταφέρουν να το κάνουν μπουρδέλο το θέμα.


Αυτό που δεν ήταν τόσο προβλέψιμο ίσως ήταν το ότι θα βλέπαμε εκδηλώσεις που θυμίζουν ανατριχιαστικά την αντίληψη του περιβόητου κινήματος QAnon που στήριξε τον Τραμπ, με κεντρική θεωρία συνωμοσίας την ύπαρξη ενός πανίσχυρου δικτύου παιδεραστίας που συνδέεται με το καμπάλ της εξουσίας σ' ένα ανόσιο, επικυρίαρχο σύμπλεγμα.

 

Πάνω απ' όλα, τα θύματα έχουν ανάγκη από συντεταγμένη θεσμική προστασία. Αντ' αυτού, παρακολουθούμε αυτή την ώρα να έχει στηθεί ένα όργιο αμετροέπειας, υστερίας, κουτσομπολιού, καιροσκοπισμού, κομματικών παιχνιδιών, fake news, επικοινωνιακού πάρε-δώσε και πλήρους αποπροσανατολισμού.


Ας μην βαυκαλίζονται όμως κάποιοι πιστεύοντας ότι η ελληνική εκδοχή του φαινομένου έχει «αριστερό πρόσημο», ημιπαράφρονες ψέκες υπάρχουν παντού πια και οι πιο ζόρικοι βρίσκονται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, κι εδώ και παντού, όχι μόνο σ' ένα θερμοκήπιο ακροδεξιάς λόξας σαν το σχήμα του Βελόπουλου, αλλά και ανάμεσα στις μάζες που ψήφισαν το κυβερνών κόμμα και δεν αποτελούνται αποκλειστικά από ευγενείς και ευπατρίδες φιλελεύθερους (ή «κεντροαριστερούς») όπως οι ίδιοι.


Είναι γελοίες οι ψευδαισθήσεις εξουσίας και εκκαθάρισης που δίνουν στους χρήστες οι τερατώδεις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, πρώτη φορά όμως ένιωσα την ανάγκη να μπλοκάρω τόσον κόσμο στα social media για να μην φρικάρω τελείως, όσο το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, με το θρίλερ σε πλήρη εξέλιξη. «Φίλοι» που δεν είχα δει ποτέ να δημοσιεύουν οτιδήποτε πετάχτηκαν ξαφνικά από τις τρύπες τους κραδαίνοντας πυρσούς και τσουγκράνες, αναδημοσιεύοντας ό,τι πιο φρικαλέο μπορεί κανείς να φανταστεί.


Αντί να αρχίσεις όμως τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, με κίνδυνο να μείνεις μόνος σου στο τέλος, σκύβεις το κεφάλι και προσπαθείς να βρεις δικαιολογίες. Τι να κάνει κι ο κόσμος, σκέφτεσαι, έχει χαμηλές αντιστάσεις πια και αναζητά κουτσά-στραβά τη διέγερση, όπου μπορεί να την πετύχει, καθώς μαζεύεται μέσα από τις έξι, στήνεται μπροστά στην οθόνη σαν φυτό εσωτερικού χώρου και πλακώνεται στη «διαδικτύωση».


Και επειδή είναι σα να ζούμε τη «μέρα της μαρμότας» εις το διηνεκές, και κάθε ξημέρωμα μοιάζει το κοντέρ να σβήνει και να ξεκινά από την αρχή, αναγκαζόμαστε να επαναλαμβάνουμε, καθώς μοιάζει να χάνεται το διακύβευμα μέσα στις αναθυμιάσεις της υπόθεσης Λιγνάδη, ότι το ελληνικό #metoo είναι κάτι πολύ σημαντικό που έχει να κάνει κυρίως με τη σεξουαλική βία και την εκμετάλλευση στους χώρους εργασίας αλλά και με τη βαθύτατα προβληματική (σεξιστική, πατριαρχική, ομοφοβική) μας κουλτούρα σε τέτοια ζητήματα.

 

Πάνω απ' όλα, τα θύματα έχουν ανάγκη από συντεταγμένη θεσμική προστασία. Αντ' αυτού, παρακολουθούμε αυτή την ώρα να έχει στηθεί ένα όργιο αμετροέπειας, υστερίας, κουτσομπολιού, καιροσκοπισμού, κομματικών παιχνιδιών, fake news, επικοινωνιακού πάρε-δώσε και πλήρους αποπροσανατολισμού.