ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΟΤΙ θα έγραφα ποτέ για ένα τέτοιο θέμα, επί του οποίου δηλώνω αρχάριος. Όμως η μόνιμη στέρηση του δικαιώματος του απερχόμενου Αμερικανού Προέδρου να κάνει αναρτήσεις στα social media με απόφαση των λεγόμενων «τεχνολογικών γιγάντων» προβληματίζει και τους αρχάριους. Ο προβληματισμός μου δεν αφορά τη συγκεκριμένη απόφαση και τα κίνητρά της, τα οποία συμμερίζομαι. Αφορά το γενικότερο και βαθύτερο ζήτημα του αν δεχόμαστε ως αυτονόητο ότι οι πάροχοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν από μόνοι τους το δικαίωμα να προβαίνουν σε κάτι τέτοιο. 


Ο Τραμπ είναι, φυσικά, ειδική περίπτωση, πλην όμως σε αυτές τις οριακές περιπτώσεις δοκιμαζόμαστε. Έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις όσον αφορά την εξάρτηση της ελευθερίας της έκφρασης από την καλή ή κακή προαίρεση ενός τεχνολογικού γίγαντα. Θα πει κανείς: «Μα οι εταιρείες αυτές ιδιώτες είναι, ό,τι θέλουν ανεβάζουν, ό,τι θέλουν κατεβάζουν». Φαινομενικά βάσιμο, πλην όμως παραπλανητικό.

 

Πρώτον, στις ΗΠΑ οι εταιρείες αυτές έχουν το ακαταδίωκτο. Δηλαδή δεν διώκονται εξαιτίας μιας ποινικά κολάσιμης ανάρτησης ενός χρήστη τους. Αυτό είναι ακριβώς το έννομο αποτύπωμα των περίφημων είκοσι έξι λέξεων που έφτιαξαν το Ίντερνετ και ρυθμίζουν τη διαδικτυακή ελευθερία στις ΗΠΑ από το 1996: «Ο πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν θα αντιμετωπίζεται ως εκδότης ή φορέας οποιασδήποτε πληροφορίας που παρέχεται από άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».


Δεύτερον, και σημαντικότερο, το να δεχτούμε ελαφρά τη καρδία ότι οι Google, Twitter και όποιοι άλλοι είναι απλοί ιδιώτες καπιταλιστές, σαν τον ιδιοκτήτη μιας οποιασδήποτε εφημερίδας, μου φαίνεται αφελές. Οι τεχνολογικοί αυτοί γίγαντες ελέγχουν τη δημόσια σφαίρα με τρόπο ασύλληπτο, πρωτοφανή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Εξάλλου, ενώ μια εφημερίδα μπορεί να αποκλείσει από τις σελίδες της έναν πολιτικό διότι τον μάχεται –δικαίωμά της είναι, παρότι κι αυτό χωράει πολλή συζήτηση–, στη ραδιοτηλεόραση, που λειτουργεί μέσω του κοινού αγαθού της δημόσιας συχνότητας, εισβάλλοντας στα σπίτια των ανθρώπων, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

 

Στη ραδιοτηλεόραση προβλέπονται κανόνες για την «αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων», όπως προβλέπει το άρθρο 15, παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος. Εννοείται ότι στις ΗΠΑ, όπου η ελευθερία του λόγου είναι φετίχ, δεν θα μπορούσε να υπάρχει άρθρο όπως το παραπάνω: κοινώς, και όσο κι αν φαίνεται σαρκαστικό, σύμφωνα με τον νόμο το Fox δεν δεσμεύεται να στηρίζει ή να αντιπολιτεύεται εμφανώς τον Τραμπ, ενώ στην Ελλάδα τα κανάλια υποτίθεται πως πρέπει να σέβονται την πλουραλιστική επιταγή του Συντάγματος...

 

Στη μακρά διάρκεια του εκάστοτε Τραμπ, ή η πολιτεία πρέπει να του κλείνει το στόμα ή κανείς. Βλέπω Google, Amazon, Twitter και όλα αυτά τα «κτήνη» και λέω πως χίλιες φορές προτιμώ το άλλο κτήνος, αυτό που, σε τελευταία ανάλυση, στοιχειωδώς μπορούμε και να τιθασεύουμε καμιά φορά: το κράτος.


Επομένως (και που τα λέμε αυτά), τι μπορεί να γίνει; Το πρώτο είναι να συνεχίσει αυτό που γίνεται και σε οριακές περιπτώσεις ο πάροχος να επεμβαίνει. Φυσικά, η περίπτωση Τραμπ ήταν ακραία, όμως, από την άλλη, τόσες και τόσες αναρτήσεις στο Facebook που αποκαθηλώνονται στο όνομα ασαφών κριτηρίων είναι κι αυτές ακραίες;

 

Μόλις προχθές, η πρωτοβουλία πανεπιστημιακών με τίτλο «Όχι αστυνομία στα πανεπιστήμια» είδε τη συλλογή υπογραφών της να απορρίπτεται από το Facebook στην Ελλάδα, επειδή φαντάζομαι πως θεωρήθηκε, βάσει κάποιων μεθοδευμένων και κατασκευασμένων καταγγελιών ή αλγορίθμων, fake news. Την ίδια στιγμή, η εκστρατεία μίσους σε βάρος τους μια χαρά πήγαινε, ανεμπόδιστη. Επομένως, υπάρχει πρόβλημα.

 

Το πρώτο που συζητιέται ως απάντηση στο πρόβλημα είναι η σύσταση μιας διεθνούς ρυθμιστικής αρχής, στην οποία θα εναποτεθεί αυτή ακριβώς η αρμοδιότητα του ελέγχου του περιεχομένου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μήπως είναι όντως επιθυμητό να συσταθεί μια εξουσία που θα κάνει τον τροχονόμο; Κι αν υποθέσουμε ότι δεν έχουμε επί της αρχής πρόβλημα με αυτό, μπορεί να υπάρξει οικουμενικός τροχονόμος στο Διαδίκτυο ή αυτό είναι απλώς μια υπερφίαλη προσδοκία;

 

Έχω την αίσθηση ότι ακόμη κι αν θέλαμε να φτιάξουμε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, σε πλανητικό επίπεδο κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά αδύνατο. Και λειτουργικά και επιχειρησιακά θα έμοιαζε σαν μια τρύπα στο νερό. Οι αυταρχικές κυβερνήσεις θα το χρησιμοποιούσαν ως άλλοθι νομιμοποίησης της δυσανεξίας τους σε επικίνδυνες απόψεις και οι νεοφιλελεύθεροι εραστές ενός tout laisser faire ως ανδρείκελο της ξεπεσμένης κρατικής ματαιοδοξίας.


Το δεύτερο είναι να σκεφτούμε ότι αυτό το πλανητικό ολιγοπώλιο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνιστά από μόνο του ένα οικουμενικό τραστ, το οποίο ουσιαστικά έχει αναιρέσει οποιαδήποτε έννοια ελεύθερου ανταγωνισμού. Πιο δημόσιο αγαθό από αυτά που διαχειρίζονται οι τεχνολογικοί γίγαντες δεν υπάρχει. Θέλουμε οι Amazon, Gοοgle, Apple και άλλες, που με προφανή τρόπο παραβιάζουν εξόφθαλμα κάθε αντιμονοπωλιακη νομοθεσία, να αποφασίζουν μόνες τους ποιες εφαρμογές θα χρησιμοποιούμε ή όχι; Απαντώ απερίφραστα όχι.

 

Μετά τον γδούπο της διαδικτυακής πτώσης Τραμπ
H περίπτωση Τραμπ ήταν ακραία, όμως, από την άλλη, τόσες και τόσες αναρτήσεις στο Facebook που αποκαθηλώνονται στο όνομα ασαφών κριτηρίων είναι κι αυτές ακραίες;


Κατά την άποψή μου, το ερώτημα είναι αν μπορούμε να συρρικνώσουμε αυτή την αχαλίνωτη εξουσία των Big Tech, χωρίς την ανάγκη σύστασης αρχών άνευ υπηκόων. Μπορεί στοιχειωδώς να αποκεντρωθεί η εξουσία από αυτό το ιδιωτικό τέρας που έχει φτιαχτεί για να κανοναρχεί τη δημόσια σφαίρα; Μπορούν να υπάρξουν αντιτραστ νομοθεσίες που θα επιχειρήσουν να βάλουν μια τάξη στον παγκόσμιο κατασκοπευτικό καπιταλισμό, όπως οι αντίστοιχες αντιτραστ νομοθεσίες επιχείρησαν επί Νιου Ντιλ στις ΗΠΑ, προκειμένου να τονώσουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό;


Η προστασία της ελεύθερης έκφρασης και της δημοκρατίας δεν απαιτεί να δούμε μόνο πώς το Facebook και το Twitter διαχειρίζονται το περιεχόμενό τους. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη κι αν ο πάροχος δεν ευθύνεται ποινικά ή αστικά για το περιεχόμενο μιας ανάρτησης σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, δεν μου είναι αντιληπτό για ποιον λόγο ένας εισαγγελέας δεν μπορεί να επιβάλει τη σίγαση ενός συγκεκριμένου χρήστη. Το πιο σαρκαστικό είναι ότι στις ΗΠΑ ο εισαγγελέας δεν επεμβαίνει, καθώς θεωρείται ότι η ελευθερία του λόγου είναι σχεδόν απόλυτη. Από την άλλη, αν υπάρχουν υπόνοιες ότι ο (κάθε) Τραμπ διαπράττει ένα ποινικό αδίκημα με μια ανάρτησή του, μία εξουσία γνωρίζουν τα κράτη δικαίου στον κόσμο μας που μπορεί να διώξει ποινικά ή να επιβάλει κυρώσεις: την εισαγγελική αρχή, με όση δυσκινησία αυτό συνεπάγεται για έναν εκλεγμένο ηγέτη...

 

Μόνο αυτή μπορεί να ασκήσει νόμιμη λογοκρισία στα σύγχρονα πολιτεύματα. Όσο το σκέφτομαι, κατά τη γνώμη μου, το μόνο εχέγγυο δημοκρατικής νομιμότητας στα περίπλοκα διλήμματα της εποχής μας είναι η παλιά, δοκιμασμένη συνταγή: ο ανώτερος δικαστικός λειτουργός που εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον και φροντίζει για την εφαρμογή των νόμων ή την ποινική αντιμετώπιση όσων τους παραβαίνουν σε ένα καθεστώς λογοδοσίας και ευθύνης. Είναι δουλειά του εισαγγελέα να συλλέγει και αναλύει τα στοιχεία κάθε υπόθεσης και να απαγγέλλει κατηγορία ή να ζητά την απαλλαγή του κατηγορουμένου, τεκμηριώνοντας.


Ο εισαγγελέας είναι το κράτος σε μια υπόθεση ποινικού ενδιαφέροντος. Το μείζον ερώτημα για μένα, λοιπόν, δεν είναι αν καλώς ή κακώς το Τwitter αποκαθήλωσε τον απερχόμενο Πρόεδρο. Το κρίσιμο είναι ότι εφόσον υπάρχουν υπόνοιες πως ο Τραμπ διέπραξε αξιόποινη πράξη ‒διέγερση, έγκλημα κατά του πολιτεύματος κ.λπ.‒, ένας εισαγγελέας έπρεπε να έχει τη δυνατότητα, έστω και εκ των υστέρων, να επιβάλει στα μέσα αυτό που αποφάσισαν να κάνουν μόνα τους κατεπειγόντως. Έστω και προσωρινά.

 

Μόνο αυτή η λογοκρισία είναι συμβατή με κράτος δικαίου. Τα υπόλοιπα έχουν πρόβλημα, ακόμη κι αν πρόσκαιρα μας ανακουφίζουν. Ο Τραμπ-Πρόεδρος παραπέμπεται για δεύτερη φορά για να γλιτώσουν οι ΗΠΑ και ο κόσμος το ενδεχόμενο να είναι εκ νέου υποψήφιος Πρόεδρος, ενώ την ίδια στιγμή δεν ξέρουμε για ποια αδικήματα θα πρέπει να διωχθεί και να αρθεί η ασυλία του.


Ο Τραμπ σε μεγάλο βαθμό φτιάχτηκε από τα social media που τον γκρέμισαν. Το πώς έπεσε διαδικτυακά ο απερχόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είναι άσχετο με το πώς χτίστηκε. Όταν κάποια στιγμή βλέπουμε ότι το τέρας που δημιουργήσαμε πρέπει να τελειώνει, τότε είναι η στιγμή της δικαιοσύνης. Όχι όμως της αυτόκλητης δικαιοσύνης που θα επιβάλουν μόνοι τους οι δημιουργοί του τέρατος, διότι βλέπουν ότι πλέον κινδυνεύουν και οι ίδιοι από την ανεξέλεγκτη ορμή του, αλλά της δικαιοσύνης ως μιας απόφανσης περί δικαίου και αδίκου ενός καθ' ύλην αρμοδίου οργάνου.


Όταν κατακάτσει ο κουρνιαχτός της διαδικτυακής πτώσης είναι ώρα για σοβαρές σκέψεις. Στη μακρά διάρκεια του εκάστοτε Τραμπ, ή η πολιτεία πρέπει να του κλείνει το στόμα ή κανείς. Βλέπω Google, Amazon, Twitter και όλα αυτά τα «κτήνη» και λέω πως χίλιες φορές προτιμώ το άλλο κτήνος, αυτό που, σε τελευταία ανάλυση, στοιχειωδώς μπορούμε και να τιθασεύουμε καμιά φορά: το κράτος. Τουλάχιστον, απέναντι σ' αυτό ξέρουμε τον εχθρό των δικαιωμάτων μας.