ΑYTH H KATAΣΤΑΣΗ που ζήσαμε για μήνες δεν έπληξε όλους το ίδιο. Ο κόσμος της χειρωνακτικής δουλειάς δεν είχε τα περιθώρια μετατροπών όπως ο κόσμος των γραφείων, οι «ιδιωτικοί υπάλληλοι» (κομψός όρος, αλήθεια) δεν είχαν την προσαρμοστική άνεση κάποιων τομέων του Δημοσίου, οι στοιβαγμένοι στα τριάντα και πενήντα τετραγωνικά δεν είχαν τη στωική άνεση των μεγάλων διαμερισμάτων, πόσο μάλλον των σπιτιών με κάποιο κήπο και δυνατότητα απομόνωσης.


Μια άλλη όμως διάκριση μου φαίνεται πως απασχολεί τα ρηχά στο δημόσιο σχόλιο και τις τρέχουσες πολιτικές αντιμαχίες. Πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε πως η κρίση αυτή έβλαψε περισσότερο όσους είχαν μια έντονη και βαθύτερη από τους άλλους κοινοτική ζωή. Οι υπαγορεύσεις υπέρ της ανέπαφης συναλλαγής, της επιλεγμένης φούσκας και της απόσυρσης από τους συνωστισμούς δεν ήταν το ίδιο επώδυνες για όλους.

 

Για έναν άθεο ή σχετικά αδιάφορο πολίτη, η εμπειρία ήταν ελαφρύτερη, εκτός φυσικά της περίπτωσης της αρρώστιας του ή της κοινωνικής και οικονομικής του υποβάθμισης. Το ίδιο ισχύει και για όσους, είτε δεν είχαν ποτέ τους, είτε έχουν αποκοπεί, για διαφόρους λόγους, από τις αγωνιστικές κουλτούρες που στη χώρα μας σχετίζονται με τον γαλαξία της αριστεράς.

 

Όσοι σκεπτόμαστε τον κόσμο με βάση το δίπολο του ατόμου και του κράτους, της ατομικής ύπαρξης και μιας νόμιμης πολιτικής κοινότητας βρεθήκαμε σε πλεονεκτικότερη θέση στην πανδημία. Γιατί μας έρχεται πιο λογικά και εύκολα το να τηρήσουμε ένα νόμο και στη συνέχεια να ταιριάξουμε ο καθένας το χνώτο του στους τέσσερις τοίχους.


Μένοντας συχνά στον φόβο ή στην ενόχληση που μας προκαλούν, δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε τα τραύματα της πίστης. Υπάρχει όμως κόσμος που αν του στερήσεις τη διαδήλωση και τη συνάντηση των σωμάτων στον χώρο, νιώθει πως ακυρώνεται η ύπαρξή του, πως χάνει κάτι ουσιαστικό από τη ζωή του. Περισσότερο από τους άλλους. Και πλήθος ορθόδοξων χριστιανών, περισσότερο από άλλες ομολογίες, δεν μπορούν να αποδεχτούν τη λατρεία «στο σπίτι» ή τη φυσική απομάκρυνσή τους από τους άλλους πιστούς, τον παπά, τις εικόνες.

 

Πάνω στην ορμή των αντιθέσεων που γεννάει και αυτή η κρίση, ξεχνάμε πως υπάρχουν λειτουργικοί κόσμοι και λατρευτικές πρακτικές που δεν μπορούν να ενσωματωθούν εύκολα σε μια οθόνη, σε ένα zoom, σε μια σκηνή υποκατάστασης. Μπορούν τεχνικά αλλά δύσκολα γίνονται ανεκτοί από το συναίσθημα που δεν αναζητά το placebo αλλά το αυθεντικό. Γι' αυτό και βλέπουμε πως στα κοινά του αριστερού ριζοσπαστισμού ή σε έναν πιο ένθερμο κόσμο της Εκκλησίας η δυσφορία για το «ανέπαφο» ακολουθεί μια παρόμοια κατεύθυνση όξυνσης.

 

Όσο και αν διαφέρουν φιλοσοφικά, αισθητικά και ιδεολογικά, οι κόσμοι των έντονων δεσμεύσεων δεν μπορούν να διαχωρίσουν ιδιωτικό και δημόσιο, την πίστη από τη σωματική της φανέρωση, τον λόγο από την πραγματική παρουσία. Δεν έχουμε έτσι ένα απλό θέμα τεχνοφοβίας, «πολιτικής επιρροής» ή της εξουσίας που θέλουν να ασκούν τα διάφορα πολιτικά και θρησκευτικά «μαγαζιά» πάνω στα ποίμνιά τους.

 

Πολλές φορές, εμείς οι άθεοι φιλελεύθεροι –όλων των αποχρώσεων– παρουσιάζουμε τον κόσμο σαν ένα μετατρέψιμο σύμπαν με εύχρηστες ορθολογικές αποκρίσεις. Σαν να είναι πράγματι η ζωή ένα θέμα οδηγιών χρήσης. Δίνουμε έτσι εντολή σε βαθιά ριζωμένα πάθη να γίνουν πιο επιφανειακά ή υποπτευόμαστε τις επίμονες ευαισθησίες σαν δείγματα λειψής προσαρμογής στον ευέλικτο σύγχρονο κόσμο. Κατά βάθος μπορεί και να μας εκνευρίζει το γεγονός πως οι κόσμοι της παράδοσης, του ενθουσιασμού και της μαχητικής κοινωνικότητας έχουν οπαδούς και υπόσχονται πάντα κάτι καλύτερο από την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

 

Ας παραδεχτούμε όμως την πραγματικότητα. Όσοι σκεπτόμαστε τον κόσμο με βάση το δίπολο του ατόμου και του κράτους, της ατομικής ύπαρξης και μιας νόμιμης πολιτικής κοινότητας (που είναι σχετικά ψυχρό πλάσμα σε σχέση με άλλες νοερές κοινότητες) βρεθήκαμε σε πλεονεκτικότερη θέση στην πανδημία. Γιατί μας έρχεται πιο λογικά και εύκολα το να τηρήσουμε έναν νόμο και στη συνέχεια να ταιριάξουμε ο καθένας το χνώτο του στους τέσσερις τοίχους (και μάλιστα με τα τεχνολογικά τους κομφόρ).

 

Όσοι αντιθέτως βιώνουν αυτόν τον ίδιο κόσμο σαν μέλη μιας πιο απαιτητικής Εκκλησίας και δεν έχουν διανοηθεί να διαχωρίσουν τη ζωή τους από τη θερμή εμπειρία μιας κοινότητας που τους συγκινεί και τους αφυπνίζει, ένιωσαν περισσότερο ακρωτηριασμένοι, οργισμένοι και ίσως αποξενωμένοι. Για μας υπήρχε μια αστική θλίψη και η δυσφορία των περιορισμών, για εκείνους ίσως κάτι περισσότερο: η παγωμάρα του ακοινώνητου και ένα είδος ματαίωσης που ξεπερνάει τη δυσαρέσκεια.

 

Αυτοί έπρεπε φυσικά να πειστούν, να υποχρεωθούν και να τηρήσουν τα πρωτόκολλα, αφού ο ιός έδειξε τα δόντια του. Εμείς όμως ας αναγνωρίσουμε πως εκείνοι βρέθηκαν σε ξεχωριστά δύσκολη θέση. Σε αυτήν τη δοκιμασία, που μάλλον δεν πρόκειται να λήξει εύκολα, η δίψα για κοινότητα δεν πρέπει να γεννήσει αντιδραστικά κινήματα. Όσο για την δική μας κριτική, θα ήταν καλύτερο να προσπεράσει την παγίδα της περιφρόνησης και της χοντροκομμένης άγνοιας.