ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ το Άλσος Παγκρατίου, χθες το απόγευμα, είδα έναν άνδρα ακαθόριστης ηλικίας (νεαρό δεν τον έλεγες πάντως) με αθλητική περιβολή να έχει αγκαλιάσει τον κορμό ενός δέντρου.

 

Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόταν σ’ αυτήν τη στάση, ούτε αν αποτελούσε για τον ίδιο μια τακτική, καθημερινή ίσως, θεραπευτική τελετουργία, ένα είδους διαλογισμού, μια πολύτιμη επαφή με την αλήθεια του δάσους και της φύσης, έστω και μ’ έναν τηλεπαθητικό, μυστικιστικό τρόπο, απευθείας από την καρδιά μιας «τσιμεντούπολης». 

 

Τα μάτια του ήταν κλειστά και το πρόσωπο του φαινόταν ανέκφραστο καθώς περνούσα από δίπλα, ενώ πλάι του στεκόταν το σκυλί του, το οποίο περίμενε υπομονετικά την λήξη αυτής της διαδικασίας.

 

Φαντάσου να αρχίσει να κατουράει το σκυλί (και μάλιστα πάνω στο δέντρο!), σκέφτηκα, και κοντοστάθηκα για λίγο προσμένοντας μια τέτοια ενδιαφέρουσα τροπή, αλλά η σκέψη και μόνο μού προκάλεσε έντονο μειδίαμα, οπότε απομακρύνθηκα διακριτικά δαγκώνοντας τα χείλη, πριν κλιμακωθεί σε νευρικό γέλιο. 

 

Οι πλάκες εις βάρος των «γραφικών» κοπήκανε, το Κλίμα και το Περιβάλλον και η βιωσιμότητα και η επιβίωσή μας η ίδια θα μας πέσουν στο κεφάλι μόλις και όποτε ξεμπερδέψουμε με την πανδημία, και οι άνθρωποι αυτοί με τις ιδιαίτερες ευαισθησίες τους δεν μοιάζουν προ πολλού και τόσο λοξοί. 

 

Ανώριμη αντίδραση, το ξέρω, απλά δεν συμβαίνει κάθε μέρα να πετυχαίνεις μέσα στην Αθήνα έναν «tree hugger» – όρος που συχνά χρησιμοποιείται και υποτιμητικά, όχι μόνο για τους ανθρώπους που εναγκαλίζονται τα δέντρα, αλλά γενικώς για τους έχοντες οξεία περιβαλλοντική συνείδηση. Ασχέτως αν οι «αυθεντικοί» tree huggers ήταν άνθρωποι οι οποίοι αγκάλιαζαν τα δέντρα για να τα προστατέψουν από τις επιχειρήσεις άγριας και συστηματικής αποψίλωσης σε διάφορα σημεία του πλανήτη –από την Ινδία ως την Παταγονία– συχνά με κίνδυνο της σωματικής τους ακεραιότητας.  

 

Ο φίλος μας στο Παγκράτι δεν έκανε αυτό ακριβώς, αναζητούσε απλώς μια στενή επαφή τρίτου τύπου με ξενιστή της Φύσης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γελάμε εις βάρος του, ειδικά στις μέρες μας.

 

Οι πλάκες εις βάρος των «γραφικών» κοπήκανε, το Κλίμα και το Περιβάλλον και η βιωσιμότητα και η επιβίωσή μας η ίδια θα μας πέσουν στο κεφάλι μόλις και όποτε ξεμπερδέψουμε με την πανδημία, και οι άνθρωποι αυτοί με τις ιδιαίτερες ευαισθησίες τους δεν μοιάζουν προ πολλού και τόσο λοξοί. 

 

Οι προβολές για το άμεσο μέλλον είναι τόσο δυσοίωνες και επείγουσες που ο εναγκαλισμός του δέντρου μπορεί να μοιάζει και με πένθιμο αποχαιρετισμό. Εξίσου αυθαιρέτως, θα μπορούσε επίσης να αναγνώσει κανείς σ’ αυτήν τη σκηνή στοιχεία μοναχικότητας και δυσπιστίας (προς τους θεσμούς και την κοινωνία) – δύο από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα των χαλεπών καιρών μας. 

 

Το μόνο βέβαιο είναι ότι το περιβάλλον δεν θα σωθεί με μαρκετίστικα σλόγκαν (και καραμπινάτα οξύμωρα) όπως η «πράσινη ανάπτυξη» που ακούμε τόσα χρόνια και μοιάζει όλο και περισσότερο με πολυκαιρισμένο και κακόγουστο αστείο, από τη στιγμή που όλοι συνειδητοποιούν πλέον, χωρίς να είναι απαραίτητα μαρξιστές, οικολόγοι ή tree huggers, ότι όχι μόνο δεν υπάρχει καμία πράσινη ανάπτυξη, αλλά ότι η ανάπτυξη –και η όλο και πιο ασύδοτη και άπληστη οικονομική δραστηριότητα, και ο πλούτος στη διάθεση των ολίγων–  είναι αυτή που διαγράφει το πράσινο και τη ζωή από τον πλανήτη.