O θάνατος του «κυρίου Νίκου» μπορεί να θεωρηθεί και το τέλος μια ολόκληρης εποχής: μιας εποχής που κλείνει μέσα της τα γεγονότα τριών αιώνων, την Αθήνα-χωριό που έχει πια χαθεί ανεπιστρεπτί, τη σχέση του βιβλιοπώλη με το βιβλιόφιλο κοινό του - που είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη σχέση πελάτη και υπαλλήλου σε ένα σημερινό μαγαζί. Ο Νίκος Παντελάκης υπήρξε η εμβληματική μορφή του βιβλιοπωλείου Εστία για 77 χρόνια, ένα ρεκόρ απλησίαστο, που αν είχε κάποιος ενδιαφερθεί θα του χάριζε μια θέση στο βιβλίο Γκίνες, κάποιος που έχαιρε πολύ μεγάλης εκτίμησης από τους ανθρώπους του χώρου, σημείο αναφοράς για όλους τους βιβλιοπώλες του κέντρου. Μια κινητή βιβλιοθήκη. Αν αναζητούσες κάτι που ήταν δύσκολο να το βρεις -ακόμα κι εκτός Εστίας-, η ερώτηση «πήγες στον Νίκο;» δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστη, πολύ απλά επειδή είχε ταξινομήσει στο μυαλό του κυριολεκτικά χιλιάδες βιβλία. Μπορούσε να θυμηθεί το σχήμα, το χρώμα, το σχέδιο, το συγγραφέα και το μεταφραστή, ακόμα και το θέμα κάθε βιβλίου που είχε περάσει απ' τα χέρια του και είχε τοποθετήσει με τάξη στους πάγκους του βιβλιοπωλείου. Όχι μόνο αυτά που υπήρχαν στα ράφια, αλλά και παλιές εκδόσεις προηγούμενων δεκαετιών που είχαν πια εξαντληθεί.

 

Γιος εργάτη με καταγωγή από τον Πύργο της Τήνου, γεννήθηκε στην Αθήνα, στην οδό Καρνεάδου 23 στο Κολωνάκι, τότε που ο Ευαγγελισμός ήταν χώρος με στάνες και οι κάτοικοι ήταν χωρισμένοι σε πληβείους και πλούσιους. Δεκαετία του ‘10, αρχές. Ο πατέρας του δούλευε ως μαρμαράς στην κατασκευή του κτιρίου της Ακαδημίας και πεθαίνοντας άφησε πίσω του μια χήρα με τέσσερα παιδιά. Οι εποχές δύσκολες, η μάνα του τον πάει δέκα χρονών παιδάκι στον πατριώτη της Ιωάννη Κολλάρο, στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, για να ζητήσει βοήθεια: δουλειά για το μικρό. Έτσι βρέθηκε από νωρίς ανάμεσα σε ξύλινους πάγκους και τόμους με βιβλία αλλά και στους διανοούμενους της εποχής. Γνώρισε από κοντά τον Παλαμά και τους συγγραφείς της γενιάς του ‘30: Βενέζη, Μυριβίλη, Καραγάτση, Τερζάκη, σημαντικούς συγγραφείς για τους οποίους είχε πάντα να διηγηθεί μια προσωπική ιστορία ή ένα περιστατικό στους νεότερους υπαλλήλους του βιβλιοπωλείου.

 

Το πρωί, με τον πρώτο καφέ. «Ερχόταν νωρίτερα από όλους το πρωί, άνοιγε να μπει η καθαρίστρια, έπλενε τα ποτήρια, μας έφτιαχνε καφέ και μας περίμενε» λέει η Μαρία Παπαγεωργίου, συνάδελφός του για μια δεκαετία στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, «ήταν τακτικός στην ώρα του και δεν έλειπε ποτέ απ' τη δουλειά. Για κανένα λόγο. Δεν αρρώστησε ποτέ. Όταν γεννήθηκε το πρώτο εγγόνι του, τον πήραν τηλέφωνο να του το πουν κι η αντίδρασή του ήταν "θα περάσω κάποια στιγμή αύριο το πρωί να το δω", δεν έτρεξε, είχε τέτοια προτεραιότητα η δουλειά του». «Έζησε πολέμους, πείνα», προσθέτει, «ντύθηκε φαντάρος 3-4 φορές στη ζωή του και μας το έλεγε. Ήταν περισσότερο από απλός συνάδελφος για μας. Ήταν σαν πατέρας μας. Όταν πέθανε ο δικός μου κι επέστρεψα στη δουλειά ράκος ήρθε και με ακούμπησε στην πλάτη και μου είπε "Μπροστά. Στο αλβανικό έπεφταν άνθρωποι νεκροί δίπλα μας κι εμείς περπατάγαμε, ήρθα από την Αλβανία με τα πόδια. Μπροστά να κοιτάς, να μην κοιτάς πίσω". Είχε στέρεες γνώσεις, ήξερε πράγματα ουσίας, παρ' όλο που δεν είχε πάει σε σχολείο πέρα από τη βασική εκπαίδευση. Διάβαζε όμως πολύ. Μέχρι το τέλος.

 

Ο κύριος Νίκος ήταν αγαπητός σε όλους, πελάτες, συναδέλφους, σε γενιές ολόκληρες βιβλιοφάγων που εξυπηρέτησε τις σχεδόν οχτώ δεκαετίες «ως τίμιος εργάτης», με αρκετούς από τους οποίους ανέπτυξε πολύ ιδιαίτερες σχέσεις. Δεκτικός, καλοκάγαθος, ήρεμος και προσηνής, έκανε φιλίες που κράτησαν μια ολόκληρη ζωή και αντιμετώπιζε ακόμα και τα πιο δύσκολα με μια αξιοθαύμαστη στωικότητα. Με ψυχραιμία. Τις λύπες, τους θανάτους, τις αρρώστιες και τις χαρές. Έχουν περάσει από εδώ καθηγητές πανεπιστημίου, γιατροί, διακεκριμένες προσωπικότητες, και όλοι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν. Ήταν ο μέντοράς τους, δεν σταμάτησαν να έρχονται να τον βλέπουν ακόμα κι όταν μετακόμιζαν στο εξωτερικό, για πολλούς ήταν η πρώτη επίσκεψη όταν έφταναν στην Ελλάδα. Είχαν τρομερή εμπιστοσύνη σε αυτά που θα τους υποδείκνυε. Ακόμα και οι επιστήμονες, οι ερευνητές, έρχονταν ψάχνοντας για ένα βιβλίο και έφευγαν με δέκα».

 

«Την πρώτη μέρα που είχα έρθει θυμάμαι χαρακτηριστικά τι μου είχε πει», προσθέτει ο Χρήστος, ο οποίος εργάστηκε δίπλα του για 31 χρόνια, «ο χώρος που βρίσκεσαι είναι όπως στο φαρμακείο. Τα βλέπεις όλα πολύχρωμα και στα ράφια, ένα φάρμακο το κάθε βιβλίο. Αν δώσεις λάθος φάρμακο, δηλητηρίασες τους ανθρώπους. Έτσι είναι κι η γνώση. Κι ο λόγος που αποσύρθηκε το 2002 ήταν επειδή είχε αρχίσει να μην ακούει καλά απ' το ένα αυτί κι ένοιωθε μειονεκτικά. Φοβόταν ότι δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους ανθρώπους. Αλλιώς θα πέθαινε εδώ. Ήταν αεικίνητος μέχρι το τέλος, σε μια συνεχή κίνηση και δεν καθόταν ποτέ σε καρέκλα. Από την ώρα που ερχόταν μέχρι την ώρα που έφευγε, εξυπηρετούσε συνέχεια. Καθόταν μόνο για σύντομο διάλειμμα για κολατσιό το μεσημέρι, δυο φρυγανιές και λίγο τυρί τυλιγμένες σε χαρτοπετσέτα με λαστιχάκι. Τα έβαζε κάτω απ' τον πάγκο με τα περιοδικά και όταν ήταν η ώρα κατέβαινε σε μια γωνία κάτω και τα έτρωγε αθόρυβα. Μια ζωή τα ίδια. Είχε μια απίστευτη διαύγεια μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του. Τον επισκεφτήκαμε πριν από καμιά δεκαριά μέρες με την κυρία Καραϊτίδου και είχε ενημερωθεί για όλα τα καινούργια βιβλία, παρακολουθούσε τον Τύπο και είχε να μας κάνει παρατηρήσεις και προτάσεις. Με τέτοια μάλιστα βαρύτητα που έμεινα έκπληκτος».

 

«Είχε μια τρομερή αντίληψη της οικονομίας», λέει η Μαρία, «τα μολύβια τα έξυνε μέχρι τέλους, δεν πέταγε τίποτα. Τους σπάγγους από τα δέματα, τα χαρτιά, τις σακούλες, το καλάθι του με τα σκουπίδια ήταν πάντα άδειο. Δεν το έκανε από τσιγκουνιά ή ιδιομορφία. Είχε τη σοφία της ζωής ενός ανθρώπου που στερήθηκε και τώρα που έχει κάποια πράγματα τα εκτιμάει. Και μας έλεγε ότι όλα εδώ μέσα είναι πολύτιμα. Ακόμα κι η σκόνη από τα παπούτσια έχει αξία γιατί έμπαιναν και μπαίνουν σημαντικοί άνθρωποι...». To 2003 έγραψε το Σαν να διάβασα ένα βιβλίο (εκδόσεις Εστία) με μαρτυρίες από τη ζωή του ως βιβλιοπώλη για 80 χρόνια.

 

Ο Νίκος Παντελάκης παντρεύτηκε τη Μαρία στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 και απόκτησε μαζί της δυο κόρες, τη Γεωργία και την Ελευθερία. Έμενε στην Άνω Κυψέλη. Έγινε δυο φορές παππούς.