Θυμάμαι, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90, μόλις είχαμε βγει από την προβολή της ταινίας «Hustler White» του Bruce LaBruce στον κινηματογράφο Παλλάς της παραλίας στη Θεσσαλονίκη ‒όπου παίζονταν οι περισσότερες ταινίες των Νέων Οριζόντων‒, άλλοι εκστασιασμένοι και άλλοι, περισσότεροι, σοκαρισμένοι, όταν ένας από τους πιο δραστήριους ανθρώπους του ελληνικού κινηματογράφου τότε γυρνάει και λέει στην ομήγυρη: «Ο Εϊπίδης το έχει παρατραβήξει, ενοχλούν οι επιλογές του».

 

Πράγματι, ο Δημήτρης Εϊπίδης είχε πετύχει με τις ταινίες που έφερνε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως διευθυντής του παράλληλου προγράμματος «Νέοι Ορίζοντες» να ενοχλήσει, να εξοργίσει, να προβληματίσει πολλούς. Αλλά συγχρόνως ήταν εκείνος που με τις επιλογές του άνοιξε τους ορίζοντες μιας συντηρητικής πόλης με καταλυτικό τρόπο και σε καθοριστικό βαθμό, καλλιεργώντας τις νέες γενιές σκεπτόμενων και τολμηρών νέων κινηματογραφιστών και κινηματογραφόφιλων, που σύντομα θα έφερναν έναν νέο αέρα. Γιατί όσον αφορά τις επερχόμενες φουρνιές σκηνοθετών αλλά και τις αισθητικές αναζητήσεις των δεκαετιών που ακολούθησαν στον εικαστικό, θεατρικό, λογοτεχνικό και φυσικά κινηματογραφικό χώρο οι ταινίες των Νέων Οριζόντων υπήρξαν καθοριστικές.

 

Θα μπορούσε κανείς να επικεντρωθεί σε τρεις παραμέτρους και να του αποδώσει τα εύσημα: στην προώθηση του νέου ιρανικού κινηματογράφου, στη μεγάλη του συνεισφορά στην εξέλιξη του queer cinema, των ταινιών τεκμηρίωσης με χαρακτήρα ανθρωποκεντρικό και αποκαλυπτικό για τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας διεθνώς: τη φτώχεια, τον ρατσισμό, την κοινωνική ανισότητα και την καταστροφή του περιβάλλοντος από την ανθρώπινη ασυδοσία.

 

Στα 14 χρόνια που διηύθυνε το ειδικό πρόγραμμα των Νέων Οριζόντων και αργότερα, ως διευθυντής του Φεστιβάλ για μια εξαετία (2010-2016) ‒οπότε το συμμάζεψε οικονομικά και το έσωσε εν μέσω μεγάλης κρίσης‒, αλλά κυρίως ως ιδρυτής το 1999 του εξαιρετικού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης - Εικόνες του 21ου αιώνα, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το τρίτο σημαντικότερο στον ευρωπαϊκό χώρο, η συνολική συμβολή του ήταν τεράστια. Θα μπορούσε κανείς να επικεντρωθεί σε τρεις παραμέτρους και να του αποδώσει τα εύσημα: στην προώθηση του νέου ιρανικού κινηματογράφου (που ακόμα και η επίσημη κυβέρνηση της χώρας του αναγνώρισε, τιμώντας τον με ειδικό βραβείο), στη μεγάλη του συνεισφορά στην εξέλιξη του queer cinema τόσο διεθνώς όσο και σε εθνικό επίπεδο και στην προβολή του ντοκιμαντέρ, των ταινιών τεκμηρίωσης με χαρακτήρα ανθρωποκεντρικό και αποκαλυπτικό για τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας διεθνώς: τη φτώχεια, τον ρατσισμό, την κοινωνική ανισότητα και την καταστροφή του περιβάλλοντος από την ανθρώπινη ασυδοσία.

 

Αλλά πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν και ο ίδιος βίωσε στο πετσί του την αδικία και τη φτώχεια στα πρώτα χρόνια της νιότης του, όταν, ως φιλόδοξος νέος, εγκατέλειπε τη γενέτειρα Αθήνα της δεκαετίας του ’60 για να βρεθεί, χωρίς οικονομική ευχέρεια, στην άλλη άκρη του κόσμου; Για τον Δημήτρη Εϊπίδη όλα ξεκίνησαν στο Σαν Φρανσίσκο, όπου βρέθηκε στα 18 του, για να σπουδάσει λογοτεχνία και θέατρο, με όνειρο να γίνει σκηνοθέτης θεάτρου. Χρειάστηκε να πλύνει χιλιάδες πιάτα σε ελληνικά εστιατόρια για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, που έδωσαν καρπούς πολύ αργότερα, όταν βρέθηκε στην ανατολική πλευρά, στη Νέα Υόρκη της πρωτοπορίας και της καλλιτεχνικής καινοτομίας. Εκεί μυήθηκε οριστικά στον underground κινηματογράφο, αρχικά με τη φιλοδοξία να σκηνοθετήσει, συνδέθηκε με όλους τους δημιουργικούς νέους κινηματογραφιστές και εικαστικούς της γενιάς του, έγραψε σε έντυπα (ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα, πήρε και μια συνέντευξη από τον Τζον Λένον και τη Γιόκο Ονο κατά τη διάρκεια της «ειρηνικής διαμαρτυρίας» τους), και, αντί να σκηνοθετήσει ο ίδιος, σύντομα εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ενθουσιώδεις προωθητές των ταινιών που αγαπούσε.

 

Το βιογραφικό του αναφέρει ότι αποφοίτησε από την Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, όπως και από τη Σχολή Κινηματογράφου του Λονδίνου, αλλά το σημαντικότερο επίτευγμά του είναι ότι ήταν εκείνος που ίδρυσε, εν έτει 1971, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ. Επρόκειτο για ένα φεστιβάλ που ασχολούνταν μετην αβανγκάρντ και τον νέο κινηματογράφο, το οποίο διηύθυνε επί 14 χρόνια, γεγονός που το 1988 τον βοήθησε να γίνει ο βασικός προγραμματιστής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο. Αυτή η φήμη ευτυχώς τον έφερε πίσω στην Ελλάδα, για να αναλάβει το 1992 τους Νέους Ορίζοντες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενός θεσμού που εκείνα τα χρόνια, με διευθυντή τον Μισέλ Δημόπουλο, είχε ανανεωθεί, αποκτώντας πρεστίζ σε διεθνές επίπεδο και προσελκύοντας χιλιάδες σινεφίλ όχι μόνο από την πόλη αλλά και από την υπόλοιπη Ελλάδα.

 

Έτσι, χάρη στον Δημήτρη Εϊπίδη, έναν από τους λίγους Έλληνες με πνεύμα διάπλατα ανοιχτό και αφοσίωση στον μη συμβατικό κινηματογράφο των σκοτεινών διαδρομών και της αλλόκοτης προσέγγισης, το ελληνικό σινεφίλ κοινό, νεότερο και ωριμότερο, ήρθε σε επαφή με τις νέες διεθνείς τάσεις και τα επιτεύγματα νέων, ρηξικέλευθων δημιουργών απ’ όλο τον κόσμο. Όλοι αυτοί οι νέοι καλλιτέχνες ερχόντουσαν προσκεκλημένοι στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, να μιλήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις και θέσεις με το εδώ νέο δυναμικό. Κι όλα αυτά τα είχε προκαλέσει αυτός ο οικουμενικός σινεφίλ, ένας άνθρωπος που στόχο είχε την καλλιτεχνική παιδεία και δημιουργία, επηρεάζοντας άμεσα ή έμμεσα την εξέλιξη του ελληνικού κινηματόγραφου. Φυσικά, όσο «ακραίο» και αιχμηρό είδος κι αν ήταν ο κινηματογράφος που έφερνε, όσο μεγαλύτερη η τόλμη και η τρέλα κι που διέθετε, η σοδειά του Εϊπίδη είχε βρει τον χώρο της, για να προβληθεί και να προστατευτεί. Όσοι ήταν έτοιμοι ή διατεθειμένοι να διδαχτούν, βγήκαν κερδισμένοι.

 

Παράλληλα με τη δραστηριότητά του εντός Ελλάδας, «έτρεχε» και μια διεθνή καριέρα που ελάχιστοι από τη γενιά του μπορούν να επιδείξουν. Το όνομά του συνδέθηκε με διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ στον Καναδά, στις ΗΠΑ, ακόμα και στην Ισλανδία, καθώς από το 1995 ήταν διευθυντής προγράμματος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Ρέικιαβικ. Οι επιλογές του ήταν πάντα μεγάλης οξυδέρκειας και αδιαμφισβήτητης αξίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι είναι τόσο τιμητική η συμμετοχή μιας ταινίας στο επίσημο πρόγραμμα του Τορόντο, οι επιλογές του οποίου έχουν θεωρηθεί καθοριστικές για τον κινηματογράφο των τελευταίων δεκαετιών.

 

Ο Εϊπίδης δίδαξε Ιστορία Κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ από το 1968 ως το 1970, και στο Concordia, μέχρι το 1971. Υπήρξε μέλος κριτικών επιτροπών στα διασημότερα και επιδραστικότερα διεθνή φεστιβάλ όπως αυτά του Σαν Σεμπαστιάν, της Ιστανμπούλ, της Αβινιόν, της Ιερουσαλήμ, της Μόσχας, της Σεούλ, της Φιλαδέλφειας, του Μπιλμπάο, του Κάρλοβι Βάρι, της Τεργέστης, της Λειψίας, του Άμστερνταμ και της Αγίας Πετρούπολης, ενώ το 1999 του απονεμήθηκε το τιμητικό βραβείο της FIPRESCI (Διεθνής Συνομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου) για την ποιότητα και την πρωτοτυπία των προγραμμάτων των Νέων Οριζόντων. Από το 2001 ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.