Το 1998 η Ελλάδα βρισκόταν στον αστερισμό του λεγόμενου «εκσυγχρονισμού». Μόλις είχε εκλεγεί πρωθυπουργός ο Κ. Σημίτης και όλη η πνευματική, πολιτική και επιχειρηματική ελίτ της Αθήνας αποθέωνε οτιδήποτε εμφανιζόταν ως νεωτερικό. Τότε λοιπόν, μέσα στην ορμή του εκσυγχρονισμού, έτυχε και ο θάνατος του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Και τέθηκε εκ των πραγμάτων το ζήτημα του διαδόχου του. Ανάμεσα στους υποψηφίους βρισκόταν και ο 59χρονος Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος, που ήταν γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους, με τη συχνή του αρθρογραφία στο «Βήμα». Ο Χριστόδουλοςεκείνη την εποχή ήταν το πρότυπο του «εκσυγχρονιστή» κληρικού.

Ζητήματα όπως η κλωνοποίηση, το AIDS, η γενετική τεχνολογία, η ευθανασία και τη τεχνητή γονιμοποίηση ήταν αυτά που αναδείκνυε ο άμεσος και σύγχρονος δημόσιος λόγος του Χριστόδουλου. Τι πιο φυσικό λοιπόν, στην εποχή του εκσυγχρονισμού, να εκλεγεί και εκσυγχρονιστής Αρχιεπίσκοπος; Ο οποίος μάλιστα ήταν και ένας άνθρωπος με φυσικά χαρίσματα, εξαίρετος ρήτορας, αυθόρμητος, ιδιαίτερα συμπαθής και ταυτόχρονα γενναιόδωρος ψυχικά. Ο λαϊκότροπος Σεραφείμ έδωσε λοιπόν τη θέση του στον νεωτεριστή Χριστόδουλο, όπως, με τον ίδιο τρόπο, ο λαϊκιστής Ανδρέας Παπανδρέου παρέδιδε τη σκυτάλη της εξουσίας στον ευρωπαϊστή Σημίτη.

Πλην όμως, εδώ γινόταν μια παρανόηση. Διότι μπορεί ο Χριστόδουλος να ήταν εκσυγχρονιστής - αλλά της Εκκλησίας και όχι της κοσμικής εξουσίας. Το δικό της λόγο ήθελε να εκσυγχρονίσει, ώστε να τον καταστήσει ισχυρότερο, πιο παρεμβατικό. Γινόταν δηλαδή μια σύγχυση επιπέδων, του κοσμικού και του εκκλησιαστικού. Και όχι άδικα: η ελληνική κοινωνία, προερχόμενη από τη βυζαντινή και την οθωμανική της περιπέτεια, έχει εγγεγραμμένη στη φυσιογνωμία της την εκκλησιαστική παράδοση, ως παράδοση όχι μόνον λατρείας, αλλά και εθνικής ύπαρξης. Ο Έλληνας παπάς ήταν ανέκαθεν και δικαστής και δάσκαλος και λαϊκός εκπρόσωπος και πνευματικός αρχηγός. Ήταν τα πάντα. Αυτό είναι γραμμένο μέσα στη λαϊκή συνείδηση από την εποχή του σταδιακά εξελληνισμένου Βυζαντίου, από τον 9ο αιώνα και μετά.

Επομένως τι θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει ένας Έλληνας αρχιεπίσκοπος το 1998; Αυτό ακριβώς: τον πολιτικό και κοινωνικό ρόλο της ελληνικής Eκκλησίας. Να ξαναθυμίσει δηλαδή τον ιστορικό της ρόλο, τον εθναρχικό της ρόλο και τη βιωματική της σχέση με τη νεοελληνική συνείδηση. Διότι, όπως εύστοχα είχε δηλώσει κάποτε και ο Βάσος Λυσσαρίδης, «ακόμη και ο άθεος Έλληνας είναι ορθόδοξος»! Έχει μέσα του τον αέρα της εκκλησίας, το περίφημο χατζιδακικό «ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου».

Ο Χριστόδουλος ήξερε τη δύναμή του. Και αποφάσισε να τη χρησιμοποιήσει. Σε μια κοινωνία φοβισμένη απέναντι στις απειλές της παγκοσμιοποίησης, αλλά και υπερήφανης από το αρχαίο και μεσαιωνικό της κλέος, η εμφάνιση του μοντέρνου Aρχιεπισκόπου έφερε ανακούφιση. Ο λόγος του αναδείκνυε έναν πνευματικό κόσμο πάντα ισχυρό στη συνείδηση, τον κόσμο των Ελλήνων πατέρων, της ορθόδοξης πνευματικότητας, που είχε προαναγγελθεί από ισχυρά πνευματικά αναστήματα, όπως ήταν ο Κόντογλου, ο Παπαδιαμάντης, ο Πικιώνης ή ο Λορεντζάτος. Κι έτσι ο Χριστόδουλος, πατώντας γερά πάνω σε ένα στέρεο έδαφος παράδοσης, θύμισε στην Ελλάδα ότι έχει να αντιτάξει απέναντι στον παραπαίοντα σύγχρονοΔυτικό ορθολογισμό τη δική της παράδοση, μια ελληνική ιδιοπροσωπία που θα μπορέσει να την προφυλάξει μέσα στο παγκόσμιο πολιτισμικό χάος.

Η μάλλον συγχυσμένη πνευματική ελίτ είδε τότε απέναντί της έναν πανίσχυρο αντίπαλο. Οι ευρωπαϊστές μας διανοούμενοι, κυρίως της Αριστεράς, προερχόμενοι από την ήδη καταρρέουσα παράδοση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, βρέθηκαν σε πραγματική αμηχανία απέναντί του. Ο Χριστόδουλος, κουβαλώντας μια πνευματική παράδοση 2 χιλιάδων ετών, εμφανίστηκε όχι ως απλός Αρχιεπίσκοπος αλλά ως ο κατεξοχήν διανοούμενος. Και μπήκε στο στόχαστρο, εμφανιζόμενος ως αποκρουστικός εκπρόσωπος ενός ορθόδοξου φονταμενταλισμού. Οι επικριτές του στάθηκαν στη θητεία του επί χούντας στη Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου, καθώς και στην κάθοδο στην Αθήνα όλου του ιερατείου μαζί με μισό εκατομμύριο πιστούς, οι οποίοι κάτω από τα λάβαρα της Αγίας Λαύρας έδιναν τη μάχη για τις ταυτότητες, εμφανίζοντας την Αθήνα ως Τεχεράνη.

Η σύγκρουση ανάμεσα στο πνευματικό κατεστημένο και τον Χριστόδουλο ήταν απόλυτη. Ο Χριστόδουλος έπαιξε και στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέδειξε τον εθναρχικό του ρόλο απέναντι σε μια εντελώς μέτρια πολιτική ελίτ. Το ζήτημα των ταυτοτήτων, το Μακεδονικό, το Κυπριακό, το Βορειοηπειρωτικό - όλα αυτά ανέδειξαν έναν κανονικό πολιτικό ηγέτη.

Τα είχε ήδη προαναγγείλει από τη θητεία του στο Βόλο. Εκεί ο Χριστόδουλος δεν δίστασε να ανασύρει το ζήτημα του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου, διοργανώνοντας το 1984 συνέδριο και διαδήλωση, γεγονός που έκανε έξαλλη την αριστερή δημοτική Αρχή. Ο Χριστόδουλος από τότε άρχισε τον ιδεολογικό του πόλεμο με την κυρίαρχη μεταπολιτευτικά διεθνιστική αριστερή ιδεολογία, μέσα από το ραδιοφωνικό του σταθμό Ορθόδοξη Μαρτυρία. Και ως Αρχιεπίσκοπος τράβηξε το ιδεολογικό χαλί κάτω από τα πόδια του Σημίτη. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η πτώση του Σημίτη προετοιμάστηκε ιδεολογικά από τις έντονες επιθέσεις που δέχτηκε το εκσυγχρονιστικό ιδεολόγημα από τον παραδοσιακό ελληνορθόδοξο λόγο του Αρχιεπισκόπου.

Ωστόσο η θητεία του, που ταυτίστηκε με την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την «οργανωσιακή» λογική, που παραπέμπει περισσότερο στον προτεσταντισμό, ίσως να περάσει στην ιστορία σαν μια θητεία που ενίσχυσε, αλλά ταυτόχρονα αλλοίωσε τη φυσιογνωμία της. Διότι η ορθοδοξία στάθηκε πάντα στο πνευματικό επίπεδο και δεν ήταν ποτέ κοσμική δύναμη, όπως ο καισαροπαπισμός και ο εκκοσμικευμένος ηθικολόγος προτεσταντισμός.

Αυτά τον έφεραν σε σύγκρουση και με τον άλλοτε φίλο και υποστηρικτή του Βαρθολομαίο, μια σύγκρουση που είχε ως στόχο την ενίσχυση της αυτονομίας της ελληνικής Εκκλησίας, αλλά που έληξε με έναν συμβιβασμό, όχι ιδιαίτερα ευνοϊκό για τον ίδιο. Ο Χριστόδουλος προσπάθησε να συμμαχήσει με τα άλλα Πατριαρχεία και με το Βατικανό, ώστε να μειώσει την ισχύ του Βαρθολομαίου, αλλά έπεσε πάνω στη σθεναρή στήριξη των Αμερικανών απέναντι στον Πατριάρχη. Μια στήριξη που είχε ως πολιτικό στόχο την αποδυνάμωση του εθνικού χαρακτήρα των αυτοκέφαλων βαλκανικών Εκκλησιών, ώστε να υλοποιηθούν ευκολότερα τα αμερικανικά σχέδια απο-εθνικοποίησης των Βαλκανίων.

Το πέρασμα του Χριστόδουλου από τα ελληνικά πράγματα θα μείνει ίσως το πιο σημαντικό ιστορικό συμβάν στη μεταπολιτευτική μας ιστορία. Ο Χριστόδουλος και ο Ανδρέας Παπανδρέου, αυτά τα δύο κεντρικά πρόσωπα της περιόδου αυτής, εξέφρασαν με τρόπο άμεσο, στο εκκλησιαστικό και το πολιτικό επίπεδο, τη λαϊκή συνείδηση. Και παρά τον έντονο λαϊκισμό τους -και οι δύο- έδωσαν κουράγιο σε ένα λαό που δεν είχε πια πουθενά να πιστέψει.