«Βρόμικο» surf rock ακούγεται απ’ το βάθος της κουζίνας, η φιγούρα του Μαραντόνα απ’ το Μουντιάλ του Μεξικού στον ένα τοίχο, ένας πίνακας του Λέανδρου (μ’ έναν σκύλο που κοιτάζει έναν αυτόματο πωλητή ναρκωτικών) στον άλλο, ένας μαυροπίνακας που διαφημίζει εξωτικά κοκτέιλ με ονόματα όπως κατσατσάρα, ένα γκράφιτι με μια ποπ τίγρη, ένα πιάτο με βίδες μανιτάρια και ξερή μυζήθρα κι ένα άλλο μ’ ένα μπουγιουρντί με καυτερή πιπεριά. Στην τουαλέτα παντού αυτοκόλλητα του Αστέρα Εξαρχείων και μια φωτογραφία του Σπύρου Στάβερη απ’ το περσινό αυγουστιάτικο τεύχος της LifO έξω απ’ τις γυναικείες τουαλέτες. Κάτω μωσαϊκό, έξω πεζόδρομος.

 

Θα μπορούσε να ήταν ένα καφενείο στις όχθες των Πρεσπών (κάπου εκεί, σ’ αυτά τα μαγικά, απόκοσμα χωριά που βλέπουν τις φυτείες των φασολιών, τα ήσυχα νερά της λίμνης, τα σμήνη των αργυροτσικνιάδων και το τριεθνές) ή ένα μαγαζί στο Μέχικο Σίτι -ιδανικό για μαργαρίτες και μπουρίτος μετά τη σιέστα-, αλλά για κάποιον απροσδιόριστο λόγο (μάλλον γιατί είναι λίγο εξωγήινο) αυτό το μέρος μού θυμίζει την Ισλανδία, εκεί όπου ηχογραφήθηκε αλλά και κατοικεί στη φαντασία μου η μουσική του Matteus. «Μόλις είχα τελειώσει τον “σκελετό” του “Ugly doll’s stories”, ένα ανθρωπολογικό πρότζεκτ που πήρε σχεδόν τρία χρόνια να φτάσει στο τέλος του. Είχα γεμίσει τόνους χαρτιά με σημειώσεις, σχεδιαγράμματα, flowcharts και πολλά gigabytes σε ήχους και εικόνες για τη δημιουργία 11 διαφορετικών χαρακτήρων που θ’ αφηγούνταν ιστορίες και θα συστήνονταν ο καθένας μ’ ένα κομμάτι/ιστορία μέσα στο άλμπουμ.

 

Ενώ στην αρχή φαινόταν εύκολο, ένας εσωτερικός εξορκισμός, κατέληξε να είναι η Λερναία Ύδρα μου, που θα με καταβρόχθιζε, αν δεν έπαιρνα αποφάσεις και δεν ξεκαθάριζα τα πορτρέτα των χαρακτήρων που έφτιαχνα. Μέχρι τότε όλα ήταν μπερδεμένα και θολά. Έφυγα για την Ισλανδία, θεωρώντας την το νούμερο 1 μέρος που θα μου πρόσφερε την πλήρη απομόνωση απ’ το αστικό περιβάλλον. Δεν ήθελα να έχω καμιά εξωτερική επιρροή ή πληροφορία. Με τη βοήθεια και την πρόσκληση μιας Ισλανδής φίλης, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.

Μείναμε σε μια εκκλησία στο χωριό Hvammstangi βορειοδυτικά της Ισλανδίας, όσο χρειαζόταν μέχρι οι εικόνες που είχα να γίνουν ήχοι μέσω του εκκλησιαστικού οργάνου και μιας παλιάς νορβηγικής άρπας». Και κάπως έτσι, ανάμεσα στα καυτά γκέιζερ, τους κρατήρες στα βουνά απ’ την ηφαιστειακή λάβα (όπου οι ντόπιοι πιστεύουν ότι κρύβονται καλικάντζαροι και ξωτικά), γεννήθηκε ένα απ’ τα πιο σπουδαία άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. «Τα χρώματα του τοπίου, τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, οι παγετώνες, οι πολύχρωμες στέγες στο Ρέυκιαβικ, η ορατή αποκόλληση της αμερικανικής με την ευρασιατική πλάκα που σκίζει το νησί στα δύο, η αναπάντεχη φιλικότητα και τρέλα των Ισλανδών κι η αίσθηση του να κολυμπάς μέσα σε μια γεωθερμική λίμνη, παραδίπλα από έναν κρατήρα ενεργού ηφαιστείου, είναι μερικά απ’ τα πράγματα που σε κάνουν να συνειδητοποιείς πόσο μικροί είμαστε μπροστά στις φυσικές δυνάμεις.

 

Η χώρα αυτή γεωλογικά ακόμα αλλάζει, εξελίσσεται, δονείται, εκρήγνυται, μετακινείται». Λαρυγγισμοί αλά Klaus Nomi, ηχητικές ατμόσφαιρες που θυμίζουν Cocorosie ή Antony & the Johnson, εμφανείς επιρροές από Bjork, Tori Amos κι από τις abstract κυκλοφορίες, τις ambient ή ακόμα και των Mum, και μερικές Sigur Ros-ικές εξάρσεις συνθέτουν το σύμπαν αυτού του σπουδαίου δημιουργού, που το πρωί δουλεύει ως χημικός σε φαρμακευτική εταιρεία και το βράδυ βάζει στο lab του τα υλικά που κατασκευάζουν κομμάτι κομμάτι τα layers που οδηγούν στο αποτέλεσμα που ακούμε στον δίσκο του. «Μέχρι τα 11 μου άκουγα ό,τι μουσική έφερνε ο πατέρας μου στο σπίτι: Νάνα Μούσχουρη, Χατζιδάκι, Γλυκερία, κ.λπ.  Όταν, τότε, τυχαία έπεσα πάνω στο “Ο Superman” της Laurie Anderson, κατάλαβα ότι η μουσική κι η εικόνα δεν έχουν σύνορα. Δεν είναι μόνο όμορφες εικόνες, όμορφοι ήχοι, μελωδίες, στανταρισμένες φόρμες, κουπλέ και ρεφρέν. Υπάρχει και κάτι άλλο, πέρα απ’ το προφανές.

Αυτό μου έδωσε το κίνητρο ν’ αρχίσω να εξερευνώ τη δύναμη και τις δυνατότητες του ήχου και της εικόνας ταυτόχρονα με τον λόγο». Οι (σπάνιες) συναυλίες του είναι ένας δαιμονισμένος συνδυασμός ήχου και εικόνας, ένα κολάζ ήχων που δημιουργεί in situ ένα υπέροχο οπτικό slideshow από φωτογραφίες και βίντεο που έχει τραβήξει και μοντάρει ο ίδιος. « Δεν γίνεται να με αφήσουν ανεπηρέαστο οι σκοτεινές ιστορίες του Nικ Κέιβ ή οι χειμαρρώδεις και φρενήρεις μονόλογοι της Lydia Lunch, η αφοπλιστική ειλικρίνεια, οι ψίθυροι και η γλυκύτητα της Stina Nordenstam, οι εξομολογήσεις και το πιάνο της Tori Amos, οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των Maja S.K Ratkje και Diamanda Galas, η τεχνολογική εμμονή και ιδιοφυΐα της Laurie Anderson, η γοητευτικά καταθλιπτική κι εύστοχη Lisa Germano και το εθιστικό χάος των Sigur Ros. Mε τα βιβλία και το σινεμά δεν τα πάω πολύ καλά. Μ’ αρέσουν, όμως, οι Φραντς Κάφκα και Clive Barker για τις εικόνες και τους κόσμους που πλάθουν και το πόσο γενναία μπορούν και τους φιλτράρουν μέσω της πραγματικότητας, και οι Μaya Deren και Λαρς φον Τρίερ για τον σουρεαλισμό τους, την ωμότητά τους και την αποτύπωση των ανθρώπινων συναισθημάτων».

Η μουσική του Matteus ακούγεται πια τόσο επίκαιρη μέσα στο νέο αθηναϊκό τοπίο. Μοιάζει να τρυπώνει μ’ ευκολία στα στενάκια γύρω απ’ την Ομόνοια, στη Βερανζέρου, στην Ξούθου, ν’ αναδύεται σαν καθαρτικό μέσα απ’ τα σκουπίδια στις άκρες των πεζοδρομίων, ν’ απολυμαίνει την αστική ασχήμια. «Αναπόφευκτα κάποια στοιχεία του περιβάλλοντος όπου ζω περνάνε στη μουσική μου. Το κυριότερο συναίσθημα που έχω εντοπίσει είναι η μοναξιά. Υπάρχει πολύ μοναξιά στην Αθήνα. Και πολλές φορές και φόβος. Πέρυσι τέτοια εποχή έκανα μια ενιαία μουσική σύνθεση μιας ώρας γι’ αυτό ακριβώς το θέμα για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ Βουνοριλά. Η ζωντανή παρουσίαση αυτών των αστικών συναισθημάτων του τώρα μέσα σ’ ένα περιβάλλον φαινομενικά αντίθετο -σ’ ένα δάσος, στη μέση του πουθενά- βρήκε ένα κοινό σημείο αναφοράς. Ότι το λογικό συναίσθημα του φόβου, της ερημιάς και της μοναξιάς σ’ ένα απομονωμένο δάσος είναι το ίδιο σε μια πόλη σχεδόν 5 εκατομμυρίων. Αυτό θα έπρεπε να μας ανησυχεί...».